Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Το πείραμα του Ρόζενχαν

Συνέβη στην Αμερική... Το 1972...
Ο εμπνευστής του, ο Ντέιβιντ Ρόζενχαν, δίδασκε σε ένα μικρό πανεπιστήμιο «ηρωικό αλτρουισμό»!
Κάπως αυθόρμητα αποφάσισε να κάνει ένα αντιδεοντολογικό πείραμα (και σίγουρα όχι και τόσο επιστημονικό) για να ελέγξει κατά πόσο το ψυχιατρικό διαγνωστικό σύστημα μπορούσε πράγματι να διακρίνει τους σώφρωνες από τους παράφρονες.
Τηλεφώνησε σε οκτώ φίλους του και τους ρώτησε αν θα ήθελαν να προσποιηθούν τους παράφρονες για ένα μήνα.
Εκείνοι δέχτηκαν με χαρά (δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν;).
Έτσι άρχισε η εκπαίδευση (αν και οι μισοί από αυτούς ήταν ψυχολόγοι και ψυχίατροι, οπότε γνώριζαν τα συμπτώματα). Ένα βασικό κομμάτι της εκπαίδευσης ήταν να μάθουν να κρύβουν τα χάπια κάτω από τη γλώσσα τους και να τα φτύνουν μετά.
Πέντε μέρες πριν παρουσιαστούν σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία σταμάτησαν να πλένουν τα δόντια τους, να ξυρίζονται (άντρες και γυναίκες) και να κάνουν μπάνιο.
Έπειτα φόρεσαν παλιά και λίγο βρώμικα ρούχα και σκορπίστηκαν σε όλη την Αμερική.
Παρουσιάστηκαν στα επείγοντα ψυχιατρικών περιστατικών και δήλωσαν μόνο: «Ακούω μια φωνή να λέει γκντουπ».
Ο Ρόζενχαν είχε επίτηδες διαλέξει αυτή τη λέξη, γιατί δεν υπήρχε καμιά αναφορά μέχρι τότε σε ακουστικές ψευδαισθήσεις που να παραπέμπουν σε κόμικ. Πέρα από αυτή την φράση δεν προσποιούνταν κανένα άλλο σύμπτωμα.
Σε κάθε ερώτηση απαντούσαν με ειλικρίνεια (πέρα από το όνομα και το επάγγελμα τους).
Και ο ίδιος ο Ρόζενχαν παρουσιάστηκε στα επείγοντα παραπονούμενος για εκείνο το καρτουνίστικο «γκντουπ».
Όλοι οι «ασθενείς» εξετάστηκαν βιαστικά και διαγνώστηκαν με «παρανοειδή σχιζοφρένεια» (εκτός από έναν που έπασχε από «μανιοκαταθλιπτική ψύχωση»).
Σε όλους έγινε εισαγωγή.
Μόλις εκείνοι βρεθήκαν στο ψυχιατρείο, ανέφεραν στους γιατρούς ότι η φωνή είχε σταματήσει και αισθάνονταν πλέον μια χαρά.
Όμως οι γιατροί δεν τους πίστευαν...
Ο μέσος όρος παραμονής τους στο ψυχιατρείο ήταν 19 ημέρες –παρότι εκείνοι από την πρώτη μέρα διαβεβαίωναν ότι δεν άκουγαν πλέον τη φωνή.
Η πιο μακρόχρονη παραμονή ήταν 52 μέρες. (52 μέρες έγκλειστος σε ψυχιατρείο δεν είναι η καλύτερη εμπειρία που μπορείς να έχεις στη ζωή σου).
Οι ψυχίατροι μάλιστα είχαν αξιολογήσει κάποια χαρακτηριστικά από τη ζωή των «ασθενών» έτσι ώστε να ταιριάζουν με τη διάγνωση τους.
