Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Στο όνομα της ζωής

Οι μεγάλοι μάς φαίνονται μεγάλοι μόνο και μόνο επειδή είμαστε πεσμένοι στα γόνατα», έλεγε ο Λουσταλό, ένας δημοσιογράφος που ενώθηκε με τους εξεγερμένους κατά τη Γαλλική Επανάσταση. «Ας σηκωθούμε όρθιοι!»
Τα λόγια εκείνα του Λουσταλό εμπνέουν πάντα τον Ραούλ Βανεγκέμ, έναν από τους «γκουρού» κάποιων άλλων εξεγερμένων, που σηκώθηκαν όρθιοι πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια για να αμφισβητήσουν τις αξίες των μεγάλων, δηλαδή των δασκάλων τους, των πολιτικών τους και, πάνω απ΄ όλα, των πατεράδων τους. «Η προσπάθειά μας να επιβιώσουμε μας έχει μέχρι τώρα εμποδίσει να ζήσουμε», έγραφε στο Εγχειρίδιο Καλής Συμπεριφοράς προς χρήση της Νέας Γενιάς , ένα βιβλίο-φάρο για εκείνη την εποχή. Ο Μάης του ΄68 ήταν μια θεαματική απόρριψη της επιβίωσης στο όνομα της ζωής. Τι συνέβη λοιπόν και απειλείται σήμερα ακόμη κι αυτή η επιβίωση, ως αποτέλεσμα της καταστροφής της βιόσφαιρας και της επέκτασης της φτώχειας;
Στα
70+ χρόνια του, ο άλλοτε θεωρητικός των καταστασιακών είναι πάντα αισιόδοξος και πάντα μαχητικός. Τον ενοχλούν βέβαια η παθητικότητα, η μοιρολατρία, ο φετιχισμός του χρήματος, η αρπακτικότητα, η συγκεντρωτική και ανταγωνιστική εκπαίδευση, η λεηλασία της γης, η έλλειψη δημιουργικότητας από όλους εκείνους που προσπαθούν να καταπολεμήσουν τη βαρβαρότητα με τα όπλα της βαρβαρότητας και όχι με τη δύναμη της ζωής. Αλλά δεν χάνει το ριζοσπαστικό του πνεύμα. «Ποτέ δεν ήμασταν τόσο κοντά στη ζωή και τόσο μακριά από το να τολμήσουμε να την αρπάξουμε», λέει σε συνέντευξή του στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ. «Πιστεύω ακράδαντα, όμως, ότι κάτω από τον σκοταδισμό, τη δουλοπρέπεια, τον νόμο του πιο ισχυρού και του πιο πονηρού, βρίσκεται σε κίνηση μια δύναμη ζωής. Τίποτα δεν θα εμποδίσει τη ριζοσπαστική σκέψη να προοδεύει και να υπονομεύει υπογείως το θέαμα όπου η υπαρξιακή ένδεια αναγορεύεται σε αρετή».
Ωραία λόγια, αλλά πού στηρίζονται; Σε ποια κινήματα, σε ποια πειράματα, σε ποια ρεύματα; Ίσως ο Βανεγκέμ να δίνει απαντήσεις σ΄ ένα δοκίμιό του που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Ανάμεσα στο πένθος του κόσμου και τη χαρά της ζωής. Οι καταστασιακοί και η μετάλλαξη των συμπεριφορών» (εκδ. Verticales-Gallimard). Ίσως να διακρίνει καλύτερα από εμάς αυτήν «τη συμμαχία με τη φύση, όπου η ζωή θα ξαναβρεί τα δικαιώματά της και θα ξεπεράσει την επιβίωση». Να διεκδικήσουμε για λογαριασμό μας τους φυσικούς πόρους- τονίζει- ώστε να απαλλαγούμε από την τυραννία της εργασίας. Ενδιαφέρον: αλλά πώς θα το εξηγήσουμε στη γενιά των 600 ευρώ;
Ας μείνουμε στα γενικότερα, και διαχρονικότερα. «Να στηριχθούμε στην ορμή της ζωής ώστε να την εξευγενίσουμε», αυτός είναι κατά τον Ραούλ Βανεγκέμ ο καλύτερος και πιο ευχάριστος τρόπος να κτίσουμε το πεπρωμένο μας απέναντι στα εμπόδια μιας οικονομίας που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο και τη γη. «Γιατί όποιος προσαρμόζει τη ζωή του στα κριτήρια της επιτυχίας και της αποτυχίας έχει ήδη σταματήσει να ζει».

