Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Επιπλέοντας

Πώς να έμοιαζαν στ'αλήθεια τα πρόσωπα πριν τους καθρέφτες;
Του ταβανιού τ'αμέτρητα αστέρια κοιτάζω ώρες.
Φλύαρη ζωή, σε αγαπώ φορώντας ωτοασπίδες.
Κοιτάζω ψηλά' αντί για ουρανός, τέντα του τσίρκου.

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Σκέψεις

Η ανθρώπινη φύση ορίζεται με την εγκατάλειψη. Να (μη) νίωθεις αυτό το χάσιμο το χάσιμο του εαυτού σου...

Τελικά τα μεγαλύτερα ταξίδια είναι αυτά που γίνονται με το στόμα, στα όρια της γλώσσας. Κι όχι αυτά, τα ασχημάτιστα, του μυαλού.

Από τη στιγμή που η πραγματικότητα περάσει στη γλώσσα (έκφραση) αποκαλύπτει μονάχα τη φενάκη της. Αυτό είναι που κάπως μας εξιλεώνει και μας δικαιολογεί.

Το κύριο συστατικό των λόγων μας είναι η αντίφαση.

Δεν ξέρω πως τα κατάφερε ο πολιτισμός κι από την παλαιά εικόνα του ονείρου πέρασε σ'αυτή του φαντάσματος.

Το χαρακηριστικό μιας αρρώστιας είναι η τάση για μετάδοση.

Στην ζωή υπάρχουν δύο κάστες ατόμων, αυτοί που ζουν με αναμνήσεις κι αυτοί που δεν ζουν καθόλου.

Τα Μαύρα Τετράδια

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Το φιλί

Το φιλί είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου. Στον κατάλογο των μεγαλύτερων εφευρέσεων είναι ψηλότερα από το Θερμός και το τροχόσπιτο Αιρστριμ. Ψηλότερα ακόμη και από το ρουμ-σέρβις, ίσως επειδή ο κύριος λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε το ρουμ-σέρβις ήταν για να μπορούν οι πελάτες των ξενοδοχείων να μένουν στα κρεβάτια τους και να φιλιούνται χωρίς να πεινούν.
Ο καθρέφτης είναι υπέροχη εφεύρεση κι αυτός, αλλά η δημιουργία του δεν χρειάστηκε τεράστια φαντασία, αφού αποτελεί απλώς προέκταση της επιφάνειας μια λίμνης, σε φορητή και βελτιωμένη μορφή. Το φιλί, από την άλλη μεριά, δεν μιμήθηκε τη φύση αλλά την αναδόμησε. Το φιλί διαμόρφωσε το πρόσωπο δίνοντάς του ένα εντελώς νέο σχήμα, το σχήμα των σουφρωμένων χειλιών, και μετά, σαν αποστάτης επιστήμονας που μπολιάζει αχινούς πάνω σε ώριμα ροζ ροδάκινα, βρήκε έναν τρόπο να ενώσει τα σουφρωμένα χείλια, να τα συγχωνεύσει και να τα βάλει σε κίνηση, ώστε η τριβή του ζευγαριού σουφρωμένων χειλιών πάνω στο άλλο να παράγει θερμότητα, υγρασία και μια φωτοβόλα νευρομυική τριβή. Τόμας  Έντισον, σβήσε τη σκοτεινή σου λάμπα και αποσύρσου ντροπιασμένος!
Η παράδοση μας πληροφορεί ότι το φιλί όπως το γνωρίζουμε επινοήθηκε από τους ιππότες του μεσαίωνα για έναν πρακτικό σκοπό: για να εξακριβώνουν αν οι γυναίκες τους είχαν βάλει χέρι στο βαρέλι με το υδρομέλι όσο εκείνοι έλειπαν στις Σταυροφορίες . Αν η ιστορία για μια φορά είναι ακριβής, το φιλί άρχισε σαν ένας κατασκοπικός ασπασμός ή σαν μια στοματική διερεύνηση, ένα είδος αλκοολικής ζώνης αγνότητας για το αλκοόλ, αφού το έγκλημα είχε ήδη διαπραχθεί. Η φόρμα όμως δεν είναι πάντα πιστή στη λειτουργία , και σιγά-σιγά το φιλί για το φιλί διαδόθηκε στις βασιλικές αυλές και ξαπλώθηκε (καθοδική μετάδοση) σε εμπόρους, χωρικούς και δουλοπάροικους. Και γιατί όχι; Το φιλί υπερβαίνοντας τα σύνορα των κοινωνικών και οικονομικών τάξεων, τελείως δημοκρατικό στη μυστηριώδη ικανότητά του να προκαλεί χειμαρρώδεις νυγμούς άμεσης σωματικής και συναισθηματικής απόλαυσης, αποδείχτηκε εγγενώς , αν και παραλόγως, γλυκό. Ήταν λες και τα όποια ίχνη αταβιστικής γλυκύτητας απομένουν ακόμη στον πολιτισμένο δυτικό άνθρωπο διοχετεύτηκαν στο φιλί και μόνο στο φιλί.
Το φιλί είναι το υπέρτατο επίτευγμα του δυτικού κόσμου. Οι ανατολίτες ακόμη και εκείνοι που φρόντιζαν τη Βορειοαμερικάνική ήπειρο πριν φτάσουν οι τεχνικές εταιρείες από την Ευρώπη το 16ο αιώνα , έτριβαν τις μύτες τους, και εκατομμύρια εξακολουθούν να το κάνουν. Όμως παρά το χρυσό αμάλθειο κέρας των χιλιετιών τους – αυτοί μας έδωσαν τη γιόγκα και το μπαρούτι, τον Βούδα και το σπαγγέτι - , όλοι, παρά τα πλήθη τους , άγιοι και σοφοί, δεν παρήγαγαν ποτέ ένα φιλί. (εντάξει, η Ριγκ Βέδα, ένα ινδουιστικό κείμενο 4χιλ ετών, περιλαμβάνει αναφορές στο φιλί, αλλά ποιος ξέρει επακριβώς τη φύση της δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η σανσκριτική λέξη. Οι σύγχρονοι ασιάτες φυσικά , έχουν ασπαστεί το φιλί όπως έχουν ασπαστεί και το πιρούνι, αν και μέχρι τώρα δεν το έχουν βελτιώσει ακόμη, όωπς κάνουν συνήθως με τα ξένα στοιχεία που υιοθετούν.)
Το φιλί είναι το άνθος του πολιτισμένου κόσμου. Οι επονομαζόμενοι πρωτόγονοι άγριοι , πυγμαίοι και κανίβαλοι δείχνουν τρυφερότητα ο ένας στον άλλο με πολλούς απτικούς τρόπους, αλλά η χειλική επαφή δεν ήταν ποτέ το στιλ τους. Οι Αφρικανοί της τροπικής ζώνης άγγιζαν τα χείλη τους είπατε? Πολύ σωστά , πολλοί το έκαναν, όπως άλλωστε έκαναν και οι ιθαγενείς σε άλλα μέρη του κόσμου. Όμως τα χείλια τους μπορεί να ερχόταν σε επαφή, αλλά ελάχιστα. Και ας το παραδεχτούμε, το πεταχτό φιλί δεν είναι παρά ένας τετράγωνος τροχός, στείρο και ελαφρά δυσοίωνο. Με τι άλλο πρόδωσε ο Ιούδας τον Μεγάλο αν όχι μ ένα πεταχτό φιλί, ξερό, χωρίς σάλιο και γλώσσα;
Το φιλί είναι η δόξα του ανθρώπινου είδους. Όλα τα ζώα συνουσιάζονται, αλλά μόνο οι άνθρωποι ασπάζονται. Οι παπαγάλοι τρίβουν τα ράμφη τους; Και βέβαια αλλά μόνο κάτι γριούλες που δολοφονούν τα παιδιά με βελόνες του πλεξίματος για να κλέψουν το χαρτζιλίκι τους και να αγοράσουν φρέσκα νεφρά για να ταΐσουν παχύσαρκες γάτες θα έβαζαν το τρίψιμο του ράμφους στο ίδιο επίπεδο με το αληθινό φιλί. Υπάρχουν ζωολόγοι που υποστηρίζουν ότι οι πίθηκοι ανταλλάσσουν στοματική στοργή, αλλά αποδώ που είμαστε, τα άτσαλα φιλιά των χιμπατζήδων φαίνονται μάλλον συμπτωματικά: στην καλύτερη περίπτωση κατά πάσα πιθανότητα θέλουν απλώς να ελέγξουν αν οι συντροφοί τους έχουν βουτήξει τις μπανάνες. Όχι , το αυθαίρετο ρυγχοτρίψιμο ζώου με ζώο μπορεί να δίνει στους αφηγητές των ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση μια ευκαιρία για να βολιδοσκοπήσουν νέα βάθη ανθρωπομορφικής χαριτωμενάδας αλλά στο ραντάρ της Αφροδίτης δεν προκαλεί ούτε ένα μπιπ.
Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι το να μιλάμε στα οικιακά μας ζώα είναι μια κοινωνικά αποδεκτή δικαιολογία για να μιλάμε στον εαυτό μας. Αυτό μπορεί να ρίχνει ένα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό φως σε όσους φιλούν τα οικιακά τους ζώα, αλλά αυτό δεν πρέπει να τους σταματήσει. Φιλήστε το μπουλντόγκ σας αν έχετε τη διάθεση. Σκάστε φιλιά στην αδερφής σας, το θείο σας , τον παππού σας και όλα τα μωρά στο οπτικό σας πεδίο. Κανένα φιλί δεν πηγαίνει χαμένο, ούτε καν το φιλί που δίνουμε σε ένα λαχείο για τύχη. Φιλάτε δέντρα . Το αγαπημένα σας βιβλία. Μπάλες του μπόουλινγκ. Οι γέροι Εβραίοι μερικές φορές φιλούν το ψωμί τους πριν το φάνε, και αυτά είναι καλά φιλιά επίσης. Ηχούν μέσα στο όζον.
Τα καλύτερα φιλιά, όμως είναι τα φιλιά ανάμεσα σε ερωτευμένους, επειδή είναι σημαντικά, είναι επικίνδυνα , είναι μετασχηματιστικά, είναι τα φιλιά που καλούν τις νύμφες και τους σάτυρους πίσω στη ζωή, τα πολυδιαστρωματωμένα φιλιά στα οποία βουτάμε σαν να είναι η βατραχολίμνη του παραμυθιού ή η ζοφερή γονιδιοδεξαμενή της προέλευσης μας.
Μια τελευταία σκέψη: φυλαχτείτε από τον άντρα που βλέπει το φιλί σαν καθήκον , μια παραχώρηση προς το «ασθενέστερο» φύλο, ένα ενοχλητικό αλλά απαραίτητο συστατικό του προκαταρκτικού ερωτικού παιχνιδιού. Αυτός ο άντρας έχει πεοπλάκα στις αρτηρίες του και θα καταρρεύσει κάτω από το βάρος μιας βαθύτερης επαφής. Ξαποστείλτε τον στο κοντινότερο γήπεδο του γκολφ ενώ όσοι από μας είμαστε πιο εξελιγμένοι γιορτάζουμε τις μοναδικές χαρές του φιλιού:
Καμιά άλλη σάρκα σαν τη σάρκα των χειλιών! Κανένα άλλο κρέας σαν το κρέας του στόματος! Το μουσικό κλικ δοντιού πάνω σε δόντι! Η υπέρχοη περιέργεια των γλωσσών!

