Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Περί λογικής αναγκαιότητας ΙΙ

Ο Θεός πέθανε επειδή αντικαταστάθηκε από κάτι άλλο, κάτι που ο ίδιος ο Νίτσε δεν μπορεί να δει καθαρά ή να ονομάσει με το όνομά του.
Από τι αντικαταστάθηκε ο Θεός; Αντικαταστάθηκε από τις συμβασιακές σχέσεις ως αποκρυσταλλώσεις των σχέσεων που απορρέουν από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Οι σχέσεις αυτές είναι πάνω από όλα αυτοματικές: καθορίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις, επιβάλλουν συνέπειες, ενσαρκώνουν μια νέα εξουσία της μοίρας χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή σε μια υποκειμενική μορφή της απόφασης. Μόνο με αυτή την έννοια είναι η "τεχνολογία" το αίτιο του θανάτου του Θεού: μόνο στο βαθμό που "τεχνολογία" σημαίνει "αυτοματισμός", και μόνο στον βαθμό που ο "αυτοματισμός" είναι συνώνυμος με την α-νόητη, απάνθρωπη αλλά και υπεράνθρωπη (Übermensch!) λειτουργικότητα του κόσμου, τη λειτουργικότητα χωρίς προσφυγή --και χωρίς καν τη δυνατότητα προσφυγής-- στην απόφαση, στην ηθική, στη σφαίρα του καλού και του κακού (Πέρα απ' το καλό και το κακό!)
Στον βαθμό που ξεριζώνει και καταστρέφει κάθε μυθικό στοιχείο, κάθε μυθικό μέσο εκλογίκευσης του χαρακτήρα των ανθρώπινων σχέσεων και των σχέσεων ανθρώπου και φύσης, ο καπιταλισμός αναλαμβάνει το ρόλο του ριζοσπαστικού μηδενισμού: ξεγυμνώνει την βία που εκλογίκευε ο διαμεσολάβηση της θεϊκής αρχής, αναδεικνύει όλη την κρυφή κτηνωδία της εκμετάλλευσης κάτω από την επιφάνεια της ιεροποίησης, αποκαλύπτει το τρομακτικό πρόσωπο της λυκανθρωπίας, το βασίλειο του homo hominis lupus κάτω απ' τις σεπτές τελετουργίες και την ψεύτικη σοφία του κόσμου.
Αλλά στο σημείο ακριβώς αυτό, στο σημείο της μέγιστης έκθεσης της απόλυτης αυθαιρεσίας ως μοναδικού υφιστάμενου θεμελίου του κοινωνικού δεσμού, ο καπιταλισμός υψώνει ένα νέο, εκδικητικά μυθικό είδωλο στη θέση του νεκρού Θεού: τη μηχανή, όχι ως παραγωγικό μέσο αλλά ως αρχή λειτουργίας της κοινωνίας. Η ζωή δεν αυτοματοποιείται με τη γελοία έννοια ότι έχουμε μίξερ ή ασανσέρ, αλλά με την έννοια ότι σταματά να υπόκειται στη Θεοδικία, στην απόφανση μιας ανώτερης αρχής που μπορεί να καταστρέφει επειδή μπορεί επίσης να δημιουργεί. Τα παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν, αλλά αυτό αφορά απρόβλεπτες μεταλλάξεις στην μετοχική αξία κάποιων εταιριών τροφίμων στις αγορές· οι άνθρωποι χάνουν το ψωμί τους, αλλά αυτό αφορά τις επιπτώσεις του αποπληθωρισμού· οι ελευθερίες εξαφανίζονται, αλλά αυτό έχει να κάνει με τις πιέσεις του ανταγωνισμού για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Το όνομα του αυτόματου μηχανισμού που διαμεσολαβεί και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις μετά τον θάνατο του Θεού είναι οικονομία. Αλλά αν και παίρνονται συχνά ανθρώπινες αποφάσεις για την οικονομία, για την οικονομική πολιτική, οι αποφάσεις αυτές είναι ολοκληρωτικά ανίσχυρες μπροστά στις βουλές της ίδιας της οικονομίας, γυρίζουν συχνά μπούμεραγκ, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν, κλπ. Υπάρχουν μεν οικονομολόγοι και οικονομικοί αναλυτές όπως υπήρχαν θεολόγοι και ιερείς, αλλά σε τελική ανάλυση είναι κανείς αναγκασμένος να αποδεχτεί ότι οι μηχανισμοί της οικονομίας είναι τόσο πολύπλοκοι, η λειτουργία της καθορίζεται από ένα τέτοιο ασύλληπτο αριθμό παραγόντων, ώστε κανείς να μην μπορεί πραγματικά να τιθασεύσει ή να ελέγξει τον μηχανισμό, ο οποίος είναι αυθεντικά αυτόματος ακριβώς επειδή οι ανθρώπινες παρεμβάσεις δεν τον ελέγχουν πραγματικά, δεν μπορούν να τον στρέψουν στη μία ή την άλλη κατεύθυνση, κλπ.
Ενώ ο σύγχρονός του Φόιερμπαχ ασχολούνταν ακόμη με τη φιλοσοφική αποδόμηση της θρησκείας, ο Μαρξ έγινε αυτό που έγινε εν μέρει γιατί είχε ήδη προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, το στάδιο που ο Νίτσε κατέγραψε με αρκετά χρόνια καθυστέρηση: το στάδιο που, γνωρίζοντας ήδη ότι ο Θεός είναι νεκρός, δεν έβλεπε πλέον ως προτεραιότητα της σκέψης την έκδοση των πιστοποιητικών θανάτου του, αλλά την κριτική αποδόμηση αυτού που τον αντικατέστησε. Το Κεφάλαιο, η Κριτική της πολιτικής οικονομίας, είναι ένα εγχειρίδιο αποδόμησης του Θεού μετά τον θάνατο του Θεού: αυτό που ρίχνει από τον θρόνο είναι αυτό που διαδέχτηκε τον Θεό, δηλαδή η ιδέα του υπεράνθρωπου και ανεξέλεγκτου --και συνάμα αναμφισβήτητου και ρυθμιστικού-- αυτοματισμού της πολιτικής οικονομίας. Ο σοσιαλισμός, κατά βάση, είναι η απάντηση στην προκριμένη απάντηση στον θάνατο του Θεού.