Η ψευδαίσθηση της σιωπής

Κάπου στη Βόρεια Φινλανδία, λίγο πριν αρχίσει ο Αρκτικός Κύκλος και μερικά χιλιόμετρα από την απαγορευμένη ζώνη που αποτελεί τα σύνορα με τη Ρωσία, υπάρχει ένα δάσος όπου αυτόν τον καιρό επικρατεί μια σουρεαλιστική σιωπή. Τα περισσότερα πουλιά έχουν μεταναστεύσει. Κι όταν δεν έχει αέρα, δεν ακούγεται απολύτως τίποτα.  
Ο Αμερικανός συγγραφέας Βέρλιν Κλίνκενμποργκ βρέθηκε στην περιοχή στα τέλη του περασμένου μήνα. Το πρώτο βράδυ στάθηκε στη μέση μιας γέφυρας, πάνω από ένα ποτάμι που χύνεται στη Ρωσία. Ήταν σούρουπο, ο ουρανός ήταν καθαρός και δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή πνοή αέρα. Έμεινε στη γέφυρα για μισή ώρα και στο τέλος πίστεψε ότι κάτι είχαν τα αυτιά του. Δεν ήταν δυνατόν, δεν ήταν λογικό όλο αυτό το διάστημα να μην ακούει τίποτα. Μήπως είχε κουφαθεί; Τέντωσε τα αυτιά του, έξυσε το έδαφος με το πόδι του, πέταξε μια πέτρα στο νερό και χτύπησε με τη γροθιά του το κιγκλίδωμα της γέφυρας. Η ακοή του ήταν μια χαρά.   
Το ανθρώπινο αυτί δεν είναι προορισμένο να αγωνίζεται για να ακούσει. Κι όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο συγγραφέας, προσπαθούσε να ακούσει τα πράγματα που ακούει στην καθημερινή του ζωή, κι επειδή δεν τα κατάφερνε πίστεψε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τις αισθήσεις του. Τις επόμενες ημέρες, λοιπόν, άλλαξε τακτική. Έμπαινε κι έβγαινε από το δάσος προσπαθώντας να ακούσει όχι πια με τα αυτιά του, αλλά με τα μάτια του. Συνειδητοποίησε ότι τα πήγαινε καλύτερα. Κάθε τόσο συναντούσε κάποιον Φινλανδό και τον ρωτούσε πώς είχε περάσει το καλοκαίρι του. Οι περισσότεροι γκρίνιαζαν ότι έκανε κρύο κι έβρεχε, τα έλατα και τα πεύκα είχαν μουσκέψει. Αλλά το φθινόπωρο ήταν ξηρό, και τη νύχτα έπιανε παγετός. Τα φύλλα έπεφταν πολύ γρήγορα. Τα πρωινά, το ποτάμι καλυπτόταν από ομίχλη, γεγονός που επέτεινε την ψευδαίσθηση της σιωπής.  
Ψευδαίσθηση; Γιατί ψευδαίσθηση; Όπως γράφει ο Κλίνκενμποργκ στους Νιου Γιορκ Τάιμς, το τελευταίο βράδυ επέστρεψε στη γέφυρα. Ο ουρανός ήταν και πάλι καθαρός και το φως του δειλινού αρνιόταν πεισματικά να δώσει τη θέση του στο πραγματικό σκοτάδι. Καθώς στεκόταν πάνω από το ποτάμι, άκουσε τον αδύναμο, αλλά καθαρό ήχο από έναν καταρράκτη, κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά. Ο καταρράκτης ήταν φυσικά εκεί και το πρώτο βράδυ που ο συγγραφέας βρέθηκε στη γέφυρα. Και τότε γιατί δεν τον άκουσε; Προφανώς επειδή ήταν πολύ απασχολημένος με το να μην ακούει τα πράγματα που ήταν συνηθισμένος να ακούει, και κυρίως το μουγκρητό της πόλης ακόμη και στις πιο ήσυχες στιγμές της. Χρειάστηκε μια εβδομάδα για να αδειάσει τα αυτιά του, για να μάθει να μην ακούει τίποτα, και για να διαπιστώσει ότι σ΄ εκείνο το τίποτα υπήρχε παρά ταύτα κάτι για να ακούσει.