Τομ Ρόμπινς - Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα 

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Κρίση μέσης ηλικίας;

Σύμφωνα με την στατιστική, λιγότεροι από 10% των ενηλίκων διέρχονται την λεγόμενη "κρίση της μέσης ηλικίας." Από την άλλη, η κρίση αυτή δεν φαίνεται να έχει καν συγκεκριμένα "συμπτώματα", μιας και εκδηλώνεται, αν μπορεί έστω καταχρηστικά να χρησιμοποιηθεί ο όρος, με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά άτομα. Τρίτον, απουσιάζει διαπιστωμένα σαν "σύμπτωμα" από πολλές κουλτούρες στον κόσμο και δείχνει να ενδημεί στις δυτικές χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.
Κι όμως, ο όρος παραμένει ευρύτατα διαδεδομένος στην περιρρέουσα κουλτούρα του ύστερου καπιταλισμού, έχοντας γίνει κοινωνιολογικό κλισέ εφάμιλλο με το περίφημο "χάσμα των γενεών". Η ευρεία κυκλοφορία του βέβαια δεν έχει να κάνει με την διαγνωστική του αξία, που είναι μηδαμινή από επιστημονική σκοπιά. Έχει να κάνει με την ιδεολογική του λειτουργικότητα. Τι είναι η "κρίση της μέσης ηλικίας" παρά ένα άλλο όνομα για την ανομολόγητη υποψία του υποκειμένου του ύστερου καπιταλισμού ότι η ζωή που εξασφάλισε για τον εαυτό του δεν είναι αυτή που επιθυμεί; Αυτό που κωδικοποιείται από τη φράση δεν είναι άλλο από την κρίση νοήματος που διακατέχει την συλλογική ύπαρξη εν μέσω εγκλωβισμού στο υποτιθέμενο "τέλος της ιστορίας", η ελαφρώς σκοτεινή διάσταση της νεοφελιλεύθερης Ουτοπίας.
Από την άλλη, η φράση οριοθετεί ταυτόχρονα και την μοναδική κοινωνικά αποδεκτή (και συχνά, αρκούντως καταναλωτική) μορφή απόδρασης από όλα όσα η πολιτική οικονομία συνεχίζει σε ένα επίπεδο να απαιτεί με όλο και μικρότερα πρακτικά ανταλλάγματα: την έλλογη οργάνωση του χρόνου, την εκλογίκευση των σχέσεων, την αυτοπειθαρχία, την εσωτερίκευση του κοινωνικού υπερεγώ, κλπ. Η "κρίση της μέσης ηλικίας" απορροφά στη σφαίρα της ατομικής "ψυχολογίας" ό,τι απέμεινε από την διάθεση για αντίσταση στην πραγματικότητα κάτω από τις παραμορφωτικές συνθήκες του τέλους των επαναστάσεων από το 60 και μετά. Όχι τυχαία, ως "ασθένεια" είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη γήρανση της γενιάς που έζησε αυτό το τέλος, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο αντίδρασης στην έκλειψη της δυνατότητας του συμβάντος (βλ. Badiou) από υστερικές στροφές σε φετιχιστικά χόμπι, θρησκευτικές και παραθρησκευτικές αναζητήσεις, σεξουαλικές ψευδο-παραβατικότητες, και ψυχαναγκαστικές μετακινήσεις σε προάστια, τουριστικά θέρετρα, ή εξοχές.
Στην επική αστική συνείδηση του χθες ότι μια ζωή δεν είναι αρκετή--"είσαι όμορφη, μείνε λίγο ακόμα" κατά τον Φάουστ του Γκαίτε--ο σημερινός αστικός μηδενισμός αντιπαραβάλλει μια ζωή που αυτοτεμαχίζεται με ψευδο-βιολογικές και ψευδο-ψυχικές κρίσεις, επειδή διαισθάνεται, μέσα στην αφόρητη ανία της, ότι είναι ήδη υπερβολικά μεγάλη. Η μόνη απάντηση στην ιδεολογική απάτη της "κρίσης της μέσης ηλικίας" είναι η σθεναρή διεκδίκηση της διαρκούς κρίσης, μιας συνεχώς μετατοπίσιμης, μεταλλάξιμης και μεταστάσιμης ανισορροπίας που απορρυθμίζει τα γρανάζια της κοινωνικής μηχανής.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ιδεολογία νεοελλήνων

Θα έχουμε καταλάβει πολλά για την κυρίαρχη ιδεολογία στην Ελλάδα όταν θα έχουμε αντιληφθεί ότι είναι ταυτόχρονα απαξιωτική για τη λαϊκή αντίληψη και για τη διανοητική ζωή, ότι είναι όσο αντι-λαϊκή είναι και αντι-διανοουμενίστικη. Η ελληνική αστική τάξη είναι μια τάξη που μορφώθηκε εργαλειακά, όσο ήταν αρκετό για να αρπάξει μια θέση στον κρατικό μηχανισμό ή να χρησιμοποιήσει τις προσβάσεις της σ' αυτόν. Ως εκ τούτου, στο ιδεολογικό επίπεδο, χρειάστηκε να μεγιστοποιήσει φαντασιακά τις διαφορές της από τον "λαό" με κάθε τρόπο (από τα μουσικά γούστα ως το είδος εστιατορίων που προτιμά), ενώ ταυτόχρονα αισθάνθηκε αναγκασμένη να ξορκίσει τον μπαμπούλα ενός στοχασμού που θα αναδείκνυε την ποταπότητα της παιδείας της και το απόλυτα τετριμμένο των φιλοδοξιών της. Όχι τυχαία, οι φορείς του αντιλαϊκισμού (νοουμένου ως απαξίωση της πολιτικής ικανότητας της λαϊκής μάζας) είναι επίσης οι σφοδρότεροι φορείς του αντι-διανοουμενισμού, πολλώ δε μάλλον όταν εμπλέκεται μια διανόηση που δεν απαξιώνει την πολιτική και στοχαστική δυνατότητα των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Σεξουαλικότητα και μοναξιά