Δεν είναι μια απάντηση αντιδραστική, μια απάντηση που συνίσταται στην νοσταλγία για τον Θεό και στην επιθυμία για την παλινόρθωση του Θεού. Αυτό είναι σαφέστατο στην άγρια χαρά με την οποία το Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιγράφει τον μηδενιστικό θρίαμβο του κεφαλαίου απέναντι στην παλιά κοινωνική ζωή, την ορμή με την οποία διέλυσε κάθε απομεινάρι παραδοσιακά δομημένων κοινωνικών σχέσεων. Αλλά δεν είναι επίσης μια απάντηση μηδενιστική με την καπιταλιστική έννοια. Ο σοσιαλισμός λέει "ναι" στον θάνατο του Θεού, λέει όμως "όχι" στον θάνατο της Ιδέας. Και βέβαια, αυτό σημαίνει ότι λέει επίσης όχι στον θάνατο του Θεού, στον βαθμό που ο Θεός είναι η Ιδέα (αυτό το κατανοούσε ιδιαίτερα ξεκάθαρα ο Χέγκελ). Το "ζήσε χωρίς Ιδέα" του καπιταλισμού είναι ένα πρόσταγμα που, συντρίβοντας και τα τελευταία απομεινάρια του ανθρωποποιήσιμου θείου (και συγκεκριμένα του θείου ως εγγύησης της δυνατότητας της αυτο-υπέρβασης του ανθρώπου, της δυνατότητας του ανθρώπου να είναι εγχείρημα του εαυτού του -- βλ. ντε λα Μιραντόλα, "Για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου"), οδηγεί στην θεοποίηση του αυτόματου, γιατί το να ζεις χωρίς Ιδέα είναι το να ζεις αυτοματικά, χωρίς σκέψη, δηλαδή ως ζώο με την Καρτεσιανή έννοια (για τον Ντεκάρτ, το ζώο είναι ένα αυτόματο, το αυτόματο είναι κατά βάση το ζώο). 
Ο σοσιαλισμός, κατ' αντιπαράθεση, αρνείται τον Θεό διαλεκτικά, τον διατηρεί δηλαδή ζωντανό μέσα από την άρνησή του, υπό τη μορφή ακριβώς της Ιδέας ως δύναμης αποκλειστικά εξαρτώμενης από τον άνθρωπο (τον κάθε άνθρωπο), και άρα ως δύναμης ατέρμονα ευάλωτης, και συνάμα ως δύναμης ατέρμονα υπερ-άνθρωπης, δύναμης που μπορεί να εξυψώσει τον άνθρωπο πάνω απ' το να είναι "απλώς" άνθρωπος (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο!), δηλαδή αυτόματο επιβίωσης, lupus homini. Η Ιδέα του σοσιαλισμού, η Ιδέα πάνω στην οποία βασίζεται η ανθρώπινη εξύψωση, είναι η ανθρώπινη ισότητα: ο άνθρωπος παύει να είναι απλώς ζώο από τη στιγμή που αποδέχεται τις συνέπειες που εκπορεύονται από την αξιωματική παραδοχή της ισότητάς του με όλους τους άλλους. Ή αλλιώς (και αντίστροφα), η αποκτήνωση του ανθρώπου είναι συνώνυμη με την αποδοχή των συνεπειών που απορρέουν από την αποδοχή του αυτοματικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ανισότητας. "Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός", έγραφε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 1253a). Ο καπιταλισμός όμως, έχοντας σκοτώσει τον Θεό, δεν μπορεί να κάνει "αυτόν που δεν έχει ανάγκη από τίποτε" (τον κυρίαρχο) παρά μόνο "θηρίο", και από την άλλη, να μετατρέψει το θηρίο αυτό σε ένα ολοκληρωτικά ανήμπορο πλάσμα, φιγούρα της απόλυτης υποτέλειας, της απόλυτης εξάρτησης: το αριστοτελικό "ή θηρίο ή Θεός" έγινε "θηρίο και δούλος" -- θηρίο στον βαθμό που η απόρριψη της Ιδέας της ανθρώπινης ισότητας, της κομμουνιστικής Ιδέας, αυτοματοποιεί, με την αυτοματοποίηση αυτή να είναι σύνωνυμη της βίας απέναντι στον εαυτό και στον άλλο, δούλος στον βαθμό που η αυτοματοποίηση αυτή είναι συνώνυμη επίσης της απόλυτης ενσωμάτωσης της υποτέλειας σε έναν τρίτο, στην μηχανή της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης ως υπέρτατης ενσάρκωσης του αυτομάτου.
Η κομμουνιστική Ιδέα, είπαμε, είναι ταυτόχρονα ατέρμονα ευάλωτη και ατέρμονα υπερ-άνθρωπη: είναι το διαρκώς επαπειλούμενο θεμέλιο ενός αλλιώς αδιανόητου ηρωϊσμού του υποκειμένου. Επιβιώνει ως κυνηγημένο σκυλί, γιατί ο κόσμος στον οποίο υφίσταται είναι απόλυτα εχθρικός προς αυτή, εχθρικότερος από ό,τι θα μπορούσε να είναι ο κόσμος πριν τον θάνατο του Θεού. Οι φορείς της εμφανίζονται στον κατεστραμμένο κόσμο ως φορείς κάποιου ιού, κάποιας ασθένειας· ως χρήζοντες θεραπείας, απομόνωσης, καραντίνας, βιολογικού καθαρισμού. Η Ιδέα είναι ανάθεμα για τον κόσμο που οργανώνεται πάνω στο θεμέλιο του αυτοματισμού, γιατί η Ιδέα είναι απόλυτη, και ο αυτοματικός κόσμος γνωρίζει μόνο ποσότητες, μετρήσεις, ρυθμίσεις, προσαρμογές. Ο αυτοματικός κόσμος έχει χώρο μόνο για μεταρρύθμιση, γιατί το υπέρτατο αγαθό του είναι η διατήρηση των ισορροπιών ως προϋπόθεση της λειτουργικότητας της κεφαλαιοκρατικής μηχανής. Η Ιδέα είναι επαναστατική. Γι αυτό η Ιδέα διώκεται, όχι μόνο από το Κράτος, όχι μόνο από τους μηχανισμούς του, όχι μόνο από τους άλλους ανθρώπους, αλλά μέσα σε κάθε άνθρωπο. "Ζήσε χωρίς Ιδέα", χωρίς τον ιό που απειλεί τον αυτοματικό κόσμο, είναι μια φράση που ακούγεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε στιγμή. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι η μόνιμη επωδός της εμπειρίας της ήττας και της απογοήτευσης, της πικρίας, της απόγνωσης και της απελπισίας. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι αυτό που τραγουδά μελίρρητα ο "σκεπτικισμός", που είναι βέβαια "σκεπτικιστικός" μόνο απέναντι στην Ιδέα, μόνο απέναντι σε ό,τι ανθίσταται στην παθητική προσαρμογή στον αυτοματισμό, και ποτέ απέναντι στην εύγλωττη προφάνεια της αναγκαιότητας του αυτοματισμού, ποτέ απέναντι σε ό,τι, επειδή δεν μπορεί να ειπωθεί πως είναι το αποτέλεσμα σκέψης, δεν είναι επίσης ευάλωτο και στην καχυποψία απέναντι στην σκέψη. "Ζήσε χωρίς Ιδέα" είναι το τραγούδι ενός θνησιγενούς κόσμου, που γεννοβολά πεθαίνοντας, που σαπίζει βγάζοντας διαρκώς νέα παρακλάδια, νέες ρίζες, νέα προσωπεία, νέες λέξεις, νέες ιδεολογικές εκλογικεύσεις (αλλά η "ιδεολογία" δεν είναι η Ιδέα, είναι μάλλον το αντίθετο της Ιδέας, ένα Συμβολικό που επιτρέπει την απονεύρωση μπροστά στο Πραγματικό).
