Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ένα νησί, δύο κόσμοι

Πώς έγινε δυνατό και η ιστορία δύο χωρών που μοιράζονται ένα νησί -της Δομινικανής Δημοκρατίας και της Αϊτής- εξελίχτηκαν τόσο διαφορετικά;

Η απάντηση εν μέρει οφείλεται σε περιβαλλοντικούς λόγους. Στη νήσο Ισπανιόλα βρέχει κυρίως στα ανατολικά, στη Δομινικανή Δημοκρατία, όπου ευνοούνται περισσότερο οι καλλιέργειες.

Τα υψηλότερα βουνά της Ισπανιόλα, ύψους άνω των 3,000 μέτρων, βρίσκονται επίσης στα ανατολικά και οι ποταμοί που πηγάζουν από τα βουνά αυτά αρδεύουν τη Δομινικανή Δημοκρατία.

Στον 'Αγιο Δομίνικο υπάρχουν πλατιές κοιλάδες, πεδιάδες και πολύ πιο εύφορο χώμα. Ειδικά η κοιλάδα Τσιμπάο στο βορρά είναι μια από τις πιο εύφορες του πλανήτη.

Περιβαλλοντικές διαφορές

Αντιθέτως η αϊτινή πλευρά υποφέρει από ξηρασία, καθώς τα ψηλά βουνά εμποδίζουν τις βροχές να περάσουν από την ανατολή στη δύση.

Σε σύγκριση με τη Δομινικανή Δημοκρατία, οι γαίες που προφέρονται για εντατική καλλιέργεια είναι πολύ μικρότερες στην Αϊτή, που είναι εν πολλοίς μια ορεινή ώρα, με ασβεστολιθικά πετρώματα και πολύ πιο άγονα και αδύναμα εδάφη που διαβρώνονται με ευκολία.

Κοινωνικές πολιτικές διαφορές

Σημειώστε το παράδοξο: αν και από περιβαλλοντική σκοπιά η αϊτινή πλευρά του νησιού ήταν πολύ λιγότερο προνομιούχα, ανάπτυξε μια πολύ πιο δραστήρια, εύπορη κι εντατική αγροτική οικονομία. Η εξήγηση για το παράδοξο αυτό βρίσκεται στην υπερεκμετάλλευση του περιβαλλοντικού της κεφαλαίου, δασικού και γεωλογικού.

Υπάρχει ένα σημαντικό μάθημα εδώ: πίσω από ένα παχυλό τραπεζικό λογαριασμό, μπορεί να κρύβεται μια αρνητική κεφαλαιακή ροή.

Αν και οι περιβαλλοντικές διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών της Ισπανιόλα εξηγεί εν μέρει την αποκλίνουσα οικονομική πορεία των δύο κρατών της, ένα άλλο σημαντικό μέρος της εξήγησης βρίσκεται στις κοινωνικές και πολιτικές τους διαφορές, που όπως φαίνεται έπληξαν την αϊτινή οικονομία πολύ περισσότερο από εκείνη του Αγίου Δομίνικου.

Από αυτή την άποψη, δεν υπήρχε τίποτα το μοιραίο στη διαφορά στην ανάπτυξη μεταξύ των δύο κρατών. Το χάσμα διευρύνθηκε χάρη στην επίδραση μιας σειράς παραγόντων, που όλοι έδρασαν προς την ίδια κατεύθυνση.

Ο ρόλος της Γαλλίας

Μία από τις κοινωνικές και πολιτικές αυτές διαφορές οφείλεται στην ατυχία πως η Αϊτή ήταν αποικία της Γαλλίας, και μάλιστα μια εποχή θεωρήθηκε ως η σημαντικότερη υπερπόντια αποικία της Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Η Δομινικανή Δημοκρατία αντιθέτως ήταν αποικία της Ισπανίας, που από το 16ο κιόλας αιώνα εγκατέλειψε την Ισπανιόλα στην τύχη της, καθώς βρισκόταν κι η ίδια σε οικονομική και πολιτική παρακμή.