Σε ένα έργο αφιερωμένο στην ηθική αντιμετώπιση της τρέλλας το οποίο εκδόθηκε το 1840, ένας Γάλλος ψυχίατρος, ο Leuret, μιλάει για τον τρόπο με το οποίο αντιμετώπισε και, όπως μπορείτε να φαντασθείτε άλλωστε, θεράπευσε έναν ασθενή του. Ένα πρωινό έβαλε τον Κύριο Α. στο δωμάτιο της ντουζιέρας. Τον ανάγκασε να διηγηθεί λεπτομερώς το ντελίριό του. «Όμως όλα αυτά», είπε ο γιατρός, «δεν είναι παρά μια τρέλλα. Υποσχέσου μου ότι δεν θα πιστέψεις ποτέ ξανά σε αυτά τα πράγματα». Ο ασθενής διστάζει, και μετά από λίγο υπόσχεται. «Αυτό δεν αρκεί» αποκρίνεται ο γιατρός. «Μου έχεις ήδη προσφέρει ανάλογες υποσχέσεις και δεν τις έχεις κρατήσει». Τότε ανοίγει το παγωμένο ντους πάνω από το κεφάλι του ασθενή. «Ναι, ναι! Είμαι τρελλός» φωνάζει ο ασθενής. Το ντους κλείνει. Η ανάκριση ξαναρχίζει. «Ναι αναγνωρίζω πως είμαι τρελλός», επαναλαμβάνει ο ασθενής. «Όμως» προσθέτει «το αναγνωρίζω μόνο και μόνο γιατί με εξαναγκάζεις να το κάνω». Ακόμα ένα ντους. «Εντάξει, εντάξει» λέει ο Κύριος Α., «Το παραδέχομαι. Είμαι τρελλός, κι όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τρέλα».
Το να αναγκάσεις κάποιον που πάσχει από μια νοητική ασθένεια να αναγνωρίσει πως είναι τρελλός αποτελεί μια πανάρχαια μέθοδο της παραδοσιακής θεραπευτικής. Σε έργα του 17ου και 18ου αιώνα, βρίσκουμε πολλά παραδείγματα αυτής της, ας την πούμε, «αληθο-θεραπείας». Όμως οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται από τον Leuret είναι όλως διόλου διαφορετικές. Ο Leuret δεν προσπαθεί να πείσει τον ασθενή του πως οι ιδέες του είναι λανθασμένες ή παράλογες. Το τί συμβαίνει στο κεφάλι του Κυρίου Α. είναι παντελώς αδιάφορο για τον Leuret. Ο γιατρός θέλει να αποσπάσει μια επακριβή πράξη, μια ξεκάθαρη επιβεβαίωση: «Είμαι τρελλός». Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το απόσπασμα του Leuret, περίπου πριν 20 χρόνια, ήθελα να αναλύσω τη μορφή και την ιστορία αυτής της περίεργης πρακτικής. Ο Leuret ικανοποιείται όταν και μόνο όταν ο ασθενής του λέει «Είμαι τρελλός» ή «Αυτό ήταν τρέλλα». Ο Leuret υποθέτει πως η τρέλλα εξαφανίζεται ως πραγματικότητα όταν ο ασθενής δηλώσει την αλήθεια και πει πως είναι τρελλός.
Έχουμε λοιπόν το αντίθετο από μια επιτελεστική πράξη ομιλίας (performative speech act). Η κατάφαση καταστρέφει στο ομιλών υποκείμενο την πραγματικότητα που καθιστούσε την ίδια την κατάφαση αληθή. Τι είδους έννοια της αλήθειας του λόγου και της υποκειμενικότητας θεωρείται δεδομένη σε αυτή την περίεργη κι όμως διαδεδομένη πρακτική;  Προκειμένου να δικαιολογήσω την προσοχή που δίνω σε ένα φαινομενικά τόσο εξειδικευμένο θέμα, επιτρέψτε μου να κάνω για λίγο ένα βήμα πίσω. Κατά τα χρόνια που προηγούνται του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και ακόμα περισσότερο κατά τα χρόνια που έπονται αυτού, η φιλοσοφία στην ηπειρωτική Ευρώπη και στη Γαλλία κυριαρχείται από την φιλοσοφία του υποκειμένου. Θέλω να πω πως η φιλοσοφία θεώρησε ως κατ εξοχήν σκοπό της την θεμελίωση όλης της γνώσης και την απόδοση όλης της σημασιοδότησης στο νοήμον υποκείμενο. Η έμφαση που δόθηκε σε αυτό το ζήτημα οφείλεται στην επιρροή του Χουρσέλ, όμως η κεντρικότητα του υποκειμένου συνδέεται εξίσου άρρητα με ένα θεσμικό πλαίσιο, διότι το γαλλικό πανεπιστήμιο, μιας και η φιλοσοφία ξεκίνησε με τον Ντεκάρτ, μπορούσε να προοδεύσει μόνο κατά έναν Καρτεσιανό τρόπο. Πρέπει όμως να πάρουμε υπ’ όψιν μας και την πολιτική παράμετρο. Δεδομένου του παραλογισμού του πολέμων, των σφαγών, και του δεσποτισμού, το ατομικό υποκείμενο έμοιαζε να είναι το μόνο που μπορεί και οφείλει να δώσει νόημα στις υπαρξιακές του επιλογές. Με την χαλάρωση και την αποστασιοποίηση που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου, αυτή η έμφαση στη φιλοσοφία του υποκειμένου έπαψε πια να μοιάζει τόσο αυτονόητη. Τα μέχρι τότε συγκαλυμμένα θεωρητικά παράδοξα δεν μπορούσαν πια να αποφεύγονται. Αυτή η φιλοσοφία της συνείδησης είχε κατά παράδοξο τρόπο αποτύχει να θεμελιώσει μια φιλοσοφία της γνώσης, και ιδιαίτερα της επιστημονικής γνώσης. Ακόμα, αυτή η φιλοσοφία του νοήματος είχε αποτύχει να λάβει υπ όψιν της τους μορφοποιητικούς μηχανισμούς της νοηματοδότησης και τη δομή των συστημάτων νοήματος.
Με την τόσο εύκολη διαύγεια του εκ των υστέρων, επιτρέψτε μου να πω πως υπήρχαν δυο πιθανά μονοπάτια που οδηγούσαν πέρα από τη φιλοσοφία του υποκειμένου. Το πρώτο ήταν η θεωρία της αντικειμενικής γνώσης ως μια ανάλυση των συστημάτων του νοήματος, ως μια σημειολογία. Αυτό ήταν το μονοπάτι του λογικού θετικισμού. Το δεύτερο ήταν μια ιδιαίτερη σχολή γλωσσολογίας, ψυχανάλυσης και ανθρωπολογίας, υπό την ομπρέλα του δομισμού. Εγώ δεν ακολούθησα αυτά τα μονοπάτια. Επιτρέψτε μου να δηλώσω μια και για πάντα πως δεν είμαι δομιστής, και ομολογώ με πικρία πως δεν είμαι ούτε αναλυτικός φιλόσοφος. Κανείς δεν είναι τέλειος. Έχω ωστόσο προσπαθήσει να εξερευνήσω μια άλλη κατεύθυνση. Έχω επιχειρήσει να εξέλθω της φιλοσοφίας του υποκειμένου μέσω μιας γενεαλογίας του σύγχρονου υποκειμένου ως μια ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα, δηλαδή ως κάτι το οποίο μπορεί τελικά να αλλάξει. Αυτό είναι βέβαια πολιτικά σημαντικό. Μπορούμε να ακολουθήσουμε αυτό το σχέδιο με δυο τρόπους. Εξετάζοντας τις σύγχρονες θεωρητικές κατασκευές, με το να ασχοληθούμε με το υποκείμενο γενικά. Κατά αυτόν τον τρόπο έχω προσπαθήσει να αναλύσω τις θεωρίες του υποκειμένου ως ένα ομιλών, ζωντανό και εργαζόμενο πλάσμα κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Μπορούμε όμως να ασχοληθούμε και με μια πιο πρακτική κατανόηση η οποία συναντιέται σε αυτούς τους θεσμούς οπού τα υποκείμενα μετατράπηκαν σε αντικείμενα της γνώσης και της κυριαρχίας: άσυλα, φυλακές κοκ.
Θέλησα να μελετήσω αυτές της μορφές κατανόησης που το υποκείμενο δημιουργεί για τον εαυτό του. Αλλά αφότου ξεκίνησα να ασχολούμαι με αυτού του είδους το πρόβλημα, αναγκάστηκα να αλλάξω γνώμη σχετικά με αρκετά σημεία. Επιτρέψτε μου να εισάγω ένα είδος αυτοκριτικής. Φαίνεται, βάσει κάποιων παρατηρήσεων του Γ. Χάμπερμας, πως μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ τριών κυρίων τύπων τεχνικής: τεχνικές που επιτρέπουν σε κάποιον να παράγει, να μεταποιεί, να χειρίζεται πράγματα, τεχνικές που επιτρέπουν σε κάποιον να χρησιμοποιήσει σημειακά συστήματα, και τέλος τεχνικές που επιτρέπουν σε κάποιον να καθορίζει τη δράση των ατόμων, να επιβάλει συγκεκριμένους σκοπούς ή κίνητρα. Με άλλα λόγια έχουμε τεχνικές παραγωγής, τεχνικές σημασιοδότησης ή επικοινωνίας, και τεχνικές κυριαρχίας (ΣτΜ: domination κι όχι sovereignty). Ωστόσο, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο πως σε όλες τις κοινωνίες υπάρχεί ακόμα ένας τύπος τεχνικής: τεχνικές που επιτρέπουν στα άτομα να επηρεάζουν, με τα δικά τους μέσα, έναν αριθμό λειτουργιών των ίδιων τους των σωμάτων, των ίδιων τους των ψυχών, των ίδιων τους των σκέψεων, τεχνικές που τους επιτρέπουν να μετατρέπουν τους εαυτούς τους, και να επιτυγχάνουν ένα είδος τελειότητας, ευτυχίας, αγνότητας, υπερφυσικής δύναμης. Ας ονομάσουμε αυτές τις τεχνικές «τεχνολογίες του εαυτού».
Αν κάποιος επιθυμεί να αναλύσει την γενεαλογία του υποκειμένου στον δυτικό πολιτισμό, πρέπει να λάβει υπ όψιν του όχι μόνο τις τεχνικές κυριαρχίας, αλλά και τις τεχνικές του εαυτού. Πρέπει να δείξει τη διάδραση μεταξύ αυτών των τύπων τεχνικής. Όταν μελετούσα τα άσυλα, τις φυλακές κοκ, ίσως επέμεινα υπερβολικά στις τεχνικές κυριαρχίας. Αυτό που ονομάζουμε «πειθάρχηση» είναι πραγματικά σημαντικό σε αυτό το είδος θεσμών, αποτελεί ωστόσο μονάχα μια προοπτική της τέχνης της ανθρώπινης διακυβέρνησης (gouvernmentalité) στις κοινωνίες μας. Έχοντας μελετήσει το πεδίο των σχέσεων εξουσίας έχοντας ως σημείο αφετηρίας τις τεχνικές κυριαρχίας, θα ήθελα στα επόμενα χρόνια να μελετήσω τις εξουσιαστικές σχέσεις έχοντας ως αφετηρία της τεχνικές του εαυτού. Σε κάθε πολιτισμό, νομίζω, αυτή η εαυτο-τεχνολογία έχει ως συνέπεια ένα σύνολο υποχρεώσεων-αλήθειας: υποχρεώσεων να ανακαλύπτεις την αλήθεια, να διαφωτίζεσαι από την αλήθεια, να λες την αλήθεια. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις θεωρούνται σημαντικές είτε για τη θέσπιση είτε για την μεταμόρφωση του εαυτού.
Τι ξέρουμε λοιπόν για την αλήθεια ως καθήκον στις Χριστιανικές μας κοινωνίες; Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Χριστιανισμός είναι μια ομολογία. Αυτό σημαίνει πως ο Χριστιανισμός ανήκει σε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος θρησκειών, αυτών που επιβάλουν υποχρεώσεις αλήθειας σε αυτούς που τις ασκούν. Υπάρχει πλήθος τέτοιων υποχρεώσεων στον Χριστιανισμό. Για παράδειγμα, υπάρχει η υποχρέωση να θεωρείς αληθές ένα σύνολο υποθέσεων οι οποίες αποτελούν δόγμα, η υποχρέωση να θεωρείς ορισμένα βιβλία ως μόνιμες πηγές αλήθειας, και η υποχρέωση να αποδέχεσαι τις αποφάσεις ορισμένων αυθεντιών σε ζητήματα αλήθειας. Καθένας μέσα στον Χριστιανισμό έχει το καθήκον να διερευνά το ποιος είναι, το τί συμβαίνει μέσα του, τα σφάλματα που μπορεί να έχει διαπράξει, τους πειρασμούς στους οποίους βρίσκεται εκτεθειμένος. Επιπλέον ο καθένας είναι υποχρεωμένος να λέει αυτά τα πράγματα σε άλλους ανθρώπους, κι έτσι να καθίσταται μάρτυρας ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτά τα δυο σύνολα υποχρέωσης – αυτά που αφορούν την πίστη, το βιβλίο, το δόγμα, κι αυτά που αφορούν τον εαυτό, την ψυχή και την καρδιά – είναι αλληλένδετα. Ένας Χριστιανός έχει ανάγκη το φως της πίστης όταν θέλει να εξερευνήσει τον εαυτό του. Αντίστοιχα, η πρόσβαση στην αλήθεια είναι ασύλληπτη δίχως τον εξαγνισμό της ψυχής του. Ο Βουδιστής οφείλει εξίσου να κατευθυνθεί προς το φως προκειμένου να ανακαλύψει την αλήθεια για τον εαυτό του, όμως η σχέση μεταξύ των δυο υποχρεώσεων είναι πολύ διαφορετική στον Βουδισμό και στον Χριστιανισμό. Στον Βουδισμό είναι ο ίδιος τύπος φώτισης που σε οδηγεί να ανακαλύψεις το τί είσαι και το ποια είναι η αλήθεια. Σε αυτή την ταυτόχρονη φώτιση του εαυτού σου και της αλήθειας ανακαλύπτεις πως ο εαυτός σου δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η Χριστιανική ανακάλυψη του εαυτού δεν αποκαλύπτει τον εαυτό σαν ψευδαίσθηση. Δίνει έδαφος σε έναν σκοπό που δεν μπορεί παρά να παραμένει απροσδιόριστος. Ο σκοπός αυτός έχει δυο αντικείμενα. Πρώτον, να εξαλείψει όλες τις αυταπάτες, τους πειρασμούς και τις σαγήνες που λαμβάνουν χώρα στο νου, και να ανακαλύψει το τί πραγματικά συμβαίνει μέσα μας. Δεύτερον, πρέπει κανείς να ελευθερωθεί από κάθε προσκόλληση σε αυτόν τον εαυτό, όχι επειδή ο εαυτός αυτός είναι μια ψευδαίσθηση αλλά αντιθέτως επειδή είναι υπερβολικά πραγματικός. Όσο περισσότερο ανακαλύπτουμε την αλήθεια για τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο απαρνιόμαστε τον εαυτό μας, κι όσο περισσότερο απαρνιόμαστε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο έχουμε ανάγκη να φέρουμε στο φως την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό μας. Έτσι, στην καρδιά των Χριστιανικών τεχνικών του εαυτού βρίσκεται η σπείρα της διαμόρφωσης της αλήθειας και της απάρνησης της πραγματικότητας.
Πρόσφατα ο καθηγητής Peter Brown μου δήλωσε πως αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι το γιατί η σεξουαλικότητα μετατράπηκε, μέσα στους Χριστιανικούς πολιτισμούς, σε σεισμογράφο της υποκειμενικότητάς μας. Είναι γεγονός, ένα μυστήριο γεγονός, πως από τους πρώτους αιώνες της εποχής μας η σεξουαλικότητα είχε τεράστια σημασία μέσα σε αυτή την απροσδιόριστη σπείρα της αλήθειας και της πραγματικότητας του εαυτού. Και έχει γίνει όλο και πιο σημαντική. Γιατί υπάρχει μια τέτοια θεμελιακή σχέση μεταξύ της σεξουαλικότητας, της υποκειμενικότητας, και της υποχρέωσης για αλήθεια; Σε αυτό το σημείο συνάντησα τη δουλειά του Richard Sennet.
Αφετηρία του σεμιναρίου μας υπήρξε ένα απόσπασμα του Αγίου Francois de Sales. Εδώ διαβάζουμε το κείμενο σε μετάφραση των αρχών του 17ου αιώνα:
Θα σας μιλήσω για την εντιμότητα του ελέφαντα. Ο ελέφαντας δεν αλλάζει ποτέ του ταίρι. Αγαπάει το ταίρι του τρυφερά. Δεν ζευγαρώνει μαζί του παρά κάθε τρία χρόνια. Κι αυτό μοναχά για πέντε ημέρες, και τόσο μυστικά που δεν τον βλέπουμε ποτέ να το διαπράττει. Όμως την έκτη ημέρα, εμφανίζεται ξανά δημοσίως, και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να πάει κατευθείαν σε κάποιο ποτάμι και να πλύνει το σώμα του, μη θέλοντας να επιστρέψει στο κοπάδι του δίχως να έχει εξαγνιστεί. Δεν διδάσκουν αυτές οι καλές και έντιμες ποιότητες του κτήνους τους παντρεμένους να μην παραδίδονται υπερβολικά στις σαρκικές και αισθητικές απολαύσεις; 
Ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει εδώ το μοτίβο της συνετής σεξουαλικής συμπεριφοράς: μονογαμία, πίστη, και αναπαραγωγή ως η κύρια ή ίσως και η μόνη νομιμοποίηση των σεξουαλικών πράξεων, οι οποίες παραμένουν ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες εγγενώς ακάθαρτες. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε νομίζω την τάση να αποδίδουμε αυτό το μοτίβο είτε στον Χριστιανισμό είτε στη σύγχρονη Χριστιανική κοινωνία όπως αυτή αναπτύχθηκε υπό την επήρεια της καπιταλιστικής ή της λεγόμενης αστικής ηθικής. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση όταν ξεκίνησα να μελετώ αυτό το μοτίβο είναι το ότι μπορεί κανείς να το συναντήσει και στην Λατινική, ακόμα και στην Ελληνιστική φιλολογία. Βρίσκουμε τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες λέξεις, και τελικά την ίδια αναφορά στον ελέφαντα. Είναι γεγονός πως η παγανιστική φιλοσοφία στους αιώνες πριν και μετά τον θάνατο του Ιησού πρότεινε μια σεξουαλική ηθική πολύ όμοια με την υποτιθέμενη Χριστιανική ηθική. Κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου μας υπογραμμίστηκε πειστικά πως αυτό το φιλοσοφικό μοτίβο της σεξουαλικής συμπεριφοράς, αυτό το ελεφάντινο μοτίβο, δεν ήταν εκείνη την εποχή το μόνο γνωστό ή εφαρμοσμένο μοτίβο. Ανταγωνιζότανε άλλα. Όμως σύντομα αυτό το μοτίβο θα κυριαρχούσε διότι σχετιζότανε με μια κοινωνική μεταμόρφωση η οποία περιλάμβανε την παρακμή των πόλεων-κρατών, την ανάπτυξη της αυτοκρατορικής γραφειοκρατίας, και την αυξανόμενη επιρροή της επαρχιακής μέσης τάξης.
Κατά αυτή την περίοδο, γινόμαστε μάρτυρες μιας εξέλιξης προς την πυρηνική οικογένεια, προς την συζυγική πίστη, προς την δυσφορία σχετικά με τις σεξουαλικές πράξεις. Η φιλοσοφική εκστρατεία υπέρ του ελεφάντινου μοτίβου αποτέλεσε τόσο αποτέλεσμα, όσο και γρανάζι αυτής της αλλαγής. Εάν αυτές οι σκέψεις είναι σωστές, πρέπει να παραδεχτούμε πως ο Χριστιανισμός δεν εφηύρε αυτόν το κώδικα σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ο Χριστιανισμός τον αποδέχτηκε, τον ενίσχυσε, και του προσέδωσε μια πολύ ευρύτερη και μεγαλύτερη ισχύ. Όμως η λεγόμενη Χριστιανική ηθική δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα κομμάτι παγανιστικής ηθικής το οποίο έχει εισχωρήσει στον Χριστιανισμό. Πρέπει λοιπόν να πούμε πως ο Χριστιανισμός δεν άλλαξε τα πράγματα; Οι πρωτο-Χριστιανοί εισήγαγαν σημαντικές αλλαγές, αν όχι στον ίδιο τον σεξουαλικό κώδικα, τουλάχιστον στις σχέσεις που διατηρεί ο καθένας με την ίδια του τη σεξουαλική δραστηριότητα. Ο Χριστιανισμός πρότεινε ένα νέο τύπο εμπειρίας του εαυτού μας ως σεξουαλικά όντα.
Για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα θα συγκρίνω δυο κείμενα, ένα γραμμένο από τον Αρτεμίδωρο, έναν φιλόσοφο του τρίτου αιώνα, και το άλλο του Αγίου Αυγουστίνου από το πασίγνωστο 14ο βιβλίο της «Πόλης του Θεού». Ο Αρτεμίδωρος έγραψε ένα βιβλίο σχετικά με την ερμηνεία των ονείρων κατά τον τρίτο αιώνα μετά τον θάνατο του Ιησού, ο ίδιος όμως ήταν παγανιστής. Τρία κεφάλαια αυτού του βιβλίου είναι αφιερωμένα στα σεξουαλικά όνειρα, ποίο το νόημα, ή πιο επακριβώς ποια η προγνωστική αξία ενός σεξουαλικού ονείρου; Είναι σημαντικό πως ο Αρτεμίδωρος ερμήνευε τα όνειρα κατά έναν τρόπο αντίθετο με αυτό του Φρόιντ, υπό όρους οικονομικών, κοινωνικών σχέσεων, επιτυχιών και αναποδιών στην πολιτική δραστηριότητα και την καθημερινή ζωή. Αν για παράδειγμα ονειρευτείς πως κάνεις έρωτα με τη μάνα σου, σημαίνει πως θα πετύχεις σαν διοικητής αφού η μητέρα σου αποτελεί προφανώς σύμβολο της πόλης ή της χώρας σου.
Είναι ακόμα σημαντικό ότι η κοινωνική αξία του ονείρου δεν εξαρτάται από τη φύση της σεξουαλικής πράξης αλλά κυρίως στην κοινωνική θέση των παρτενέρ. Για παράδειγμα, για τον Αρτεμίδωρο δεν είναι σημαντικό αν στο όνειρό σου κάνεις έρωτα με αγόρι ή κορίτσι. Το ζήτημα είναι να γνωρίζεις αν ο παρτενέρ σου είναι πλούσιος ή φτωχός, νέος ή γέρος, δούλος ή ελεύθερος, παντρεμένος ή όχι. Βέβαια λαμβάνει υπ όψιν του το ζήτημα της σεξουαλικής πράξης, όμως την βλέπει μονάχα από την οπτική γωνία του αρσενικού. Την μόνη πράξη που γνωρίζει ή αναγνωρίζει ως σεξουαλική είναι η διείσδυση. Για τον Αρτεμίδωρο, η διείσδυση δεν είναι απλά μια σεξουαλική πράξη, αλλά μέρος του κοινωνικού ρόλου του άνδρα στην πόλη. Θα έλεγα πως για τον Αρτεμίδωρο η σεξουαλικότητα είναι ορθολογική, και πως οι σεξουαλικές σχέσεις δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τις κοινωνικές σχέσεις.
Ας στραφούμε τώρα στο κείμενο του Αυγουστίνου, του οποίου το νόημα πρέπει να ερευνήσουμε στην ανάλυσή μας. Στην «Πόλη του Θεού», κι αργότερα στο «Εναντίον του Ιουλιανού», ο Αυγουστίνος δίνει μια μάλλον φρικιαστική περιγραφή της σεξουαλικής πράξης. Αντιμετωπίζει την σεξουαλική πράξη σαν ένα είδος σπασμού. Ολόκληρο το σώμα, λέει ο Αυγουστίνος, τραντάζεται από φρικτούς σπασμούς, και ο άνδρας χάνει εντελώς τον έλεγχο του εαυτού του: «Αυτή η σεξουαλική πράξη καταλαμβάνει τόσο ολοκληρωτικά και παθιασμένα τον άνδρα, τόσο φυσικά όσο και συναισθηματικά, που το αποτέλεσμα είναι η προσφιλέστερη των απολαύσεων σε όλα τα επίπεδα των αισθήσεων, και μέσα στην κρίση του ενθουσιασμού πρακτικά παραλύει κάθε δύναμη της ηθελημένης σκέψης». Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η περιγραφή δεν είναι επινόηση του Αυγουστίνου: απαντιέται και στην ιατρική και παγανιστική φιλολογία του προηγούμενου αιώνα. Επιπλέον, το κείμενο του Αυγουστίνου αποτελεί σχεδόν ακριβή μεταγραφή ενός αποσπάσματος γραμμένου από τον παγανιστή φιλόσοφο Κικέρωνα, στον «Ορτένσιο».
Το εκπληκτικό είναι όχι το ότι ο Αυγουστίνος δίνει μια τέτοια κλασσική περιγραφή της σεξουαλικής πράξης, αλλά το γεγονός ότι έχοντας ήδη δώσει αυτή την φρικιαστική περιγραφή, παραδέχεται στην συνέχεια πως οι σεξουαλικές σχέσεις μπορεί να συνέβαιναν και στον Παράδεισο πριν την Πτώση. Αυτό είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο από τη στιγμή που ο Αυγουστίνος είναι ένας από τους πρώτους Χριστιανικούς Πατέρες που παραδέχονται αυτή την πιθανότητα. Βέβαια, το σεξ στον Παράδεισο δεν μπορεί να είχε την επιληπτική μορφή την οποία δυστυχώς βιώνουμε σήμερα. Πριν την πτώση, το σώμα του Αδάμ, κάθε μέρος του, ήταν πλήρως πειθήνιο στην ψυχή και την θέλησή του. Αν ο Αδάμ ήθελε να κάνει έρωτα στον Παράδεισο θα το έκανε με τον ίδιο τρόπο και με τον ίδιο έλεγχο που, για παράδειγμα, σπέρνει την γη. Δεν ερεθιζόταν παρά τη θέληση του, ακούσια. Κάθε μέρος του σώματός του ήταν σαν τα δάχτυλα του, των οποίων μπορεί κανείς να ελέγξει κάθε κίνησή. Το σεξ ήταν ένα είδος χεριού που έσπερνε με ευγένεια τη γη. Τι συνέβη όμως μετά την Πτώση; Εξεγέρθηκε ενάντια στον Θεό με το προπατορικό αμάρτημα, προσπάθησε να διαφύγει της θέλησης του θεού και να αποκτήσει δική του θέληση, αγνοώντας το γεγονός πως η ύπαρξη της δικής του θέλησης εξαρτιόταν  πλήρως της θέλησης του Θεού. Ως τιμωρία για αυτή την εξέγερση, κι ως συνέπεια αυτής της θέλησης για ανεξάρτητη από τον Θεό θέληση, ο Αδάμ έχασε τον έλεγχο του εαυτού του. Ήθελε να αποκτήσει μια αυτόνομη βούληση, κι έχασε την οντολογική υποστήριξη αυτής. Ως συνέπεια, η βούλησή του μπλέχτηκε άρρητα με ακούσιες κινήσεις, κι αυτή η αποδυνάμωση της θέλησης του Αδάμ είχε καταστροφικές συνέπειες. Το σώμα του και μέρη του σώματός του, με πρώτα-πρώτα τα σεξουαλικά, έπαψαν να υπακούν στις εντολές του κι εξεγέρθηκαν εναντίον του. Η διάσημη χειρονομία του Αδάμ που κρύβει τα γενετικά του όργανα με φύλλο συκής οφείλεται, κατά τον Αυγουστίνο, όχι στο απλό γεγονός πως ο Αδάμ ντρεπόταν για την παρουσία τους, αλλά στο γεγονός ότι τα σεξουαλικά του όργανα κινούνταν από μόνα τους χωρίς την συναίνεσή του. Το εν στύση μόριο αποτελεί εικόνα του άνδρα που εξεγείρεται εναντίον του Θεού. Η αλαζονεία του οργάνου αυτού είναι τιμωρία και συνέπεια της αλαζονείας του ανθρώπου. Το ανεξέλεγκτο όργανό του διατηρεί ακριβώς την ίδια σχέση μαζί του όπως αυτός με τον Θεό: την εξέγερση.
Γιατί έχω επιμείνει τόσο πολύ σε κάτι που μπορεί να μην είναι παρά ακόμα μια εξηγητική φαντασίωση της Χριστιανικής φιλολογίας; Νομίζω πως το κείμενο αυτό μαρτυράει ένα νέο τύπο σχέσης μεταξύ σεξουαλικότητας και υποκειμενικότητας τον οποίο εδραίωσε ο Χριστιανισμός. Η σύλληψη του Αυγουστίνου κυριαρχείται ακόμα από τη θεματική και τη μορφή της ανδρικής σεξουαλικότητας. Όμως το κυρίως ζήτημα δεν είναι, όπως στην περίπτωση του Αρτεμίδωρου, το πρόβλημα της διείσδυσης, μα το πρόβλημα της στύσης. Ως αποτέλεσμα, δεν προβληματοποιεί τις σχέσεις μας με τους άλλους, αλλά τις σχέσεις μας με τον ίδιο μας τον εαυτό, ή για να είμαστε πιο ακριβείς την σχέση μεταξύ της βούλησής μας και των ακούσιων πράξεών μας.
Η αρχή  των αυτόνομων κινήσεων των σεξουαλικών οργάνων ονομάζεται από τον Αυγουστίνο «λίμπιντο». Το πρόβλημα της λίμπιντο, της ισχύος της, του σφρίγους της, της καταγωγής της και των αποτελεσμάτων της μετατρέπεται στο κύριο ζήτημα της θέλησής μας. Δεν αποτελεί εξωγενές εμπόδιο προς αυτήν, αλλά μέρος και εγγενή παράγοντά της. Και δεν αποτελεί εκδήλωση ταπεινών επιθυμιών. Η λίμπιντο είναι αποτέλεσμα της βούλησής μας όταν αυτή ξεπερνάει τα όρια μέσα στα οποία την έχει αρχικά τοποθετήσει ο Θεός. Ως συνέπεια, τα μέσα του πνευματικού αγώνα ενάντια στη λίμπιντο δεν συνίστανται, όπως νόμιζε ο Πλάτωνας, στο να στρέψουμε τα μάτια μας ψηλά και με το να απομνημονεύσουμε την πραγματικότητα που κάποτε γνωρίζαμε και στη συνέχεια ξεχάσαμε. Ο πνευματικός αγώνας είναι αντίθετα μια διαδικασία συνεχούς στροφής του βλέμματος προς τα κάτω ή προς τα μέσα με σκοπό να διακρίνει ποιες ανάμεσα στις κινήσεις της ψυχής προέρχονται από τη λίμπιντο. Η διαδικασία είναι αρχικά απροσδιόριστη, από την στιγμή που η λίμπιντο και η θέληση δεν μπορούν ποτέ να διαχωριστούν ουσιωδώς η μια από την άλλη. Και η διαδικασία αυτή δεν είναι μόνο ένα ζήτημα μαστοριάς, αλλά κι ένα ζήτημα διάγνωσης της αλήθειας και της ψευδαίσθησης. Απαιτεί την διαρκή ερμηνευτική του εαυτού.
Από αυτή την οπτική, η σεξουαλική ηθική έχει ως συνέπεια πολύ αυστηρές υποχρεώσεις αλήθειας. Αυτές περιλαμβάνουν όχι μόνο την μάθηση των κανόνων μιας ηθικής σεξουαλικής συμπεριφοράς αλλά και την συνεχή κριτική του εαυτού μας ως λιμπιντικά όντα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως μετά τον Αυγουστίνο βιώνουμε το σεξ στο κεφάλι; Ας πούμε τουλάχιστον πως, στην ανάλυση του Αυγουστίνου, βιώνουμε μια πραγματική λιμπιντοποίηση του σεξ. Η ηθική του θεολογία αποτελεί, σε έναν ορισμένο βαθμό, μια συστηματικοποιηση πολλών προγενέστερων μηχανεύσεων, αλλά αποτελεί κι ένα σύνολο πνευματικών τεχνικών.
Όταν διαβάζουμε την ασκητική και μοναστική φιλολογία του 4ου και 5ου αιώνα, δεν μπορούμε παρά να εκπλαγούμε από το γεγονός ότι αυτές οι τεχνικές δεν αφορούν άμεσα τον αποτελεσματικό έλεγχο της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Υπάρχει ελάχιστη μνεία σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι ασκητές ζούσαν σε μόνιμες και πολυπληθείς κοινότητες. Οι τεχνικές αφορούσαν κυρίως το ρεύμα σκέψεων που ρέουν στη συνείδηση, αναστατώνοντας με την πολλαπλότητα τους την αναγκαία ενότητα της σκέψης, και οι οποίες μεταδίδουν με μυστικότητα εικόνες ή παροτρύνσεις που προέρχονται από τον Σατανά. Το έργο του μοναχού δεν ήταν το έργο του φιλοσόφου: να αποκτήσει πλήρη αυτοκυριαρχία μέσω της οριστικής νίκης της θέλησης. Ήταν να ελέγχει διαρκώς τις σκέψεις του, να τις εξετάζει προκειμένου να δει αν ήταν καθαρές, αν κάτι επικίνδυνο κρυβόταν μέσα ή από πίσω τους, αν υπονοούσαν κάτι άλλο από αυτό που εμφάνιζαν αρχικά, αν αποτελούσαν μια μορφή ψευδαίσθησης ή σαγήνης. Αυτά τα δεδομένα πρέπει πάντοτε να θεωρούνται με καχυποψία, πρέπει να κρίνονται και να δοκιμάζονται. Κατά τον Κασσιανό, για παράδειγμα, πρέπει κανείς να φέρεται στον εαυτό του σαν να ήταν συναλλάκτης ο οποίος πρέπει να εξετάζει τα νομίσματα τα οποία λαμβάνει. Η πραγματική αγνότητα δεν αποκτιέται όταν κάποιος μπορεί να ξαπλώσει δίπλα σε ένα νέο και όμορφο αγόρι δίχως καν να το αγγίξει, όπως έκανε ο Σωκράτης με τον Αλκιβιάδη. Ένας μοναχός ήταν πραγματικά αγνός όταν καμία ακάθαρτη εικόνα δεν του περνούσε από τον νου, ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακόμα και στα όνειρά του. Το κριτήριο της αγνότητας δεν είναι ο αυτοέλεγχος ακόμα και στην παρουσία των πιο ποθητών ανθρώπων, είναι η ανακάλυψη της αλήθειας στον εαυτό, και η ήττα των ψευδαισθήσεων μέσα σε αυτόν, η αποκοπή των εικόνων και των σκέψεων τις οποίες συνεχώς παράγει ο ίδιος νους. Αυτός είναι ο άξονας του πνευματικού αγώνα ενάντια στο ακάθαρτο. Το κυρίως ζήτημα της σεξουαλικής ηθικής έχει μετατοπιστεί από τις διαπροσωπικές σχέσεις κι από το μοντέλο διείσδυσης στην σχέση με τον εαυτό μας και στο πρόβλημα της στύσης, εννοώ στο σύνολο των εσωτερικών κινήσεων που αναπτύσσονται από την πρώτη και σχεδόν ανεπαίσθητη σκέψη στην τελική αλλά ακόμα μοναχική μόλυνση. Όσο δύσκολο και εν τέλει αντιφατικό κι αν είναι, προκαλείται ένα κοινό αποτέλεσμα: η σεξουαλικότητα, η υποκειμενικότητα και η αλήθεια συνδέονται ισχυρά μεταξύ τους. Αυτό είναι νομίζω το θρησκευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το πρόβλημα του αυνανισμού – το οποίο σχεδόν αγνοήθηκε ή αμελήθηκε από τους έλληνες οι οποίοι θεωρούσαν τον αυνανισμό μια συμπεριφορά των σκλάβων και των σατύρων, αλλά όχι των ελεύθερων πολιτών – εμφανίστηκε ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σεξουαλικής ζωής.
 