Σε τελική ανάλυση, την Ιδέα την υπερασπίζεται κάποιος με τη ζωή του, γιατί δεν μπορεί να την υπερασπιστεί κανείς παρά με τη ζωή του, δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την υπεράσπιση της Ιδέας. Αλλά αυτός που υπερασπίζεται την Ιδέα, το κομμάτι του Θεού που δεν πέθανε γιατί επέστρεψε στον άνθρωπο, δεν υπερασπίζεται παρά τη ζωή του, τη ζωή ως διαλεκτική άρνηση και υπέρβαση της επιβίωσης.

radical desire

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Περί λογικής αναγκαιότητας I

Ο Θεός είναι νεκρός. Ο Θεός παραμένει νεκρός. Και τον έχουμε σκοτώσει εμείς.
Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη επιστήμη, #125, "Ο τρελός"
Πριν μιλήσει κανείς για το τι σημαίνει η διάσημη φράση "ο Θεός είναι νεκρός" είναι αναγκασμένος να αποσαφηνίσει πώς αντιλαμβάνεται τη λέξη "Θεός". Τι εννοεί ο Νίτσε με τη λέξη; Η απάντηση "τον Θεό, όπως καταλαβαίνουμε όλοι την έννοια Θεός, τον Θεό ως δημιουργό του κόσμου, αιώνιο, παντογνώστη, παντοδύναμο, πανταχού παρόντα" είναι εμφανώς ανεπαρκής. Αν ο "Θεός" του Νίτσε ήταν παντοδύναμος, δεν θα μπορούσαμε να τον σκοτώσουμε. Αν ήταν αιώνιος, δεν θα ήταν νεκρός. Αν ήταν πανταχού παρών, δεν θα ήταν τώρα απών. Αν ήταν παντογνώστης, θα γνώριζε τον κίνδυνο που διατρέχει από εμάς. Αν ήταν ο δημιουργός του κόσμου, ο κόσμος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς αυτόν εφόσον αυτή η δημιουργία ήταν η αφετηρία και πηγή κάθε δημιουργίας, η μοναδική, κατ' εξαίρεση πράξη ενός μοναδικού και κατ' εξαίρεση όντος, κάτι εξ ορισμού αδύνατο να επαναληφθεί, κάτι που δεν έχει νόημα χωρίς την ύπαρξη του όντος αυτού.
Όλοι αυτοί οι κατηγορικοί προσδιορισμού του Θεού αδυνατούν λοιπόν να προσδιορίσουν το τι σημαίνει "Θεός" μέσα στην πρόταση "ο Θεός είναι νεκρός."
Υπάρχει όμως μια διαφορετική προσέγγιση στο θείο, η οποία δεν συνίσταται τόσο στις ιδιότητές του όσο στη δομική λειτουργία του μέσα στον κόσμο. Ο Θεός, από αυτή την οπτική, είναι απλώς το όνομα της αρχής διαμεσολάβησης της ύπαρξης. Η ύπαρξη δεν είναι τυχαία, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των πλασμάτων δεν είναι χαώδεις και χωρίς σχέδιο, επειδή διαμεσολαβούνται από μια ανώτερη αρχή. Ο "Θεός" είναι η εγγύηση, το εγγυητικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Είναι η αόρατη κόλλα που συγκροτεί μια τάξη στον κόσμο, δομεί μια ιεραρχία, καθορίζει θέσεις για τα υποκείμενα και για τα πράγματα. Είναι αυτό που εγγυάται ότι υπάρχουν καν υποκείμενα ως κάτι διαφορετικό από τα πράγματα. Είναι επομένως αυτό που ταυτόχρονα διαχωρίζει τα όντα (όπως κάνει ο μυθικός Θεός στη Γένεση, διαχωρίζοντας γη και θάλασσα, γη και ουρανό, φώς και σκοτάδι, κλπ) και τα συνδέει, που τα συνδέει διαχωρίζοντάς τα, καθώς τα όντα δεν θα μπορούσαν να συνδέονται αν πρώτα δεν διαχωρίζοντουσαν. Ο Θεός είναι αυτό που εγγυάται ότι τα όντα δεν αντικρίζουν το ένα το άλλο απευθείας, γυμνά και αδιαμεσολάβητα, αλλά κοιτούν το ένα το άλλο όντας και τα δύο κάτω από ένα τρίτο βλέμμα. Χωρίς αυτό το τρίτο, το έδαφος μιας σχέσης δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί, καθώς η σχέση δεν θα είχε καμία συγκροτητική αρχή, καμία δυνατότητα επιδιαιτησίας, και κανένα σημείο από το οποίο να μπορεί να αναπαρασταθεί ως σχέση. Και αυτό δεν αφορά απλώς τη σχέση ανάμεσα σε έναν και κάποιον άλλο (αλλά τι θα ήταν ο "ένας" και ο "κάποιος άλλος" χωρίς ένα τρίτο σημείο αναφοράς;) αλλά και τη σχέση ανάμεσα στον ένα και τον εαυτό του, όπως δείχνει ξεκάθαρα ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντεφό, που "ανακαλύπτει" ή ακριβέστερα εφευρίσκει το Θεό ακριβώς όταν μένει μόνος του στον κόσμο, και άρα όταν αναγκάζεται από τις περιστάσεις να δομήσει και να συντηρήσει μια σχέση με τον εαυτό του που να μην οδηγεί στην τρέλα.