Η Γαλλία εγκατέστησε στην Αϊτή μεγάλα αγροκτήματα βασισμένα στη εργασία σκλάβων, πράγμα που η Ισπανία ουδέποτε επιχείρησε να πράξει στη δική της πλευρά της Ισπανιόλα. Οι Γάλλοι εισήγαγαν στο νησί συντριπτικά περισσότερους σκλάβους από ότι οι Ισπανοί.

Ανθρωπολογικές διαφορές

Το αποτέλεσμα είναι πως κατά την αποικιακή περίοδο η Αϊτή είχε επταπλάσιο πληθυσμό, και συνεχίζει να διατηρεί ακόμα και σήμερα μια μικρή πληθυσμιακή υπεροχή σε σχέση με το γείτονά της (10 εκατομμύρια έναντι 9), αν και η έκτασή της είναι λίγο περισσότερο από το μισό της Δομινικανής Δημοκρατίας. Η Αϊτή λοιπόν, ακόμα και σήμερα, είναι δύο φορές πιο πυκνοκατοικημένη από τη Δομινικανή Δημοκρατία.

Ο συνδυασμός του υπερπληθυσμού και των μικρότερων βροχοπτώσεων ήταν η βασική αιτία για την αποψίλωση δασών και την υποβάθμιση της γονιμότητας των εδαφών στην Αϊτή. Εξάλλου οι αμέτρητες νηοπομπές που μετέφεραν σκλάβους στην Αϊτή, επέστρεφαν στην Ευρώπη φορτωμένα με αϊτινή ξυλεία, με αποτέλεσμα τα δάση της Αϊτής στα χαμηλά και μεσαία υψόμετρα να έχουν εν πολλοίς ξυλευτεί εντελώς έως τα μέσα του 19ου αιώνα.

Μακροπρόθεσμη επένδυση

Ένας δεύτερος παράγοντας είναι πως η Δομινικανή Δημοκρατία, με τον ισπανόφωνο, ευρωπαϊκής ως επί το πλείστον καταγωγής, πληθυσμό της, ήταν ταυτόχρονα πιο συμβατή και ελκυστική στους Ευρωπαίους μετανάστες και επενδυτές, σε σχέση με την Αϊτή και τον ομιλούντα την κρεολική πληθυσμό, που αποτελείται συντριπτικά από μαύρους πρώην σκλάβους.

Ως εκ τούτου η εξ Ευρώπης μετανάστευση ήταν αμελητέα στην Αϊτή, όπου μάλιστα απαγορεύτηκε και συνταγματικά μετά το 1804, ενώ στον 'Αγιο Δομίνικο τελικά έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Χρήση γης

Οι νέοι αυτοί μετανάστες στο Δομίνικο περιλάμβαναν πολλούς επιχειρηματίες και καταρτισμένους επαγγελματίες της μεσαίας τάξης, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη της χώρας. Μάλιστα ο λαός της Δομινικανής Δημοκρατίας επέλεξε να ξαναγίνει ισπανική αποικία από το 1812 έως το 1821 και ο πρόεδρός της ζήτησε να μετατραπεί η χώρα του σε ισπανικό προτεκτοράτο από το 1861 ως το 1865.

Μία άλλη κοινωνική διαφορά ήταν πως λόγω της δουλοκτητικής ιστορίας της χώρας τους και της απελευθερωτικής τους επανάστασης, οι περισσότεροι Αϊτινοί κατείχαν τη γη τους και ήταν διατροφικά αυτάρκεις, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να μην δύναται να παρέμβει προκειμένου να αναπτυχθούν άλλες καλλιέργειες, που θα ήταν προσανατολισμένες στις εξαγωγές και τη συναλλαγή με τα κράτη της Ευρώπης. Η Δομινικανή Δημοκρατία αντιθέτως, ανάπτυξε εξαγωγική οικονομία και ανοίχτηκε στο διεθνές εμπόριο.