Μισέλ Φουκώ

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Περί αλληλεξάρτησης

Γιατί χρειάζεται η πολιτική την αισθητική; Γιατί χωρίς αυτή, ξεχνάει το μοναδικό για χάρη του οικουμενικού. Και το οικουμενικό χωρίς μοναδικότητα είναι μια πολυκατοικία σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Και η αισθητική, γιατί χρειάζεται την πολιτική; Γιατί χωρίς αυτή, δεν μπορεί να αποσπάσει το μοναδικό από την σπάταλη ομορφιά του. Χωρίς πολιτική, η αισθητική είναι ένα πουπουλένιο στρώμα που σου καταστρέφει σιωπηλά την σπονδυλική στήλη.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τοξικό

Όταν για να διανύσεις μια απόσταση πρέπει να περάσεις από σημεία με έντονη τοξικότητα, δεν είναι καλή ιδέα να ξοδεύεις την ενέργειά σου διαμαρτυρόμενος για το γεγονός. Είναι πολύ καλύτερο να έχεις προμηθευτεί προστατευτική μάσκα. 
Αν καθώς περνάς τα σημεία αυτά, αντιληφθείς άλλους να τα διανύουν χωρίς προστασία και χωρίς να δείχνουν σημάδια δυσανεξίας, μην μπεις στον πειρασμό να βγάλεις τον δικό σου προστατευτικό εξοπλισμό για να ελαφρυνθείς: απλώς, τα δικά τους αναπνευστικά συστήματα έχουν προσαρμοστεί στην τοξικότητα. Θα παρουσιάσουν προβλήματα προσαρμογής αργότερα, στον καθαρό αέρα.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Φανατικοί υπάρχουν παντού

"Φανατικοί υπάρχουν παντού. Νομίζω πως το πρόβλημα του 20ου και του 21ου αιώνα είναι το πρόβλημα του φανατισμού. Όχι ο πόλεμος ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, όπως είπε ο Χάντιγκτον. Όχι ο πόλεμος των πολιτισμών, αλλά το πρόβλημα ανάμεσα στους φανατικούς και τους άλλους.
Φανατικοί υπάρχουν παντού. Υπάρχουν φανατικοί στη ριζοσπαστική Αριστερά, υπάρχουν φανατικοί ανάμεσα στους οικολόγους (environalists). Υπάρχουν χορτοφάγοι που είναι έτοιμοι να σε φάνε ζωντανό αν σε δουν να τρως κρέας. Υπάρχουν αντικαπνιστές έτοιμοι να σε κάψουν αν σε δουν να ανάβεις τσιγάρο. Υπάρχουν φίλοι μου πασιφιστές στο κίνημα ειρήνης στο Ισραήλ που είναι έτοιμοι να με πυροβολήσουν επειδή έχω διαφορετική στρατηγική πώς να κάνουμε ειρήνη με τους Παλαιστίνιους. Φανατικοί υπάρχουν παντού. Υπάρχει γονίδιο φανατισμού σχεδόν στον κάθε άνθρωπο και καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως στον καθένας μας κρύβεται ένας μικρός φανατικός.
Και πώς τον κρύβεις; Πώς τον καταστέλλεις;
Με τη βοήθεια του χιούμορ. Πιστεύω πως το χιούμορ είναι αντίδοτο του φανατισμού. Δεν είδα ποτέ φανατικό άνθρωπο με χιούμορ. Και δεν γνώρισα άνθρωπο με χιούμορ που έγινε φανατικός. Διότι χιούμορ είναι η ικανότητα να βλέπουμε τους εαυτούς μας όπως τους βλέπουν οι άλλοι. Χιούμορ είναι η ικανότητα γελάμε με τον εαυτό μας. Χιούμορ είναι η ικανότητα να βλέπουμε τους εαυτούς μας με τρόπο σχετικό και όχι απόλυτο. Λοιπόν, από τη μια το αντίδοτο του φανατισμού είναι το χιούμορ.
Άλλο αντίδοτο είναι η συμπαράσταση και η περιέργεια. Τον φανατικό δεν τον ενδιαφέρει τίποτα. Αυτός ξέρει όλες τις απαντήσεις και δεν θέλει να ακούει ερωτήσεις. Δεν έχει ερωτήσεις, ξέρει όλες τις απαντήσεις. Ο περίεργος που ξέρει πως στον κόσμο υπάρχουν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις δεν μπορεί να είναι φανατικός. Και εδώ τονίζω κάτι. Δεν είπα πως υπάρχουν ερωτήσεις που δεν βρήκαμε ακόμα την απάντησή τους. Είπα πως στον κόσμο υπάρχουν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις. Όποιος ξέρει αυτή την αλήθεια δεν μπορεί να είναι φανατικός."

Από συνέντευξη του Άμος Οζ

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Κόσμος ανάποδα

Ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη.
Στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα.
Τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση.
Η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων.
Οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν.
Στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν.
Σε καμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν.
Οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών.
Οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς.
Οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί.
Οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις.
Η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του.
Ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη.
Κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο.
Ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει.
Το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου.
Κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ.
Κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου.
Κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά.
Η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν.
Η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσυς δεν μπορούν να την εξαγοράσουν.
Η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη.
Μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού.
Στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης.
Η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα.
Η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ».
Θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές.
Οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν  πολύ.
Όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου.
Η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και  γ**ημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.

Εντουάρντο Γκαλεάνο

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Σκετσάκια II

H φυλακή

Το 1984, ο Λουίς Νίνιο επιθεωρούσε τη φυλακή Λουριγκάντσο στη Λίμα για λογαριασμό ενός οργανισμού υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Βούλιαξε μέσα σ΄αυτές τις στοιβαγμένες και λεκιασμένες μοναξιές, όπως όπως, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε κρατούμενους γυμνούς ή ντυμένους με κουρέλια.
Μετά ζήτησε να μιλήσει με τον διευθυντή της φυλακής. Καθώς αυτός απουσίαζε, ήταν ο υπεύθυνος της ιατρικής υπηρεσίας που τον δέχτηκε.
Του εξήγησε λοιπόν ότι είχε δει κρατούμενους να ψυχοραγούν, να ξερνούν αίμα, πολλοί από αυτούς ψηνόταν στον πυρετό και ήταν γεμάτοι πληγές, αλλά δήλωσε έκπληκτος ότι δεν είδε ούτε έναν γιατρό. Κι ο επικεφαλής του εξήγησε:
  • Εμείς, οι γιατροί, δεν επεμβαίνουμε παρά μόνο όταν μας καλούν οι νοσοκόμοι.
  • Και που είναι οι νοσοκόμοι;
  • Δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα στον προϋπολογισμό για να γίνουν προσλήψεις.