Πόσο;

Πόσο αξίζει...η ζωή ενός φοιτητή; Όσο και το δάνειο που έχουν πάρει οι γονείς του για να τον σπουδάσουν. Πριν από 35 χρόνια, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας έπαιρνε 6,6% του δημόσιου προϋπολογισμού και οι φυλακές 3%. Σήμερα, το πανεπιστήμιο παίρνει 2,2% και η βιομηχανία των φυλακών 7,4%. Οσο λιγότεροι νέοι μπορούν να σπουδάσουν τόσο γεμίζουν οι φυλακές. Το αμερικανικό δημόσιο αφαιρεί τα χρήματα που προορίζονταν για τη μόρφωση των πιο ελπιδοφόρων πολιτών του και τα δίνει για να πλουτίσουν οι άνθρωποι που κερδίζουν από τη φυλάκιση των πιο φτωχών. Πόσο αξίζει η ζωή ενός άρρωστου, ενός γέρου; Στη Γουόλ Στριτ, οι τραπεζίτες αγοράζουν μισοτιμής ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής («ομόλογα θανάτου», όπως τα λένε) που ξεπουλάνε άρρωστοι και ηλικιωμένοι λόγω της κρίσης. Οι τραπεζίτες εξακολουθούν να καταβάλλουν το ασφάλιστρο. Και όσο νωρίτερα πεθαίνουν οι ασφαλισμένοι τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους τραπεζίτες. Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού; Όσο και το μερίδιο του χρέους που του πέφτει στο κεφάλι μόλις γεννηθεί. Ο Ηρώδης έσφαξε πολλά μωρά, αλλά κυνηγούσε μόνο ένα. Όμως, αν οι σύγχρονοι μισάνθρωποι επικρατήσουν, τότε μπορούμε να φανταστούμε από τώρα τον πλανήτη μας σαν ένα απέραντο κοιμητήριο με δισεκατομμύρια σταυρούς - έναν για κάθε παιδί που δεν μπόρεσε να γεννηθεί, επειδή οι γονείς του ήταν πάρα πολύ φτωχοί για να το αναστήσουν.
Η αμερικανική...Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας υπολόγισε την αξία της ανθρώπινης ζωής σε 9,1 εκατ. δολάρια. Για την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, αυτή η αξία ανέρχεται σε 7,9 εκατ. δολάρια. Και για το αμερικανικό υπουργείο Μεταφορών σε 6 εκατ. δολάρια. Σε αυτούς τους υπολογισμούς, βέβαια, όπου αυτές οι υπηρεσίες λένε «αξία», στην πραγματικότητα εννοούν «κόστος». Κόστος για το περιβάλλον, κόστος για τα φάρμακα, κόστος για τις συγκοινωνίες. Σαν να έχει γίνει η ύπαρξη του ανθρώπου ένα αφόρητο βάρος για τις κοινωνίες. Παίρνει αξία μονάχα όταν κόβεται σε μερίδες: η αξία ενός πνεύμονα ανέρχεται σε 100.000 δολάρια.
Αν προσθέσουμε σε αυτό μάτια, καρδιά, μυελό οστών, ήπαρ, το ποσό αυξάνεται σημαντικά.
Για μερικά...έντομα, ένα πτώμα μοιάζει με στρωμένο τραπέζι. Καθένα έχει την αγαπημένη του μερίδα. Τουλάχιστον αυτά μας τρώνε μονάχα πεθαμένους. Ομως, μια άλλη έρπουσα πανίδα τρέφεται με τις σάρκες μας από τη στιγμή που θα αντικρύσουμε το πρώτο φως της ζωής, περνώντας μας καθημερινά από τα πριονωτά σαγόνια της. Άραγε θα την ξεφορτωθούμε ποτέ; Ίσως μονάχα αν φωνάξουμε τόσο δυνατά όσο για να ακουστεί πως είμαστε ακόμη ζωντανοί.