Έγραφαν για κάποιον: «Άντρας, λευκός, ετών 39 [...] με μακρύ ιστορικό αξιοσημείωτης αμφιθυμίας [...] απουσία συναισθηματικής σταθερότητας...» κα.
Κάτι πολύ παράξενο είναι ότι ενώ οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό αντιμετώπιζαν τους «ασθενείς» ως ασθενείς (βάναυσα πολλές φορές), οι υπόλοιποι ασθενείς, οι αληθινοί ασθενείς του ψυχιατρείου αντιλαμβάνονταν ότι οι 9 δεν ήταν «τρελοί»!
Για παράδειγμα κάποιος νεαρός ασθενής πλησίασε το Ρόζενχαν και του είπε: «Εσύ δεν είσαι τρελός. Ή δημοσιογράφος είσαι ή καθηγητής...»
Όσο καιρό ήταν έγκλειστος ο Ρόζενχαν συμπεριφερόταν απολύτως φυσιολογικά και κρατούσε διαρκώς σημειώσεις. Αυτό οι γιατροί το χαρακτήρισαν «συμπεριφορά γραφής», και το θεώρησαν μέρος της παρανοειδούς σχιζοφρένειας του.
Όταν τελικά τον άφησαν να φύγει δημοσίευσε τα πορίσματα του στο περιοδικό Science, με τίτλο: «On being sane in insane places.»
Σάλος ξέσπασε στην Αμερική. Οι ψυχίατροι έσπευσαν να υπερασπιστούν την επιστήμη τους.
Από κάποιο νοσοκομείο έριξαν το γάντι στο Ρόζενχαν. Τον προκάλεσαν να τους στείλει όσους ψευδοασθενείς ήθελε -με ό,τι ψευδοσυμπτώματα προτιμούσε- και εκείνοι θα τους αποκάλυπταν.
Εκείνος δέχτηκε. Θα τους έστελνε τους επόμενους τρεις μήνες ένα μυστικό αριθμό ψευδοασθενών και οι ψυχίατροι θα έπρεπε να καταλάβουν ποιοι ήταν ψυχικά υγιείς.
Μετά τους τρεις μήνες το προσωπικό του νοσοκομείου ανακοίνωσε –με βεβαιότητα- ότι είχε εντοπίσει 41 από τους ψευδοασθενείς του Ρόζενχαν...
Όμως ο Ρόζενχαν δεν είχε στείλει κανέναν!
Η ψυχιατρική δεν ήταν απλώς γυμνή... Ήταν ξεβράκωτη.
Οι διαγνώσεις μέχρι τότε γίνονταν με το DSM, το «Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Νοητικών Διαταραχών». Μέχρι το πείραμα του Ρόζενχαν χρησιμοποιούσαν τη δεύτερη έκδοση του, το DSM II, του 1968.
Μετά το πείραμα μια επιτροπή ψυχιάτρων πρόσθεσε διακόσιες σελίδες και δημιούργησαν το DSM III. Όλες οι αμφισημίες και οι ασάφειες εξοβελίστηκαν. Η διαγνωστική μέθοδος εξυγιάνθηκε. Η ψυχιατρική είχε ανανήψει...
Το 2004, η Lauren Slater, η συγγραφέας του βιβλίου «Το κουτί της ψυχής», απ’ όπου προέρχονται όλες αυτές οι πληροφορίες, αποφάσισε να ξανακάνει το πείραμα του Ρόζενχαν, μόνη της.
Σταμάτησε να πλένεται, να κάνει αποτρίχωση, φόρεσε παλιά ρούχα και παρουσιάστηκε σε ένα ψυχιατρείο λέγοντας ακριβώς την ίδια φράση: «Ακούω μια φωνή να μου λέει γκντουπ».
Το αποτέλεσμα ήταν κάπως διαφορετικό από την προηγούμενη φορά.