Αποψίλωση δασών

Όσο για την ελίτ της Αϊτής, αυτή ήταν πλήρως ταυτισμένη με τη Γαλλία, παρά με τον τόπο όπου διαβίωνε: δεν επιδίωξε τη διεύρυνση της γαιοκτησίας της ή την της ανάπτυξη αγροτικής οικονομίας, αλλά κυρίως την εξαγωγή του πλούτου που απομυζούσε από την εργασία των εργατών γης. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, η αποψίλωση των δασών και η φτώχεια άρχισαν να γίνονται πολύ πιο ορατά στην Αϊτή σε σχέση με τη Δομινικανή Δημοκρατία.

Ενεργειακός πλούτος

Η Δομινικανή Δημοκρατία αντιθέτως διατήρησε εν πολλοίς το δασικό της πλούτο και άρχισε να επιδιώκει την εκβιομηχάνισή της, σύμφωνα με τα σχέδια που εκπονήθηκαν αρχικά επί Ραφαέλ και Έκτορα Τρουχίλο (Trujillo) και αργότερα βάλθηκαν να υλοποιήσουν ο πρόεδρος Μπαλαγουέρ (Balaguer) και οι διάδοχοί του. Έτσι π.χ. δημιουργήθηκαν μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα. Ο Μπαλαγουέρ εκπόνησε ένα ευρύ σχέδιο ώστε να μην γλιτώσει το δασικό πλούτο της χώρας από την μετατροπή του σε πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας, προκρίνοντας την εισαγωγή μεθανίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Στην Αϊτή όμως η φτώχεια εξανάγκασε τον πληθυσμό να παραμείνει ενεργειακά δέσμιος του καυσόξυλου, που το εύρισκε στα δάση της χώρας, πράγμα που επέτεινε την καταστροφή των υπολειμμάτων του δασικού πλούτου της χώρας.

*Ο Jared Diamond είναι καθηγητής γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος 'Αντζελες. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του «Κατάρρευση: πώς οι κοινωνίες επιλέγουν να ευημερήσουν ή να αυτοκαταστραφούν».

G700.blogspot

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η Φιλία και ο Έλεος

Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.
Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις. Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία.
Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.
Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει…
Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους. Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.
Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτυπία – και τις κοινοτυπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]
Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά· έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).
Δεν πρέπει να ξεχάσουμε, ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτό τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.
Υποθέστε τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός, που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε.
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο. Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός, ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.
Είναι αλήθεια, ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή, και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις. Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά, αλλά στο συναίσθημα και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί! Πρόταση απολύτως απορριπτέα.
Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα, αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει. Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει.
Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική, που λέει, ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο, που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής, και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει, ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου, και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.
Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.
Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά. Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.
Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.
Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές. Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν, ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει, να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο. Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.