Η παγκόσμια αγορά

Δέντρα στο χρώμα της κανέλας με χρυσαφένιους καρπούς.
Χέρια με χρώμα από μαόνι τυλίγουν τους λευκούς σπόρους σε πράσινα φύλλα.
Οι σπόροι αφήνονται στη ζύμωση του ήλιου. Μετά, αφού ανοιχτούν για μια φορά, στον ελεύθερο αέρα, ο ήλιος τους αποξηραίνει και τους δίνει γλυκά ένα χάλκινο χρώμα.
Κι έτσι το κακάο αρχίζει το ταξίδι του στη μπλε θάλασσα.
Για να φτάσει από τα χέρια που το καλλιεργούν στα στόματα που θα το γευτούν, το κακάο περνά από επεξεργασία στα εργοστάσια της Cadbury, της Mars, της Nestle ή της Hershey, και μετά πουλιέται στα σουπερμάρκετ του κόσμου: για κάθε δολάριο που μπαίνει στο ταμείο, τριάμιση σεντς φτάνουν στα χωριά από όπου έρχεται το κακάο.
Ο Ρίτσαρντ Σουίφτ, ένας δημοσιογράφος από το Τορόντο, πήγε στη Γκάνα, σε ένα από αυτά τα χωριά.
Επισκέφτηκε τις κακαοφυτείες.
Όταν κάθισε για να ξεκουραστεί, έβγαλε μπάρες σοκολάτας και πριν ακόμα μπορέσει να δαγκώσει, ένα πλήθος παιδιών γεμάτο περιέργεια τον περιτριγύρισε.
Δεν είχαν ποτέ ξαναδοκιμάσει κάτι τέτοιο. Τους άρεσε πολύ.

Ο ήλιος

Σε κάποιο μέρος της Πενσυλβανίας η Άννα Μέρακ δουλεύει σαν βοηθός ήλιου.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, πάντα είχε αυτή την αρμοδιότητα. Κάθε πρωί η Άννα σηκώνει τα χέρια της και δίνει ένα σπρώξιμο στον ήλιο ώστε να εμφανιστεί στον ουρανό. Και κάθε βράδυ κατεβάζει τα χέρια της ώστε να δύσει στον ορίζοντα.
Ήταν πολύ μικρή από όταν επιλήφθηκε των καθηκόντων της και δεν απέτυχε ποτέ.
Εδώ και μισό αιώνα, η διάγνωση την κατατάσσει στους τρελούς. Από τότε, η Άννα, έχει περάσει από πολλά άσυλα, την έχουν αναλάβει πολλοί ψυχίατροι κι έχει καταπιεί τεράστιες ποσότητες χαπιών.
Ποτέ δεν κατάφεραν να την θεραπεύσουν.
Είναι ακόμα ευτυχισμένη.

Εντουάρντο Γκαλεάνο 

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Σκετσάκια I

Υπό επίθεση ο επιτιθέμενος

Στη Λατινική Αμερική, τα στρατιωτικά καθεστώτα έκαιγαν τα ανατρεπτικά βιβλία. Στις δημοκρατίες του σήμερα καίνε τα βιβλία λογιστικής. Οι στρατιωτικές δικτατορίες εξαφάνιζαν ανθρώπους. Οι οικονομικές δικτατορίες εξαφανίζουν το χρήμα.
Μια μέρα, οι τράπεζες της Αργεντινής αρνήθηκαν στους πελάτες τους την ανάληψη των χρημάτων τους.
Ο Νορμπέρτο Ρόγκλις είχε βάλει στην τράπεζα όλες του τις οικονομίες για να αποφύγει να τις φάνε αρουραίοι ή να τις κλέψουν κλέφτες. Όταν αποκλείστηκε από την τράπεζα, ο δον Νορμπέρτο ήταν πολύ άρρωστος, γιατί τα γηρατειά ως γνωστό δεν έρχονται μόνα τους, και η σύνταξή του δεν έφτανε για να πληρώσει τα φάρμακά του.
Δεν είχε επιλογή: απελπισμένος, μπήκε στο οικονομικό φρούριο και, χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός, πήρε τον δρόμο για το γραφείο του διευθυντή. Στη γροθιά του κρατούσε μια χειροβομβίδα:
  • Επιστρέψτε μου τα χρήματά μου ή θα τιναχτούμε στον αέρα.
Η χειροβομβίδα ήταν πλαστική αλλά έκανε το θαύμα της: η τράπεζα του επέστρεψε τα χρήματα.
Μετά, τον έβαλαν φυλακή. Ο κατήγορος ζήτησε δεκαέξι χρόνια φυλάκισης. Για τον δον Νορμπέρτο, όχι για την τράπεζα.

Παγκόσμια πληροφορία

Μερικούς μήνες μετά την πτώση των δίδυμων πύργων, το Ισραήλ βομβάρδισε τη Τζενίν.
Από το στρατόπεδο των παλαιστινίων προσφύγων δεν έμεινε παρά μια γιγάντια τρύπα γεμάτη με διαμελισμένους νεκρούς κάτω απ’ τα συντρίμμια.
Ο κρατήρας της Τζενίν ήταν τόσο βαθύς όσο αυτός των πύργων της Νέας Υόρκης.
Όμως, εκτός από τους συγγενείς που σκάβαν τα συντρίμμια για να βρουν τους δικούς τους, ποιος τον είδε;

Εργασία

Ο Μοχάμεντ Ασράφ δεν πηγαίνει σχολείο.
Από την ανατολή του ήλιου μέχρι την ανατολή της σελήνης, κόβει, ξεχωρίζει, μοντάρει και ράβει μπάλες ποδοσφαίρου που φεύγουν από το χωριό του Ουμαρκότ στο Πακιστάν και κυλούν προς τα γήπεδα όλου του κόσμου.
Ο Μοχάμεντ είναι έντεκα χρονών. Κάνει αυτή τη δουλειά από όταν ήταν πέντε.
Αν ήξερε να διαβάζει, κι αν ήξερε να διαβάζει αγγλικά, θα καταλάβαινε αυτό που είναι γραμμένο στις ετικέτες που κολλάει πάνω σε κάθε έργο του: Αυτή η μπάλα δεν είναι προϊόν παιδικής εργασίας.

Εντουάρντο Γκαλεάνο

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Επιστολή

Λυών, 17 Μαΐου 1846

Αγαπητέ μου Μεσσιέ Μαρξ,

Συμφωνώ ευχαρίστως να γίνω ένας από τους παραλήπτες της αλληλογραφίας σας, του οποίου οι στόχοι και η οργάνωση μού φαίνονται πολύ χρήσιμες. Ωστόσο δεν μπορώ να υποσχεθώ να γράφω τακτικά ή σε μεγάλη έκταση: οι ποικίλες ασχολίες μου, σε συνδυασμό με μια φυσική αδράνεια, δεν ευνοούν τέτοιες επιστολικές προσπάθειες. Θα πρέπει επίσης να δω αν έχω ορισμένες ικανότητες που προτείνονται από διάφορα αποσπάσματα της επιστολής σας.
Kαταρχήν, αν και οι ιδέες μου για το θέμα της οργάνωσης και υλοποίησης είναι αυτή τη στιγμή περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες, τουλάχιστον όσον αφορά τις αρχές, πιστεύω πως είναι καθήκον μου, όπως είναι καθήκον όλων των σοσιαλιστών, να διατηρούν για κάποιο χρονικό διάστημα ακόμα την κριτική μορφή· εν ολίγοις, δηλώνω δημόσια έναν σχεδόν απόλυτο οικονομικό αντι-δογματισμό.
Ας αναζητήσουμε μαζί, αν θέλετε, τους νόμους της κοινωνίας, τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι νόμοι υλοποιούνται, τη διαδικασία με την οποία θα επιτύχουμε την ανακάλυψή τους· αλλά, για όνομα του Θεού, αφού έχουμε κατεδαφίσει όλους τους a priori δογματισμούς, ας μην ονειρευτούμε με τη σειρά μας να δογματίσουμε τους ανθρώπους· ας μην πέσουμε στην αντίφαση του συμπατριώτη σας Μαρτίνου Λούθηρου, ο οποίος, έχοντας ανατρέψει την Καθολική θεολογία, αμέσως εγκαθίδρυσε, με αφορισμούς και αναθέματα, τα θεμέλια μιας Προτεσταντικής θεολογίας. Τους τελευταίους τρεις αιώνες η Γερμανία ασχολείται κυρίως με την αναίρεση της σκάρτης δουλειάς του Λουθήρου· ας μην αφήσουμε την ανθρωπότητα να καθαρίσει ένα παρόμοιο χάλι ως αποτέλεσμα των προσπαθειών μας. Συγχαίρω με όλη μου την καρδιά τη σκέψη σας να φέρετε όλες τις απόψεις στο φως· ας συνεχίσουμε μια καλή και πιστή πολεμική· ας δώσουμε στον κόσμο ένα παράδειγμα πολυμαθούς και διορατικής ανεκτικότητας, αλλά ας έχουμε υπόψιν μας, απλώς και μόνο επειδή είμαστε επικεφαλής ενός κινήματος, ας μην κάνουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας ηγέτες μιας νέας μισαλλοδοξίας, ας μην τεθούμε απόστολοι μιας νέας θρησκείας, ακόμη και αν είναι η θρησκεία της λογικής, η θρησκεία του λόγου. Ας συγκεντρωθούμε και ας ενθαρρύνουμε όλες τις διαμαρτυρίες, ας στιγματίσουμε κάθε αποκλειστικότητα, κάθε μυστικισμό· ας μην θεωρήσουμε ένα ερώτημα ως εξαντλημμένο, και όταν θα έχουμε χρησιμοποιήσει το τελευταίο μας επιχείρημα, ας ξεκηνίσουμε πάλι, εάν χρειαστεί, με ευγλωττία και ειρωνεία. Με αυτή την κατάσταση, θα μπω ευχαρίστως στην ένωσή σας. Διαφορετικά — όχι!
Έχω επίσης ορισμένες παρατηρήσεις να κάνω για αυτή τη φράση της επιστολής σας: τη στιγμή της δράσης. Ίσως να εξακολουθείτε να διατηρείτε την άποψη πως καμία μεταρρύθμιση δεν είναι προς το παρόν δυνατή δίχως την coup de main, χωρίς αυτό που προηγουμένως αποκαλούνταν επανάσταση και που δεν είναι πραγματικά τίποτε άλλο παρά ένα σοκ. Αυτήν την άποψη, που καταλαβαίνω, που δικαιολογώ, και που πρόθυμα θα συζητούσα, αφού ο ίδιος τη συμμεριζόμουνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πιο πρόσφατες μελέτες μου με έκαναν να την εγκαταλείψω εντελώς. Πιστεύω πως δεν έχουμε ανάγκη από αυτό προκειμένου να επιτύχουμε· και πως ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να προτείνουμε την επαναστατική δράση ως μέσο για την κοινωνική αναμόρφωση, επειδή αυτά τα υποτιθέμενα μέσα θα ήταν απλώς μια επίκληση στη βία, στην αυθαιρεσία, με με λίγα λόγια, μια αντινομία. Εγώ ο ίδιος δίνω στο πρόβλημα τούτη τη λύση: να προκαλέσουμε την επιστροφή στην κοινωνία, μέσω ενός οικονομικού συνδυασμού, του πλούτου που μετατοπίστηκε από την κοινωνία με έναν άλλο οικονομικό συνδυασμό. Με άλλα λόγια, μέσω της Πολιτικής Οικονομίας να στρέψουμε τη θεωρία της Ιδιοκτησίας εναντίον της Ιδιοκτησίας με τέτοιο τρόπο ώστε να γεννήσει αυτό που εσείς οι Γερμανοί σοσιαλιστές αποκαλείτε κοινότητα και που θα περιοριστώ προς το παρόν να αποκαλέσω ελευθερία ή ισότητα. Αλλά πιστεύω πως γνωρίζω τα μέσα για την επίλυση του προβλήματος αυτού με μια μικρή μόνο καθυστέρηση· θα προτιμούσα γι’ αυτό να κάψω την Ιδιοκτησία με χαμηλή φωτιά, από το να της δώσω νέα αναζωπύρωση προκαλώντας μια νύχτα του Αγ. Βαρθολομαίου των ιδιοκτητών …