Αυτός λοιπόν είναι ο Θεός που "είναι νεκρός" και "παραμένει νεκρός" γιατί ήταν πάντα θνητός -- και ήταν τέτοιος επειδή ήταν, φυσικά, δημιούργημα του νου, λογικό εύρημα. Ο Θεός ήταν --αυτό είναι κρίσιμο-- λογικό εύρημα, αποτύπωση μιας λογικής αναγκαιότητας. Τα μυθολογικά του στοιχεία --η γενειάδα του, τα αποκαθαρκτικά του εγκλήματα, η εκδικητικότητά του, οι μικρές του ή μεγάλες του αντιφάσεις, η ακατανόητη βιογραφία του, όλα τούτα αποτελούν στοιχεία συσκότισης της κρυστάλλινης λογικής της αναγκαιότητάς του ως προϋπόθεσης της κοινωνικής οργάνωσης της ζωής, που με τη σειρά της προϋποθέτει μια αρχή εδραίωσης ή θεμελίωσης των κοινωνικών σχέσεων -- εξισωτικών ή άνισων, αυτό ήταν ιστορικά αδιάφορο για τον Θεό ή τους θεούς που προηγήθηκαν αυτού, και που δεν έτυχε ποτέ στην διάρκεια της ζωής τους να κάνουν άλλο από το να συντηρούν τη μορφή των σχέσεων που υποτίθεται πως δημιούργησαν.
Πώς πέθανε ο Θεός; Από τι σκοτώθηκε; Τι θα έδειχνε μια βιοψία στο άψυχο κορμί του για τα αίτια και τα μέσα του θανάτου του; Η απάντηση ότι ο Θεός πέθανε εξαιτίας της ανάπτυξης και αυτονόμησης της τεχνολογίας είναι συσκοτιστική αν δεν εκτεθεί στο φως της ανάλυσης μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για το τι είναι "τεχνολογία." Ο Θεός δεν πέθανε επειδή ανακαλύφθηκε η ατμομηχανή. Δεν τον σκότωσε ο ηλεκτρισμός. Ούτε καν η θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Ο Θεός πέθανε επειδή δεν ήταν πια αναγκαίος ως διαμεσολαβητική αρχή, εγγύηση της σταθερότητας των ανθρώπινων σχέσεων και των σχέσεων των ανθρώπων με τα ζώα και με τη φύση.

radical desire
συνεχίζεται...

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Περί ελευθερίας

Οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την οικονομία, απελευθέρωση απ’ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ’ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την πολιτική αυτή πάνω στην οποία τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, που είναι σήμερα πνιγμένη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης. Θα πρέπει ακόμα να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές της «κοινής γνώμης», και η ίδια η κοινή γνώμη ακόμα. Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται.
Το αποτέλεσμα είναι η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις, όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές. Το γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει το άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα το άτομο να τις κάνει πια δικές του, να ταυτίζεται μαζί τους και να αναζητά τον εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα το πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας που τα κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν την καταπίεση.
Οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο από την ήττα και την αμάθεια. Είναι όμως και ένα γεγονός που πρέπει ν’ αλλάξει, και το άτομο που «ευημερεί» έχει το ίδιο συμφέρον ως προς αυτό, όσο και εκείνοι που πληρώνουν την ευημερία του με τη δική τους αθλιότητα...

Χέρμπερτ Μαρκούζε, "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος"

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Γεννήθηκε από φτωχή οικογένεια ενός σοσιαλιστή εργάτη σιδηροδρόμων το καλοκαίρι του 1896 στο ορεινό Λεόν (Leon) της κεντρικής Ισπανίας, δεύτερος από τα 9 εν συνόλω αγόρια της οικογένειας (ο ένας αδελφός του σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1934 στην διάρκεια ενός ξεσηκωμού στις Αστούριες, ένας άλλος σκοτώθηκε το 1936 πολεμώντας του φασίστες στην Μαδρίτη και οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν από τους φασίστες). Σε ηλικία 14 ετών ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι σταμάτησε το σχολείο και εργάστηκε αρχικά ως σιδεράς δίπλα σε έναν σοσιαλιστή θείο του και στην συνέχεια ως μηχανικός στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λεόν. Από την τελευταία θέση συμμετείχε ενεργά στην μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, η οποία είχε διοργανωθεί από την σοσιαλιστική «Γενική Ένωση Εργαζομένων» («Union General de Trabajadores», UGT) τον Αύγουστο του 1917 και κατέληξε τελικά σε 3ήμερη γενική απεργία, που κατεστάλη με τρομερή αγριότητα από τον στρατό, με τελικό απολογισμό 70 νεκρούς διαδηλωτές, 500 τραυματίες και 2.000 φυλακισμένους χωρίς δίκη ή άλλες τυπικά νόμιμες διαδικασίες.
Για να μην συλληφθεί, ο Ντουρρούτι διέφυγε στην Γαλλία, όπου για δύο περίπου χρόνια εργάστηκε στο Παρίσι ως μηχανικός. Τον Ιανουάριο του 1919 επέστρεψε στην πατρίδα του, εγκαταστάθηκε προσωρινά στις Αστούριες, γράφτηκε στην τοπική αναρχοσυνδικαλιστική «Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας» («Confederacion Nacional del Trabajo», CNT), συνελήφθη τον Μάρτιο του 1919 για την οργανωτική του δράση ανάμεσα στους εργάτες των αστουριανών ορυχείων. Δραπέτευσε μετά από λίγους μήνες και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έφθασε στο Σαν Σεμπαστιάν της Βασκικής, όπου εργάστηκε ως μεταλλουργός και δραστηριοποιήθηκε στους κόλπους της τοπικής αναρχικής αυτό-αμυντικής ομάδας «Λος Ζουστισιέρος» («Los Justicieros») που σε αντίποινα για τις αλλεπάλληλες δολοφονίες τοπικών αγωνιστών σχεδίαζε να εκτελέσει κατά την εκεί επίσκεψή του τον Αύγουστο του 1920 τον βασιλιά Αλφόνσο τον 13ο. Τα σχέδια της εκτέλεσης έγιναν όμως γνωστά στην αστυνομία και τα μέλη της ομάδας έφυγαν σε διάφορες πόλεις.