Ο ψυχίατρος την εξέτασε για δέκα λεπτά, χωρίς να της κάνει καμιά ερώτηση για το μορφωτικό της επίπεδο ή την ποιότητα της ζωής της, τη διέγνωσε ως ελαφρώς ψυχωτική και της συνταγογράφησε Risperdal (ένα αντιψυχωτικό) με συνοδεία αντικαταθλιπτικών.
Τις επόμενες οκτώ μέρες η Λόρεν πήγε σε οκτώ διαφορετικά νοσοκομεία. Η αντιμετώπιση ήταν η ίδια: Κανείς δεν της έκανε εισαγωγή, αλλά της έγραψαν –συνολικά- 25 αντιψυχωτικά και 60 αντικαταθλιπτικά. Η εξέταση ήταν πάντα το ίδιο επιπόλαια. Αλλά, όπως λέει χαρακτηριστικά η συγγραφέας: «Όλοι φρόντιζαν να πάρουν το σφυγμό μου».
Το πείραμα του Ρόζενχαν δεν έδειξε ότι η ψυχιατρική είναι λανθασμένη, αλλά ότι οι ψυχίατροι κάνουν διαγνώσεις «επιδημιολογικά».
Αν κάθε μέρα εξετάζεις είκοσι ανθρώπους που πάσχουν από μανιοκατάθλιψη είναι φυσιολογικό να διαγνώσεις ως μανιοκαταθλιπτικό και κάποιον ο οποίος είναι απλώς κυκλοθυμικός.
Επιπλέον οι κοινωνικές συνθήκες υπαγορεύουν τις διαγνώσεις στους ψυχιάτρους.
Πριν είκοσι και τριάντα χρόνια τα παιδιά που δεν μπορούσαν να «κάτσουν ήσυχα για ένα λεπτό» ή αρνούνταν να κάνουν τα μαθήματα τους, ήταν μόνο άτακτα παιδιά ή «διαόλου κάλτσα».
Τώρα πάσχουν από ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα.
Στην Αμερική ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των παιδιών αρχίζουν τα ψυχοφάρμακα λίγο μετά το μητρικό γάλα. Στην Ελλάδα, για την ώρα, τα πηγαίνουν στον ψυχολόγο (ο οποίος δεν επιτρέπεται να συνταγογραφεί φάρμακα). Όμως είναι και εδώ «προβληματικά παιδιά».
Τα αντικαταθλιπτικά είναι πιο συνηθισμένα πλέον από τον καφέ και το τσιγάρο (τα τελευταία είναι ανθυγιεινά).
Οι γέροι που έπιναν μια νταμιτζάνα κρασί στην καθισιά τους ήταν κάποτε «γερά ποτήρια». Τώρα αν πίνεις πάνω από τρία ποτήρια τη βδομάδα θεωρείσαι «λανθάνων αλκοολικός».
Οι μητέρες που φωνάζουν στα παιδιά τους χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, τα ζευγάρια που τσακώνονται οικογενειακό σύμβουλο και οι μακροχρόνια άνεργοι χρειάζονται (όχι δουλειά), αλλά κάτι που θα τους κάνει να χαμογελάνε καθώς θα περνάνε τη θηλιά στο λαιμό τους.
Μάλλον ο Άλντους Χάξλεϊ, στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο του, είχε προβλέψει σωστά: Για όποιον αισθανόταν άσχημα υπήρχε το «σόμα», το γαλάζιο χάπι, το οποίο χορηγούσε δωρεάν η κυβέρνηση, και έκανε τους πάντες ευτυχισμένους.
Τα αντικαταθλιπτικά είναι το «σόμα» της εποχής μας.