Ο πολύ αφοσιωμένος σας
Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Οι μύθοι της παράδοσης μας

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά.
Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση. Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που
έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε
τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες»-Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσήςπαρουσίασαν τους νόμους του Θεού.
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Αλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οπιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων.Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην Δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της
επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Ελληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Ομηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.
Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Ολοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Ελληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Αλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.
Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.
Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρυγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε
επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950.
Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιό έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Εξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Αραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Αραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικένα και τον Αβερρόη.  Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Ελληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο. Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.
Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει
κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Ελληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται
βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμισυ σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.
Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή –τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.
Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες. Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδέιας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Ετσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνοορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Αγιο Όρος. Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.
Οπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά-θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Κορνήλιος Καστοριάδης

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Καθαρότητα και Βάρβαροι

Όσοι άνθρωποι και λαοί δεν έχουν παρόν πασχίζουν να εφεύρουν ένα ένδοξο παρελθόν -ή έναν καταχθόνιο εχθρό. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά για να το διαπιστώσετε. Αρκεί να δείτε πως σκέφτεται η πλειονότητα των Γραικών, των Ρωμιών, των Νεοελλήνων.
Η σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι παρά ένα τραγελαφικό μόρφωμα, το οποίο από συστάσεως χορεύει τσιφτετέλι στην Αγορά της Ευρώπης, για να βγάλει πενταροδεκάρες. Αναζητά φιλέλληνες-προστάτες, χρίζει ηγέτες ανθρώπους ανέντιμους και άχρηστους (εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω), φιλάει τις κατουρημένες ποδιές των ιεραρχών και οδηγεί τα παιδιά της στο μαρασμό ή στη μετανάστευση. Αδιαφορεί για τις τέχνες και την επιστήμη και μόλις κάποιος τολμήσει να της θυμίσει ότι λαός χωρίς ζωντανό πολιτισμό είναι εξ ορισμού νεκρός, διαρρηγνύει τα ιμάτια της και κραυγάζει για το μεγαλείο των “αρχαίων ημών προγόνων”. Όσο πιο μίζερος και νανοκέφαλος είναι ένας Νεοέλληνας, τόσο πιο δυνατά θα κραυγάζει ότι στις φλέβες του κυλάει το αίμα του Περικλή και του Πλάτωνα. Και χωρίς καθόλου να ντρέπεται για την τραγική υποστάθμη του ορίζεται ως απευθείας απόγονος κάποιων ανθρώπων που πράγματι έκαναν έναν σκεδαστικό άλμα, οδηγώντας την ανθρωπότητα ολόκληρη ένα βήμα παραπέρα από το μύθο.
Οι αρχαίοι Έλληνες επινόησαν τον Λόγο. Οι άνθρωποι που ζουν αυτή τη στιγμή στον Ελλαδικό χώρο επινόησαν τους προγόνους τους. Αν δούμε, έστω και αποσπασματικά, πόσα φύλα και φυλές, πόσοι λαοί και έθνη και αυτοκρατορίες, πέρασαν από αυτόν τον τόπο, καταλαβαίνουμε ότι εκείνοι που μιλούν για την “καθαρότητα των Ελλήνων”, είναι όχι απλά ηλίθιοι και αδαείς, αλλά παρανοϊκοί.
Κάποτε, λοιπόν, πολύ πριν υπάρξει η λέξη Έλληνας, ζούσαν στο μέρος που ονομάζουμε Ελλάδα, φυλές πολλές, άλλες πολεμοχαρείς κι άλλες εξόχως ειρηνικές και καλλιτεχνικές. Αυτοί ήταν οι Προέλληνες, όπως τους αποκαλούμε για να τους ξεχωρίζουμε από τους Ινδοευρωπαίους που κατέβηκαν από το βορρά σαρώνοντας τα πάντα. Οι πιο γνωστές ανάμεσα τους ήταν οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και οι Κάρες (κάποιοι λένε ότι υπήρχαν ήδη και οι Θράκες). Οι Νεοέλληνες θέλουν τους Πελασγούς αποκλειστικά δικούς τους προγόνους. Όμως το ίδιο θέλουν και οι Σλάβοι, οι Αλβανοί, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, οι Σημίτες, οι Άραβες, ακόμα και οι Βερβερίνοι. Οι Πελασγοί ήταν προϊστορικοί κάτοικοι ολόκληρης της Μεσογείου. Όμως στον Ελλαδικό χώρο παρουσίασαν τη μεγαλύτερη ακμή τους. Ο Μινωικός πολιτισμός και τα παραρτήματα του στο Αιγαίο, ήταν αποφάνσεις της Πελασγικής καλλιτεχνικής φύσης. Ο ιστορικός Θουκυδίδης (πολύ πιο έγκυρος από τον Ηρόδοτο που έμπλεκε το μύθο με την ιστορία), μας λέει ότι η πελασγική γλώσσα δεν είχε καμία σχέση με την ελληνική, όπως και τα έθιμα τους. Στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου επιζούσαν ακόμα παλαιοί Πελασγοί στην ορεινή Ευρυτανία, στη Χαλκιδική, και στη Αρκαδία. Ακόμα και σήμερα σώζονται πολλά πελασγικά τοπωνύμια, διόλου ινδοευρωπαϊκά, όπως Όλυμπος, Λάρισσα, Άργος, καθώς και τα ονόματα των περισσότερων νησιών του Αιγαίου. Πελασγικά τοπωνύμια υπάρχουν και στην αλβανική γλώσσα. (Παρεμπιπτόντως, οι Αλβανοί, για να καλύψουν τα κενά τους, συχνά αυτοαναγορεύονται απόγονοι των Ιλλυριών, ενός άλλου αρχαίου λαού). Το παράξενο είναι ότι δεν υπάρχουν Πελασγικά ίχνη στη βορειότερη Ευρώπη. Οι Πελασγοί ήταν καθαρά μεσογειακός λαός και αυτό ίσως να σημαίνει ότι έχουν σχέση με τους αρχαίους Αιγυπτίους, τους Φοίνικες, τους Σημίτες και τους Λίβυους.
Οι Πελασγοί ήρθαν από την Αφρική; Καθόλου παράδοξη υπόθεση. Άλλωστε είναι βέβαιο ότι η κοιτίδα της ανθρωπότητας ήταν η αφρικανική ήπειρος (και όχι ο Σείριος ή ο Παράδεισος). 
Και μετά ήρθαν οι βάρβαροι… Βάρβαροι δεν ήταν άλλοι από τα τέσσερα φύλα των Ινδοευρωπαίων που κατέβηκαν από τον Βορρά: Ίωνες, Αχαιοί, Αιολείς και (last but most barbarians) οι Δωριείς. Ακόμα δεν γνωρίζουμε επακριβώς από που ξεκίνησαν οι Ινδοευρωπαίοι. Μια γλωσσολογική ένδειξη είναι η λιθουανική γλώσσα, η οποία είναι η παλαιότερη -και πιο πρωτόγονη- ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Μάλλον η εστία του ιαπετικού πολιτισμού ήταν κάπου εκεί ψηλά, η περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η Λιθουανία.
Οι Αχαιοί δεν κουβαλούσαν μαζί τους κανέναν πολιτισμό. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Φθιώτιδα, στην ανατολική Στερεά Ελλάδα (πλην την Αττικής), και κυρίως στην Πελοπόννησο. Από εκεί διεκπεραιώνονται (γύρω στο 1400 π.Χ.) στην Κρήτη, τη Ρόδο και τα Μικρασιάτικα παράλια. Αναμιχτήκαν με τους ιθαγενείς Πελασγούς και υιοθέτησαν τον πολιτισμό τους και τους θεούς τους (οι Ολύμπιοι Θεοί είναι Πελασγική επινόηση). Παρότι βάρβαροι ήταν πολύ ευγενικοί, σε αντίθεση με τους Δωριείς, που ήρθαν μια χιλιετία μετά και τα έκαναν όλα Γης Μαδιάμ. Πριν από αυτούς όμως, πρώτοι ινδοευρωπαίοι, ήταν οι Ίωνες. Αυτοί αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, στην Αττική και την Εύβοια, καθώς και σε όλα τα νησιά του Αιγαίου. Έπειτα πέρασαν στη Μικρά Ασία, όπου διασταυρώθηκαν με άλλους ινδοευρωπαίους, του Χετταίους ή Χιττίτες. Στην Ιωνία ξεκίνησε το θαύμα που αποκαλούμε αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, καθώς και στην Ιωνική Αττική. (Και μια προσωπική μαρτυρία: Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ο υποφαινόμενος βρέθηκε στην Αίγυπτο. Εκεί, οι απλοί άνθρωποι στο δρόμο, δεν με αποκαλούσαν Έλληνα ή Γραικό (Grec), αλλά Γιουνάνι, κατά το Ίωνας.) Οι Αιολείς δεν τα πήγαιναν πολύ καλά με τον υψηλό στοχασμό -σε αντίθεση με τους ναυτικούς Ίωνες. Αλλά ήταν βολικοί. Εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και στη Μικρά Ασία -όπου χωρούσαν. Τότε, γύρω στα 1.100 π.Χ. έγινε η περίφημη “Κάθοδος των Δωριέων”. Ποιος είδε τον βάρβαρο και δεν τον φοβήθηκε; Το πρώτο πράγμα που έκαναν, σαν έφτασαν στην Πελοπόννησο, ήταν να καταστρέψουν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό (που είχαν φτιάξει οι Πελασγοί με τους Αχαιούς). Αφού άρπαξαν ό,τι μπορούσαν ίδρυσαν την πιο γνωστή δωρική πόλη, τη Σπάρτη, η οποία δεν παρήγαγε πολιτισμό, αλλά τουλάχιστον έβγαλε πολεμιστές και νομοθέτες. Ένα άλλο μέρος των Δωριέων κατέβηκε μέχρι την Κρήτη και εγκαταστήθηκε εκεί, αφού κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει από τον Μινωικό πολιτισμό. Αλλά ο κύριος κορμός τους έμεινε στη Μακεδονία, ιδρύοντας το κραταιό δωρικό βασίλειο των Μακεδόνων. Όλοι αυτοί, μαζί με τους Θράκες που παρείχαν το Διονυσιακό στοιχείο, ονομάστηκαν χάρη στα Ομηρικά Έπη, Έλληνες, οι αρχαίοι Έλληνες.
Κι έχουμε πολλούς βαρβάρους να βάλουμε στο σπέρμα μας ακόμα... Και πρώτους τους Γαλάτες.
Οι Γαλάτες ήταν Κέλτες. Ινδοευρωπαίοι και αυτοί που έφτασαν από την Ιρλανδία μέχρι την Άγκυρα.
Πρώτη φορά οι Φωκαείς τους συναντούν στην αποικία της Μασσαλίας, γύρω στα 600 π.Χ. Οι Γαλάτες, παρότι βάρβαροι, εξελληνίζονται πολύ γρήγορα, τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι τους.
Αλλά το 395 π.Χ. γίνεται βασιλιάς των Γαλατών ο τρομερός Βρένος και πέντε χρόνια μετά κατακτά τη Ρώμη. Εκείνος ήταν που είπε το γνωστό “Ουαί τοις ηττημένοις” (vae victis!). Ένας άλλος βασιλιάς των Γαλατών, με το ίδιο όνομα, Βρένος,  και 200.000 στρατό έφτασε μέχρι τους Δελφούς, το 279 π.Χ. Και ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι πόλεμος εκείνους τους καιρούς δεν σήμαινε βομβαρδίζω αφ” υψηλού και μετά φεύγω. Απ” όπου περνούσαν τα στρατεύματα έσπερναν τον τρόμο -και παιδιά. Σίγουρα το 278 π.Χ. Θα γεννήθηκαν πολλά κοκκινομάλλικα παιδιά στην Ελλάδα. Ο Βρένος σκοτώθηκε στους Δελφούς και τα στρατεύματα του, χωρίς αρχηγό πλέον, πέρασαν από τη Θράκη στη Μικρά Ασία. Εκεί, στην περιοχή όπου βρίσκεται η Άγκυρα σήμερα, δημιούργησαν ένα κράτος που ονόμασαν Γαλατία. Και σημειώστε πως η “Προς Γαλάτες Επιστολή” του Παύλου, απευθυνόταν σε αυτούς ακριβώς τους Γαλάτες, και όχι προς το Γαλατικό χωριό του Αστερίξ.
Την ίδια εποχή ήταν σπουδαίοι πολεμιστές και οι Ιλλυριοί, ινδοευρωπαίοι κι αυτοί, των οποίων η βάση ήταν τα παράλια της Αδριατικής. Πρώτοι οι Μακεδόνες γνώρισαν την πολεμική δεινότητα των Ιλλυριών, όταν το 385 π.Χ. Ο βασιλιάς τους, Βαρδύλης, νίκησε τον Μακεδόνα Αμύντα Β” και τον υποχρέωσε να πληρώνει φόρο υποτέλειας. Όταν ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος τους κατατρόπωσαν οι Ιλλυριοί το έριξαν στην πειρατεία και τις επιδρομές, μέχρι που ανακάλυψαν ότι θα κέρδιζαν περισσότερα ως μισθοφόροι των Ρωμαίων. Με το όχημα των Ρωμαίων οι Ιλλυριοί (διόλου Έλληνες), περιδιαβήκαν τον Ελλαδικό χώρο και γεννοβόλησαν όσο άντεχαν τα νεφρά τους. Αλλά κι αυτοί δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τους Γότθους του Αλάριχου (Ούλριχ), τους Βάνδαλους, τους Αλανούς, τους Ούννους του Αττίλα, τους Άβαρους, τους Σλάβους, τους Μογγόλους και τους άλλους επιδρομείς, κατακτητές και αποίκους που μόλυναν το “καθαρό αίμα” των Ελλήνων τα επόμενα χρόνια.