Ο Ντουρρούτι κατέληξε τελικά τον Αύγουστο του 1922 στην Καταλωνία, όπου με τους Ολιβέρ (Juan Garcia Oliver), Ασκάσο (Francisco Ascaso) και άλλους ομοϊδεάτες τους ίδρυσαν την ομάδα «Crisol», που σε λίγο εξελίχθηκε στην περίφημη οργάνωση των «Αλληλέγγυων» («Los Solidarios»). Απαντώντας στην κτηνώδη εκείνον τον καιρό καταστολή του αναρχικού κινήματος της Καταλωνίας (στην διάρκεια της οποίας όλοι σχεδόν οι γνωστοί αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές είχαν εκτελεστεί από δολοφόνους «pistoleros» που είχαν προσλάβει οι τοπικοί εργοδότες ή βρίσκονταν στις φυλακές), οι «Αλληλέγγυοι» προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανατινάξουν τα θερινά βασιλικά ανάκτορα και το 1923 συμμετείχαν στην εκτέλεση του καρδινάλιου της Σαραγόσας Χουάν Σολντεβίγια Ρομέρο (Juan Soldevilla y Romero, που υποστήριζε ηθικά και οικονομικά την εξόντωση των αγωνιστών) ως αντίποινα για την δολοφονία καταμεσής του δρόμου του προέδρου της CNT Σαλβαδόρ Σεγκύ (Salvador Segui)
Τον Σεπτέμβριο του 1923 ο στρατηγός Πρίμο ντε Ριβέρα (Primo de Rivera) κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία με την ανοχή του ισπανικού θρόνου και εξαπέλυσε άγριο διωγμό ενάντια σε όλους όσους αγωνίζονταν για την κοινωνική αλλαγή. Εκατοντάδες αγωνιστές δολοφονήθηκαν ή συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις, εξοντώθηκαν όλοι σχεδόν οι «Αλληλέγγυοι» (που ανάμεσα σε άλλες πράξεις αντίστασης είχαν αποτολμήσει και ένοπλη επίθεση κατά των στρατώνων της Βαρκελώνης) και οι ελάχιστοι επιζήσαντες, ανάμεσα στους οποίους και οι Ασκάσο, Ντουρρούτι και Ολιβέρ διέφυγαν τον Δεκέμβριο του 1924 στην Λατινική Αμερική, περιπλανήθηκαν επί 15 μήνες σε διάφορες χώρες της (κυρίως στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, την Χιλή, το Μεξικό και την Κούβα) με την αστυνομία συνεχώς επί τα ίχνη τους και στο τέλος επέστρεψαν στην Ευρώπη και τελικά τον Απρίλιο του 1926 ζήτησαν καταφύγιο στο Παρίσι, όπου ήδη ζούσαν και οργανώνονταν εκατοντάδες εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί.
Στο Παρίσι ο Ντουρρούτι άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο και γνωρίστηκε με τον εξόριστο Ρώσο αναρχικό Νέστορα Μάχνο. Τον Ιούλιο του 1926 ο βασιλιάς της Ισπανίας και ο δικτάτορας ντε Ριβέρα θα έκαναν επίσκεψη στην πόλη και οι αναρχικοί αποφάσισαν να τους απαγάγουν, όμως τα σχέδιά τους προδόθηκαν και οι Ντουρρούτι και Ασκάσο πιάστηκαν από την αστυνομία, φυλακίστηκαν και μετά από μία θυελλώδη πολιτική δίκη, στην οποία στάθηκε υπέρ των κατηγορουμένων όλη σχεδόν η Γαλλική Αριστερά, απελάθηκαν τελικά τον Ιούλιο του 1927 (γιατί η Αργεντινή, όπου είχαν καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο, είχε ήδη ζητήσει επισήμως την έκδοσή τους). Καθώς οι κοντινές χώρες Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Γερμανία τούς αρνήθηκαν την χορήγηση πολιτικού ασύλου, μέχρι την πτώση του Αλφόνσου του 13ου τον Απρίλιο του 1931 έζησαν την συνεχή περιπλάνηση σε καθεστώς πότε ημιπαρανομίας και πότε πλήρους παρανομίας. Φοβούμενοι να δεχθούν το πολιτικό άσυλο που τους είχε χορηγήσει επιδεικτικά η Σοβιετική Ρωσία (η οποία είχε εξοντώσει αμέτρητους Ρώσους αναρχικούς), για ένα διάστημα επέστρεψαν στο Παρίσι και την Λυών, πιάστηκαν από την αστυνομία και εξέτισαν 6μηνη ποινή φυλάκισης, διέφυγαν μετά στο Βέλγιο, κυνηγήθηκαν και από εκεί και ο Ντουρρούτι έζησε κρυφά για λίγους μήνες στο Βερολίνο, στο σπίτι του ομοϊδεάτη του Αουγκουστίν Σούχι (Augustin Souchy) και στην συνέχεια νόμιμα στο Βέλγιο, όπου υπό τις πιέσεις της Αριστεράς δόθηκε τελικά άδεια παραμονής τόσο στον ίδιο όσο και τον Ασκάσο.
Με την πτώση της ισπανικής μοναρχίας το 1931, ο Ντουρρούτι επέστρεψε στην Βαρκελώνη μαζί με την γαλλίδα σύντροφό του Εμιλιέν (Emilienne), ήδη έγκυο στην κόρη τους Κολέτ (Colette) και εντάχθηκε στην πανίσχυρη τότε «Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία» («Federacion Anarquista Iberica», FAI, που είχε ιδρυθεί μυστικά τον Ιούλιο του 1927 στην Βαλένθια, ως συντονιστικό όργανο όλων των ανά την Ισπανία ομάδων και οργανώσεων), ιδρύοντας παράλληλα την «ομάδα συγγένειας» («grupo de afinidad») «Εμείς» («Nosotros») με αδιάλλακτους αγωνιστές της CNT, που δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις για τα όρια της δημοκρατικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές αλλαγές και ενίσχυαν με κάθε μέσο τις άγριες απεργίες και την εργατική αυτό-οργάνωση, ακόμα και με χρηματοδότηση από ληστείες τραπεζών. Την πρωτομαγιά του 1931 πραγματοποιήθηκε από την CNT Βαρκελώνης μία τεράστια επαναστατική διαδήλωση 100.000 ανθρώπων με αίτημα άμεσες κοινωνικές αλλαγές και απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Η διαδήλωση διαλύθηκε βίαια από την «Guardia Civil» (δηλαδή την πολιτοφυλακή) και τον στρατό, με νεκρούς και τραυματίες, ωστόσο σε κάποια στιγμή ο Ντουρρούτι κατόρθωσε να πείσει στρατιώτες να στρέψουν τα όπλα τους κατά της πολιτοφυλακής.
Τον Ιούλιο του 1931 έγινε στην Μαδρίτη ένα συνέδριο για ανασυγκρότηση της CNT, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να αποχωρήσουν οι «μετριοπαθείς» και να ιδρύσουν το θνησιγενές «Συνδικαλιστικό Κόμμα», ενώ σε όλη την χώρα ξεσπούσαν μία μετά την άλλη άγριες απεργίες, τις οποίες η δημοκρατική κυβέρνηση αντιμετώπιζε όπως ακριβώς η δικτατορία: μόνο στην Σεβίλλη σκοτώθηκαν από την αστυνομία 30 απεργοί και τραυματίστηκαν 300.