Κορνήλιος Καστοριάδης
antikleidi.com

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το Άλεφ

Στο κάτω μέρος της σκάλας, προς τα δεξιά, είδα μια μικρή, ιριδίζουσα σφαίρα, που ακτινοβολούσε σχεδόν ανυπόφορα. Στην αρχή, νόμισα ότι περιστρεφόταν, αργότερα κατάλαβα ότι η κίνηση αυτή ήταν μια οφθαλμαπάτη, η οποία οφειλόταν στις ιλλιγιώδεις παραστάσεις που ενέκλειε η σφαίρα. Η διάμετρος του Άλεφ θα πρέπει να ήταν δύο ή τρία εκατοστά, αλλά μέσα του ήταν ο σύμπας ο κοσμικός χώρος, χωρίς την παραμικρή σμίκρυνση.
Κάθε πράγμα (ας πούμε, το γυαλί του καθρέφτη) ήταν άπειρα πράγματα, γιατί το έβλεπα πεντακάθαρα απ' όλα τα σημεία του σύμπαντος. Είδα την πολυπληθή θάλασσα, είδα την αυγή και το δειλινό, είδα την κοσμοπλημμύρα της Αμερικής, είδα έναν ασημένιο ιστό αράχνης στο κέντρο μιας μαύρης πυραμίδας, είδα έναν κόκκινο λαβύρινθο (ήταν το Λονδίνο), είδα μάτια κοντινά, ατέλειωτα, που με κοίταζαν εξονυχιστικά "ως εν κατόπτρω", είδα όλα τα κάτοπτρα του πλανήτη και δεν καθρεφτιζόμουν σε κανένα, είδα σε μια αυλή της οδού Σολέρ τα ίδια πλακάκια που είχα δει πριν τριάντα χρόνια στο χολ ενός σπιτιού στο Φράι Μπέντος, είδα τσαμπιά και χιόνι και καπνό, είδα φλέβες μεταλλείων και υδρατμούς, είδα ανάκυρτες ερήμους του Ισημερινού και κάθε κόκκο από την άμμο τους, είδα στο Ίνβερνες μια γυναίκα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είδα την ατίθαση κόμη, είδα το αγέρωχο κορμί, είδα έναν καρκίνο στο στήθος, είδα ένα κύκλο ξεραμένο χώμα σ'ένα πεζοδρόμιο, εκεί οπού ήταν κάποτε ένα δέντρο, είδα μια έπαυλη στο Αδρογκέ, ένα αντίτυπο της πρώτης αγγλικής μετάφρασης του Πλίνιου, εκείνης δηλαδή του Φίλιμον Χόλαντμ, είδα με μιας το κάθε γράμμα τής κάθε σελίδας (όταν ήμουν μικρός, απορούσα που τα γράμματα ενός κλειστού βιβλίου δε χάνονταν τη νύχτα και δεν ανακατεύονταν μεταξύ τους), είδα ταυτόχρονα τη νύχτα και την μέρα, είδα ένα ηλιοβασίλεμα στο Κερέταρο που έμοιαζε ν΄αντανακλά το χρώμα ενός ρόδου στην Βεγγάλη, είδα την κρεβατοκάμαρα μου άδεια, είδα σ'ένα εργαστήριο του Άλκμααρ μια υδρόγειο ανάμεσα σε δυο καθρέφτες που την πολλαπλασίαζαν επ'άπειρον, είδα άλογα που ανέμιζαν οι χαίτες τους, σε μια όχθη της Κασπίας, ξημερώνοντας, είδα τον λεπτό σκελετό ενός χεριού, είδα τους επιζώντες μιας μάχης να στέλνουν καρτ-ποστάλ, είδα σε μια βιτρίνα του Μιρζαπούρ μια ισπανική τράπουλα, είδα κάτι φτέρες να ρίχνουν την λοξή τους σκιά στο πάτωμα ενός θερμοκηπίου, είδα τίγρεις, έμβολα, βίσονες, πλημμύρες και στρατιές, είδα όλα τα μυρμήγκια που υπάρχουν στην γη, είδα έναν περσικό αστρολάβο, είδα σ' ένα συρτάρι του γραφείου (τρέμω και που το γράφω) κάτι επιστολές χυδαίες, απίστευτα λεπτομερείς, που είχε στείλει η Μπεατρίς στον Κάρλος Αρχεντίνο, είδα ένα λατρεμένο μνημείο στο Τσακαρίτα, είδα το αποκρουστικό λείψανο αυτού που τόσο ηδονικά υπήρξε κάποτε η Μπεατρίς Βιτέρμπο, είδα την κυκλοφορία του σκοτεινού μου αίματος, είδα το πλέγμα του έρωτα και τη μεταμόρφωση του θανάτου, είδα το Άλεφ απ'όλα τα πρίσματα, είδα την Γη μέσα στο Άλεφ και, ξανά μέσα στην Γη το Άλεφ, και μέσα στο Άλεφ τη Γη, είδα το πρόσωπο μου και τα σωθικά μου, είδα το πρόσωπο σου και ζαλίστηκα και έκλαψα, γιατί τα μάτια μου είχαν δει αυτό το μυστικό και επαγωγικό πράγμα που οι άνθρωποι έχουν καπηλευθεί, τ'όνομα του, μα που κανένας από αυτούς δεν το 'χει δει ποτέ: το ασύλληπτο σύμπαν.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες - απόσπασμα από "Το Άλεφ"