τροφή για σκέψη προς Νεοέλληνες και όχι μόνο... αποσπάσματα από Β. Ραφαηλίδη

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Αλήθεια και πραγματικότητα

Είναι τρομακτικό πράγμα το να σκέφτεσαι σήμερα. Είναι μια απονενοημένη προσπάθεια να περάσεις ανάμεσα από τον συμβιβασμό με την πραγματικότητα που οδηγεί στη συμμαχία με την βλακεία και την αμείωτη ένταση της ιδέας που οδηγεί στην ολίσθηση στην τρέλα.
Φοβάμαι ότι αυτό το γνωρίζουν ήδη όλοι, βαθύτερα από όσο μπορούν να εξηγήσουν.
Φοβάμαι ότι το να μην σκέφτονται είναι ήδη μια βάσιμη επιλογή αυτοπροστασίας αυτών που έχουν δοκιμάσει να σκεφτούν και τρόμαξαν.
Φοβάμαι ότι Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα αλλάζουν πια ρόλους πολλές φορές κάθε μέρα. Και ότι μόνο μια σωτήρια αμνησία τους εμποδίζει να θυμηθούν ότι ήταν πριν λίγο οι ίδιοι ο άλλος τους πόλος. Και ότι μόνο επειδή το ξεχνούν μπορούν να παίξουν τον τωρινό εαυτό τους ως αντίβαρο του άλλου με κάποια ελάχιστη πειστικότητα.
Φοβάμαι πως όταν ο Χέγκελ έλεγε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό είχε εσφαλμένα μπερδέψει το γεγονός ότι υπήρχε ο ίδιος με κάποιον οικουμενικό νόμο. Φοβάμαι ότι στην πραγματικότητα, το ένα πράγμα που υπήρχε ενώ δεν ήταν λογικό να υπάρχει ήταν η ευφυία του ίδιου του Χέγκελ, δηλαδή αυτού που θεωρούσε ότι αυτό που υπάρχει είναι το λογικό.
Φοβάμαι ότι είναι απόλυτα εφικτό να βρίσκεσαι στην αλήθεια αλλά όχι στην πραγματικότητα, ή να βρίσκεσαι στην πραγματικότητα αλλά όχι στην αλήθεια, ή να μην βρίσκεσαι ούτε στην πραγματικότητα ούτε στην αλήθεια, αλλά είναι ανέφικτο να βρίσκεσαι τόσο στην αλήθεια όσο και στην πραγματικότητα.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Φτώχεια και Ήλιος

Πριν από μερικά χρόνια ζήτησαν από τον Πολωνό φιλόσοφο Σίγκμουντ Μπάουμαν να συμπυκνώσει τη σκέψη του σε μια παράγραφο. Κι εκείνος δεν μπόρεσε να βρει καλύτερη απάντηση από την εξής ρήση του Καμύ: «Υπάρχει η ομορφιά και υπάρχουν οι ταπεινωμένοι. Όσες κι αν είναι οι δυσκολίες του εγχειρήματος, δεν θα ήθελα να προδώσω ποτέ ούτε τη μία ούτε τους άλλους». Πολλοί συγγραφείς συνταγών της ανθρώπινης ευτυχίας, πιο ριζοσπάστες και πιο αλαζόνες, θα θεωρούσαν πως αυτή η δήλωση αποτελεί σκανδαλώδη προτροπή για παιχνίδι σε διπλό ταμπλό. Λάθος, απαντά ο Μπάουμαν στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ. Ο Καμύ απέδειξε, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το «να διαλέγεις το στρατόπεδό σου» θυσιάζοντας το ένα καθήκον για να εκπληρώσεις (υποτίθεται) καλύτερα το άλλο καταλήγει στην ακύρωση και των δύο. Ο συγγραφέας του «Ξένου» και της «Πανούκλας» δήλωνε ότι βρίσκεται «ανάμεσα στη φτώχεια και τον ήλιο». Όπως έλεγε, «η φτώχεια μ΄ εμπόδισε να πιστέψω ότι όλα είναι καλά κάτω από τον ήλιο και εντός της ιστορίας. Ο ήλιος μ΄ έμαθε ότι η ιστορία δεν είναι το παν».
Η ανθρώπινη ελευθερία, υπογράμμιζε ο Καμύ, «δεν προσφέρει παρά μια ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι» και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίζουμε έναν κόσμο χωρίς ελευθερία είναι να γίνουμε τόσο απόλυτα ελεύθεροι, ώστε η ίδια η ύπαρξή μας να αποτελεί μια πράξη εξέγερσης. Η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται ανάμεσα στη φιγούρα του Σίσυφου και σ΄ εκείνη του Προμηθέα. Αυτές τις δύο φιγούρες προσπάθησε, επίμονα αλλά μάταια, να συμφιλιώσει ο Καμύ. Ο Προμηθέας, ο ήρωας του «Εξεγερμένου ανθρώπου», επιλέγει να ζήσει μια ζωή για τους άλλους, να εξεγερθεί κατά της δυστυχίας τους, θεωρώντας πως η εξέγερση αυτή αποτελεί τη λύση στον παραλογισμό της ανθρώπινης κατάστασης που οδήγησε τον Σίσυφο στην αυτοκτονία. Σ΄ αυτή τη σύνθεση που επιχειρεί ο Καμύ ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Σίσυφο, η άρνηση γίνεται μια πράξη κατάφασης: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχουμε».

Η κόλαση είναι οι άλλοι

"... Η σχέση αντικειμένου - υποκειμένου είναι βασική αρχή της διαλεκτικής. Εγώ, το υποκείμενο που θέλω, είμαι ένα υποκείμενο στενά συναρτημένο με τα αντικείμενα. Όλοι οι άνθρωποι είναι αντικείμενα για μένα το υποκείμενο, ενώ εγώ το υποκείμενο είμαι αντικείμενο για όλους τους ανθρώπους, που ο καθένας είναι υποκείμενο μόνο για τον εαυτό του. Διαλεκτική ονομάζεται η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Η κόλαση είναι οι Αλλοι, λέει ο Σαρτρ. Και εννοεί πως το κακό, σε μένα το υποκείμενο, έρχεται απ' έξω, από το αντικείμενο. Σπάνια το προσωπικό μου κακό έχει υποκειμενικά αίτια. Αλλά και τα υποκειμενικά αίτια είναι αντικειμενικά καθορισμένα.
Αυτό είναι και το μεγάλο δίδαγμα του φροϋδισμού και κυρίως του φροϋδομαρξισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης. Το υποσυνείδητο είναι η συνέχεια της συνείδησης προς τα κάτω και προς τα μέσα, όμως το περιεχόμενό του δεν αποτελείται από το Εγώ, αλλά από το Εκείνο, όπως ονομάζει ο Φρόυντ όλα όσα δεν μπορώ να ελέγξω εγώ προσωπικά, για να απωθήσω τελικά τους φόβους μου ή τις ανακπλήρωτες επιθυμίες μου στο υποσυνείδητο. Που δεν είναι παρά μια αποθήκη απαγορεύσεων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Το υποσυνείδητο είναι ένα καζάνι που βράζει και κοχλάζει και συχνά εκρήγνυται προκαλώντας καταστροφές, και σε μένα και στους γύρω μου. "Το υποσυνείδητο σκοτώνει, όχι η συνείδηση", θα πει ο Βίλχελμ Ράιχ. Η συνείδηση "γνωρίζει" ότι καταστρέφοντας, καταστρέφεται. Όμως το υποσυνείδητο δεν γνωρίζει τίποτα, ούτε τον εαυτό του, θα πει ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, ένας από τους πολύ γνωστούς εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης.
Οι ντεσπεράδος μεταθέτουν τη λογική του στομαχιού στον παραλογισμό του υποσυνείδητου. Ενώ η ταξική συνείδηση σταματάει στο επίπεδο της συνείδησης την οργή που προκαλεί η έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και δεν της επιτρέπει να γίνει παραλογισμός και κτηνωδία. Αν ο μαρξισμός έπαιρνε στα σοβαρά το φροϋδισμό, τον καιρό που έκαμνε αυτή τη συναρπαστική πρόταση ο Αντρέ Μπρετόν, ο "πάπας" του σουρρεαλισμού, ο μαρξισμός θα είχε ίσως γλυτώσει από περιπλοκές εντελώς σουρρεαλιστικές. Διάολε, εκτός απ' την ταξική συνείδηση, υπάρχει και η συνείδηση σκέτα, το θεμέλιο της ταξικής συνείδησης. Δεν μπορείς να ζητάς ταξική συνείδηση από ασυνείδητους. Και το ασυνείδητο είναι το πρώτο στάδιο του υποσυνείδητου, αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στη συνείδηση και τη συνδέει με το υποσυνείδητο μεταφέροντας στη συνείδηση τις "εντολές" του. Δεν λέω πως πρέπει να κάνουν ψυχανάλυση οι επαναστάτες πριν ξεκινήσουν την επανάσταση, λέω μόνο πως πρέπει να πάρουν σοβαρά το υποσυνείδητο, αν θέλουν να προφυλαχτούν από συμπεριφορές που έχουν σχέση περισσότερο με τη βαρβαρότητα παρά με το σοσιαλισμό. Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, εντάξει, καλά το λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Όμως, όταν η βαρβαρότητα προτείνεται ως σοσιαλισμός, εγώ προσωπικά θα διάλεγα... τη βαρβαρότητα. Το βάρβαρο τον αντιμετωπίζεις, το σοσιαλβάρβαρο όμως δεν τον αντιμετωπίζεις με τίποτα, εσύ ο σοσιαλιστής, ο κατ' ανάγκην σύντροφος του σοσιαλβάρβαρου.
Δυστυχώς, απ' όλες τις αριστερίστικες και ανομολόγητα ψυχολογίστικες πολιτικές συμπεριφορές, συνεπώς κι απ' αυτή του Τσε, εκείνο που κυρίως λείπει είναι η διαλεκτική..."

Β. Ραφαηλίδης