Τον Δεκέμβριο του 1931 γεννήθηκε η κόρη του Κολέτ, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί, καθώς τον Ιανουάριο του 1932 συνελήφθηκε μαζί με άλλους 120 περίπου Καταλανούς συντρόφους του και στάλθηκε σε κάτεργα στις Κανάριες Νήσους, στο Πουέρτο Κάμπρα και το νησί του Φουερτεβεντούρα. Οι κινητοποιήσεις της CNT και της υπόλοιπης επαναστατικής Αριστεράς (κυρίως του τροτσκιστικού «Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενοποίησης», ΡΟUM) πέτυχαν την απελευθέρωσή τους τον Σεπτέμβριο, αλλά σχεδόν αμέσως ο Ντουρρούτι συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για 2 ακόμα μήνες στην προσπάθεια της κυβέρνησης να διαλυθεί η CNT. Εργάστηκε για λίγο σε εργοστάσιο της Βαρκελώνης, οργανώθηκε στο συνδικάτο των εργατών υφαντουργίας, έκανε δημόσιες ομιλίες σε εργατικές συγκεντρώσεις, όμως τον Ιανουάριο του 1933 επιχειρήθηκε εξέγερση των αναρχικών, η οποία για μία ακόμα φορά έφερε τον Ντουρρούτι στην παρανομία: Συνελήφθη τελικά στα τέλη του Μαρτίου, έμεινε στην φυλακή μέχρι τον Ιούλιο και επέστρεψε ξανά στην φυλακή του Μπούρχος μετά από μία ακόμα απόπειρα γενικής απεργίας και εξέγερσης τον Δεκέμβριο. Τον Μάϊο του 1934 δόθηκε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, ακολούθησε μία ακόμα φυλάκιση από τις 5 Οκτωβρίου 1934 έως τα μέσα του 1935, ενώ στα μεσοδιαστήματα ο Ντουρρούτι ασκούσε απτόητος διαρκή και πολύπλευρη επαναστατική δράση, ανώτερη στιγμή της οποίας ήταν η «μεταφορά αλληλεγγύης» χιλιάδων πεινασμένων παιδιών απεργών της Αραγωνίας στην Βαρκελώνη για να ζήσουν με την φροντίδα οργανωμένων στην κοινωνική αντίσταση εργατικών οικογενειών.
Σε αρκετές περιοχές της Ισπανίας, όπου οι αναρχικοί και το ΡΟUM είχαν μεγάλη ισχύ, ο παλαιός κόσμος δεχόταν αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες όμως πάντοτε τιμωρούσε η «δημοκρατική» κυβέρνηση με την βία των όπλων: τουλάχιστον 1.300 εργάτες και ανθρακωρύχοι είχαν σκοτωθεί, 4.000 είχαν τραυματιστεί σοβαρά από τους στρατιώτες του στρατηγού Φράνκο (του ίδιου που αργότερα θα ξεκινήσει τον εμφύλιο πόλεμο και μετά θα εγκαθιδρύσει φασιστική κυβέρνηση έως την δεκαετία του 1970) ενώ μόνο το δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1934 είχαν φυλακιστεί στις Αστούριες 30.000 εργάτες. Από την πλευρά τους οι επαναστάτες κτυπούσαν σχεδόν καθημερινά στόχους που ανήκαν στο παλιό καθεστώς, κυρίως στην χριστιανική θεοκρατία: αρκετοί θεοκράτες είχαν πυροβοληθεί και δεκάδες εκκλησίες και επισκοπικά ανάκτορα είχαν πυρποληθεί. Εκείνη ακριβώς την εποχή οργανώθηκε το φασιστικό κόμμα «Η Φάλαγγα», κυρίως από γόνους πλούσιων οικογενειών, χρηματοδοτημένο αφειδώς από τους θεοκράτες και την αριστοκρατία.
Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο Ντουρρούτι φυλακίστηκε για μία ακόμα φορά στις φυλακές «El Puerto de Santa Maria» του Καντίζ, ωστόσο η κουραστική εναλλαγή των ημερών φυλακής με ημέρες επαναστατικής δράσης τελείωσε για τον Ντουρρούτι τον Φεβρουάριο του 1936, όταν ο πολιτικός συνασπισμός «Λαϊκό Μέτωπο» («Frente Popular»), που υποστηρίχθηκε και με την ψήφο των αναρχικών της CNT, θριάμβευσε στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Την πρωτομαγιά του 1936 άρχισαν στην Σαραγόσα (Zaragoza, Saragossa) οι εργασίες του 4ου συνεδρίου της CNT με συμμετοχή 700 αντιπροσώπων, στο οποίο καταγγέλθηκε η συνωμοσία των φασιστών και των στρατιωτικών ενάντια στην εκλεγμένη κυβέρνηση του «Λαϊκού Μετώπου» που όμως έδειχνε ανίκανη να τους πατάξει. Οι Ντουρρούτι και Ασκάσο συμμετείχαν σε ειδική επιτροπή που ζήτησε από την κυβέρνηση άδεια για να οπλιστεί ο λαός κατά των φασιστών, όμως δεν κατάφερε παρά να αποσπάσει ανούσια λόγια, εγκώμια και ευχολόγια. Μετά από αυτό, οι Ντουρρούτι και Ασκάσο εισηγήθηκαν στην CNT να οπλίσει μόνη της τον λαό με κάθε τρόπο, ακόμα και με αρπαγές όπλων από εμπορικά πλοία που ήσαν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Βαρκελώνης.
Στις 11 Ιουλίου 1936 άρχισε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος όταν μία ένοπλη ομάδα «φαλαγγιτών» κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό της Βαλένθια και μετέδωσε την εμπρηστική ανακοίνωση «Εδώ Ράδιο Βαλένθια! Η Ισπανική Φάλαγγα κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό με τη δύναμη των όπλων της και αύριο θα συμβεί το ίδιο σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ισπανίας». Έξι ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου 1936 και με την υποστήριξη της Φάλαγγας, της Εκκλησίας, των γαιοκτημόνων, των αριστοκρατών και των κεφαλαιούχων, ο στρατηγός Φράνκο ανέλαβε την ηγεσία της στρατιάς του ισπανικού Μαρόκου και της εκεί Λεγεώνας των Ξένων και κάλεσε «τον στρατό και το έθνος» να συνταχθούν στο πλευρό του για την εγκαθίδρυση εθνικιστικού κράτους στην Ισπανία, προκαλώντας τις επόμενες ημέρες την ανταρσία 50 στρατιωτικών σωμάτων κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης.