antikleidi.com 

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Sivert Høyem



Πεσσόα

Δεν είμαι τίποτα.                            
Ποτέ δεν θα' μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να' μαι τίποτα.
Πέρα απ' αυτό, έχω μέσα μου  όλα τα όνειρα του κόσμου.

Λένε;                              
Ξεχνούν.
Δεν λένε;
Έλεγαν.
Πράττουν;
Mοιραίο.
Δεν πράττουν;
Oμοίως.
Γιατί να ελπίζεις;
Tα πάντα είναι όνειρο.

Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι κι αυτό που ξέχασα.Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.
Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι.
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.
Γι’ αυτό, είναι καλύτερα ν’ ακούς μόνο το θρόισμα της απαλής, βέβαιης αύρας που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

αποσπάσματα από έργα του Φερνάντο Πεσσόα

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Μεγάλα τζάκια

Ο Άνταμ Σμιθ, ο πρόγονος όλων των οικονομολόγων κάθε θεωρητικής απόκλισης κι ένας από τους πιο σημαντικούς δασκάλους του Μαρξ, λέει στο περιλάλητο σύγγραμμά του Ο πλούτος των εθνών (1779), όπου προσπαθεί να εξηγήσει το μηχανισμό συσσώρευσης του πλούτου: Λίγοι θα είχαν ενδοιασμούς για το λαθρεμπόριο, αν μπορούσαν να βρουν έναν εύκολο και ασφαλή τρόπο να το κάνουν. Είναι ο πρώτος που τολμά να πει πως η προσήλωση στη νομιμότητα δεν βοηθάει τη συσσώρευση του κεφαλαίου και πως η αυθαιρεσία, η αίρεση και η εξαίρεση αποτελούν προϋποθέσεις για την αύξηση του πλούτου των ατόμων, συνεπώς και των εθνών στα οποία ανήκουν τα άτομα.
Οι απόψεις του Σμιθ ήταν βόμβα στα θεμέλια των «παραδοσιακών αξιών» που κληρονομήθηκαν από το Μεσαίωνα και μια ριζική ανατροπή του μωσαϊκού νόμου, που είναι περισσότερο γνωστός σαν «δέκα εντολές». Το «ου κλέψεις», «ου φονεύσεις», «ου μοιχεύσεις», «ου ψευδομαρτυρήσεις», κι όλα τα άλλα «ου» χάνουν το νόημά τους στην καθημερινή οικονομική πρακτική. Σεβόμαστε τις δέκα εντολές μόνο όταν δεν μας βλάπτουν οικονομικά και επανερχόμαστε σ' αυτές μόνο όταν παραιτηθούμε από την προσπάθειά μας να πλουτίσουμε.
Φυσικά, έχουμε πάντα την ευχέρεια να σεβόμαστε όσες από τις εντολές μας βολεύουν και να απορρίπτουμε όσες δεν μας βολεύουν. Έτσι, μπορούμε να είμαστε υπέρ του «ου μοιχεύσεις» όταν αισθανόμαστε ικανοποιημένοι από την ερωτική συμπεριφορά της συζύγου μας, αλλά μπορούμε να καταστρατηγήσουμε αυτή την εντολή αν η οικονομική μας προκοπή εξαρτάται, ας πούμε, από τα ερωτικά καπρίτσια της κόρης του αφεντικού, που «λιώνει» για μας.
Όσο για το «ου ψευδομαρτυρήσεις», άστα να παν στο διάβολο. Η ψευδής μαρτυρία είναι κοινός τόπος στα δικαστήρια. Και η «συμπαθής τάξη» των εργαζομένων που λέγονται ψευδομάρτυρες, το μόνο που κάνουν για να διαφυλάξουν μέρος μόνο της παραπάνω άκρως παραγωγικής εντολής είναι να μην προχωρούν στη συγκρότηση επαγγελματικού σωματείου επαγγελματιών ψευδομαρτύρων. Το «ου φονεύσεις» προκαλεί βδελυγμία σε όλους. Εκτός από τις περιπτώσεις που φονεύουμε μαζικά και μεθοδικά για «τη δόξα της πατρίδας». Όσο για εκείνο το αστείο «ου κλέψεις», αυτό δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν κλέφτη να κάνει τη δουλειά του.