 Στη Βαρκελώνη η στρατιωτική ανταρσία ξέσπασε την Κυριακή 19 Ιουλίου, αλλά εξουδετερώθηκε σχεδόν ακαριαία από τον ήδη οπλισμένο λαό που βγήκε στους δρόμους στις 5 το πρωϊ (μη έχοντας ακόμα αναρρώσει από μία εγχείριση κήλης, ο Ντουρρούτι χρειάστηκε να φύγει από τον νοσοκομείο και να ενωθεί με τους ένοπλους εργάτες στα οδοφράγματα). Την ίδια κιόλας νύκτα οι αναρχικοί της CNT – FAI και οι τροτσκιστές του POUM επιτάξανε κρατικά οχήματα, λεηλάτησαν στρατιωτικές αποθήκες και οπλίστηκαν με τουφέκια και δυναμίτες και στις 20 Ιουλίου οι πρώτοι, με επικεφαλής τους Ντουρρούτι και Ασκάσο επετέθηκαν στον στρατώνα Αταρανθάρας (Ataranzaras) και στο οχυρωμένο από τους φασίστες ξενοδοχείο Κολόν (Colon) και μετά από σφοδρή μάχη υποχρέωσαν τους φασίστες να παραδοθούν. Η ανταρσία των φασιστών εξουδετερώθηκε, όμως στην επίθεση κατά του στρατώνα Αταρανθάρας έχασε την ζωή του ο Ασκάσο, επί σειρά ετών αδελφικός φίλος, συναγωνιστής και εν όπλοις σύντροφος του Ντουρρούτι.
Στις 21 Ιουλίου ο πρόεδρος της Καταλωνίας Κομπάνυς (Companys) κάλεσε τον γραμματέα της CNT Γκαρθία Ολιβέρ και τον Ντουρρούτι («που κάθισαν απέναντί του με τα τουφέκια ανάμεσα στα γόνατά τους, με τα ρούχα τους ακόμα σκονισμένα από τις μάχες και με τις καρδιές τους βαριές από τον θάνατο του Ασκάσο» σύμφωνα με τα λόγια του Hugh Thomas), παραδέχθηκε το ότι οι αναρχικοί ήσαν πλέον οι νόμιμοι κύριοι όχι μόνο της Βαρκελώνης αλά και ολόκληρης της επαρχίας και τους παρακάλεσε να συμμετάσχουν στην νέα καταλανική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο Ολιβέρ να γίνει παγκοσμίως ο πρώτος αναρχικός υπουργός Δικαιοσύνης. Πέρα από την κυβέρνηση όμως, τον ουσιαστικό έλεγχο των πραγμάτων είχε η «Αντιφασιστική Επιτροπή Πολιτοφυλακής», στελεχωμένη από μέλη της CNT - FΑΙ, της UGT και του ΡΟUΜ, η οποία ανέθεσε στον Ντουρρούτι να οργανώσει ένα ένοπλο αντιφασιστικό σώμα, την περίφημη «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» δύναμης χιλίων εθελοντών μαχητών, που όμως αργότερα σχεδόν δεκαπλασιάστηκαν. Ο Ντουρρούτι δήλωνε τότε: «Υπήρξα αναρχικός σε όλη μου την ζωή και ελπίζω ότι είμαι και τώρα, αφού θα το θεωρούσα πράγματι πολύ θλιβερό να καταντούσα ένας στρατηγός που εξουσιάζει ανθρώπους με στρατιωτική πυγμή... Πιστεύω όπως πάντα στην ελευθερία, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην αίσθηση ευθύνης. Θεωρώ την πειθαρχία απαραίτητη, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι μία αυτοπειθαρχία, μία αυτοπειθαρχία την οποία θα εμπνέει ένας κοινός σκοπός και ένα ισχυρό αίσθημα συντροφικότητας».
Στις 23 Ιουλίου 1936 η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» εξαπέλυσε επίθεση κατά των φασιστών της Αραγωνίας και μέσα σε λίγες ημέρες βρισκόταν έξω από τη Σαραγόσα, όμως ανέκοψε την προέλαση της όταν ο διορισμένος από την Μαδρίτη αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων στο μέτωπο της Αραγωνίας Βιλάλμπα (Villalba) έπεισε τον Ντουρρούτι ότι υπήρχε κίνδυνος να αποκοπεί απ' τις άλλες ταξιαρχίες. Η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» επανέλαβε ωστόσο αργότερα την επίθεσή της κατά της πόλης, στην διάρκεια της οποίας έγινε στάχτη ο καθεδρικός της ναός. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει εκείνες τις μέρες στην Έμμα Γκόλντμαν, ο Ντουρρούτι είχε πει: «ίσως επιζήσουν μόνο 100 από εμάς, αλλά ακόμα και τόσο λίγοι θα μπούμε στη Σαραγόσα, θα καταστρέψουμε τον Φασισμό και θα ανακηρύξουμε τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό. Θα είμαι ο πρώτος που θα μπει. Θα ανακηρύξουμε την ελεύθερη κομμούνα, δεν θα υποταχθούμε ούτε στην Μαδρίτη ,ούτε στην Βαρκελώνη, ούτε στον Αθάνια, ούτε στον Κομπάνυς και επίσης θα δείξουμε σε σας τους μπολσεβίκους πώς γίνεται μια πραγματική επανάσταση».
Η Σαραγόσα τελικά απελευθερώθηκε στις αρχές του Σεπτεμβρίου και η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» καθάρισε όλη την Αραγωνία από τους φασιστικούς θύλακες και οργάνωσε παντού την αυτοδιεύθυνση των εργατών και τον κολλεκτιβισμό των αγροτών (τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της αραγωνέζικης γης ελέγχονταν τώρα από 450 περίπου κολλεκτίβες). Σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Pierre van Paasen της εφημερίδας «Toronto Star», ο Ντουρρούτι δήλωσε: «Θέλουμε να τσακίσουμε τον Φασισμό διαπαντός και μάλιστα παρά την θέληση της κυβέρνησης... Καμμία κυβέρνηση σε όλον τον κόσμο δεν είναι διατεθειμένη να πολεμήσει μέχρι θανάτου τον Φασισμό. Κάθε φορά που οι κρατούντες βλέπουν την εξουσία να γλιστράει από τα χέρια τους, καταφεύγουν στον Φασισμό για να την διατηρήσουν. Η φιλελεύθερη κυβέρνηση της Ισπανίας θα μπορούσε προ πολλού να είχε αχρηστέψει τα φασιστικά στοιχεία, όμως αντί να το πράξει συμβιβάστηκε και ακόμα και αυτή την στιγμή υπάρχουν στελέχη της που προσπαθούν να τα βρουν με τους στασιαστές… Εμείς θέλουμε την επανάσταση εδώ και τώρα, όχι μετά από τον επόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο. Τρομάζουμε τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι πολύ περισσότερο από όσο ολόκληρος ο Κόκκινος Στρατός της Ρωσίας, γιατί δείχνουμε στην εργατική τάξη της Γερμανίας και της Ιταλίας πώς πρέπει να απαντήσει στον Φασισμό… Δεν περιμένουμε βοήθεια από καμμία κυβέρνηση στον κόσμο ολόκληρο… καμμία βοήθεια, ούτε καν από την δική μας… Πάντοτε ζήσαμε σε άθλιους οικισμούς και σε τρύπες, άρα ξέρουμε πώς μπορούμε να επιβιώσουμε για κάποιον καιρό. Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι μόνο εμείς μπορούμε και κτίζουμε, εμείς οι εργάτες κτίσαμε τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς λοιπόν οι εργάτες μπορούμε να κτίσουμε άλλα στην θέση τους. Και ακόμα καλύτερα! Σε κάθε περίπτωση εμείς δεν φοβόμαστε τα ερείπια... κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο εδώ, στις καρδιές μας. Είναι αυτός ο κόσμος που μεγαλώνει αυτήν εδώ την στιγμή».