Οι λαθρέμποροι λοιπόν έπαιξαν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας, κατά τον Άνταμ Σμιθ. Όταν σε ζορίζουν με τους υψηλούς δασμούς και σε εμποδίζουν να πλουτίσεις είναι φυσικό να αποθαρρύνεσαι αν είσαι καλός και ευσυνείδητος έμπορος και από έμπορος να γίνεσαι λαθρέμπορος, δηλαδή σωστός έμπορος. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να έχετε ενοχές όταν εισαγάγατε κάτι λαθραίο για προσωπική σας χρήση. Άλλωστε, η ιδιοχρησία του λαθραίου δεν είναι λαθρεμπόριο. Το λαθρεμπόριο έχει νόημα μόνο όταν εισάγεις εμπορεύματα ατελώνιστα για να τα πουλήσει; κι όχι για να τα χρησιμοποιήσεις ο ίδιος.
Ωστόσο, θα σε αντιμετωπίσουν σαν λαθρέμπορο και σ' αυτή την περίπτωση, παρότι δεν έχεις την πρόθεση να εμπορευτείς αυτό που εισήγαγες λαθραία. Εμπόριο και ταυτόχρονα λαθρεμπόριο όπλων κάνει κάθε σοβαρό κράτος. Γιατί λοιπόν, οι υπήκοοι να μην πράξουν ομοίως με εμπορεύματα ειρηνικά;
Τη σημασία της παρανομίας για την οικονομική προκοπή την επισημαίνει ο Άνταμ Σμιθ- και μην τολμήσει κανείς να με κατηγορήσει για παρότρυνση εις τέλεσιν παρανόμων πράξεων γιατί θα τον παραπέμψω στο δημιουργό της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας. Βέβαια, ηθικά κατοχυρωμένη δεν είναι αυτή η παρανομία. Αλλά, το είπαμε, η ηθική είναι γι' αυτούς που επέλεξαν είτε την «έντιμον πενίαν» είτε την από βλακεία πενία. Κι αν το παιδί σας αριστεύει στη σχολική έκθεση που γράφουν οι μαθητές την παγκόσμια ημέρα αποταμιεύσεως ... αποκληρώστε το έγκαιρα. Γιατί, ενώ δεν θα γίνει ποτέ σοβαρός καπιταλιστής διά του κουμπαρά, θα β0ηθήσει άλλους καπιταλιστές να γίνουν καλύτεροι καπιταλιστές με τα δάνεια που θα πάρουν από την τράπεζα όπου εμείς αδειάζουμε τους φτωχοκουμπαράδες μας.
Η αποταμίευση έχει σοβαρό νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από μια καταπάτηση και των δέκα εντολών. Αλλά αυτό μην το πείτε στο παιδί σας. Θα το γράψει στην έκθεση και θα το μηδενίσουν. Κανείς δεν θέλει να γίνεται λόγος για ανεντιμότητα όταν γίνεται λόγος για οικονομικές συναλλαγές. Μάλιστα, όσο πιο έντονα απορρίπτεις φραστικά την ανεντιμότητα, τόσο πιο εύκολα κάνεις την ανέντιμη δουλειά σου.
Βέβαια, ο Σμιθ τελικά δεν αποκάλυψε τον πραγματικό μηχανισμό της δημιουργίας του πλούτου' αυτό θα το κάνει αργότερα ο Μαρξ, που μίλησε για τη διπλή ηθική του πλούσιου. Που είναι ανέντιμος κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και έντιμος κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Η Κυριακή είναι αφιερωμένη στον Θεό.
Η παρανομία έπαιξε μείζονα ρόλο στην ανάπτυξη των σύγχρονων θεσμών, λέει ο Σμιθ. Κι αν σήμερα οργιζόμαστε με τους απατεώνες είναι γιατί αυτοί οι θεσμοί είναι ήδη διαμορφωμένοι, πράγμα που μας εμποδίζει να καταλάβουμε πώς διαμορφώθηκαν».

Βασίλης Ραφαηλίδης