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1936 ο Φράνκο εξαπέλυσε την μεγάλη του επίθεση εναντίον της Μαδρίτης με 4 φασιστικές στρατιές που καλύπτονταν από γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά, τα οποία είχαν στείλει τα όμοιας ιδεολογίας καθεστώτα των δύο χωρών. Αποκομμένη από την υπόλοιπη Ισπανία, η πόλη βομβαρδιζόταν νυχθημερόν από τις 16 του μηνός, με 300 νεκρούς κατά μέσον όρο ανά ημέρα, ο Φράνκο δήλωνε κυνικά ότι προτιμά να την εξαφανίσει από τον χάρτη από το να την αφήσει «στα χέρια των μαρξιστών», ενώ η ναζιστική «Λεγεώνα Κόνδωρ» είχε προσφερθεί να εισχωρήσει στην Μαδρίτη, να κυριεύει το ένα οικοδομικό τετράγωνο μετά το άλλο και να το πυρπολεί. Για να ενισχύσει λοιπόν την άμυνα της Μαδρίτης, ο Ντουρρούτι αποφάσισε μετά από εισήγηση των ομοϊδεατών του Ολιβέρ και Φεντερίκα Μοντσένυ (Federica Montseny) να αποσπάσει από την Αραγωνία 4.000 άνδρες του και να τους οδηγήσει ο ίδιος στην πολιορκημένη πόλη, στην οποία εισήλθε τελικά στις 15 Νοεμβρίου.
Μόλις τέσσερις ημέρες μετά, γύρω στις 2 το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1936, ενώ ο Ντουρρούτι συντόνιζε μία επιχείρηση κατά των φασιστών που κρατούσαν το Κλινικό Νοσοκομείο, κτυπήθηκε στο στήθος από μία σφαίρα φρανκιστών (κατά την έγκυρη αφήγηση του Abel Paz) και μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο, όπου εξέπνευσε από «πλευρική αιμορραγία» πριν την αυγή της επόμενης ημέρας. Άλλες εκδοχές για τον θάνατό του ήταν ότι η σφαίρα προερχόταν από το όπλο ενός αναρχικού που εκπυρσοκρότησε από λάθος χειρισμό ή ότι προερχόταν από το όπλο του Γάλλου σταλινικού κομμουνιστή Αντρέ Μαρτύ της κομμουνιστικής «Διεθνούς Ταξιαρχίας».
Το νεκρό σώμα του μεγάλου, αδιάφθορου και ακούραστου επαναστάτη, τον οποίο η Μοντσένυ περιέγραψε ως «άνδρα με σώμα Ηρακλή, με μάτια μικρού παιδιού και ημιάγριο πρόσωπο», στάλθηκε στην Βαρκελώνη, για να ταφεί στο νεκροταφείο Montjuich, δίπλα στον συναγωνιστή του Ασκάσο και τον παλαιότερο μάρτυρα του ελευθέρου πνεύματος και του Αναρχισμού Φραντσέσκο Φερρέρ. Την ημέρα της κηδείας του, στις 23 Νοεμβρίου 1936, περίπου 300.000 (κατ’ άλλους 500.000) άνθρωποι όλων των ηλικιών με υψωμένη την γροθιά αποχαιρέτησαν τον αγνό και σχεδόν μυθικό καθοδηγητή τους με ένα πρωτοφανές για την συγκεκριμένη εποχή και την συγκεκριμένη χώρα λαϊκό προσκύνημα. Όταν ξεκίνησε η νεκρική πομπή από τα γραφεία της τοπικής επιτροπής της CNT – FAI, η μπάντα έπαιξε τον ύμνο των αναρχικών «Παιδιά του λαού» και πάνω από τον τάφο εκφώνησε έναν συγκλονιστικό επικήδειο ο Γκαρθία Ολιβέρ, επί πολλά χρόνια σύντροφος και συμμαχητής του και, εκείνη την εποχή, υπουργός Δικαιοσύνης μίας κυβέρνησης που σε λίγο θα διαλυόταν από τα όπλα των φασιστών.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Συγγένεια πρώτου βαθμού

Ως λαός, οι Αμερικανοί μπορούν να λογιστούν έντονα θρησκευόμενοι. Υπάρχει όμως ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό στην θρησκευτικότητά τους: η θρησκεία στην Αμερική έχει πλήρως ενταχθεί στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς, τόσο επειδή δεν υπάρχει "κρατικό μονοπώλιο" μίας θρησκείας, όσο και επειδή η απουσία ηγεμονικής θρησκευτικής οργάνωσης έχει ενθαρρύνει επί μακρόν την ανάπτυξη κάθε εφικτής παραφυάδας που αντλεί έμπνευση από το παγκόσμιο θρησκευτικό σύστημα.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία προϋποθέσεων μιας θρησκευτικότητας custom made στις απαιτήσεις του θρησκευόμενου πελάτη: Είσαι ας πούμε ευαγγελιστής, αλλά πιστεύεις και στους εξωγήινους. Κανένα πρόβλημα. Αργά ή γρήγορα, αν υπάρχουν αρκετοί σαν εσένα, θα δημιουργηθεί ένα παρακλάδι του Ευαγγελισμού που να εντάσσει την πίστη στους εξωγήινους στο δογματικό του πλαίσιο. Ή είσαι μεν Χριστιανός, αλλά θέλεις πολυγαμία. Κανένα πρόβλημα και πάλι. Αργά ή γρήγορα, αν υπάρχουν αρκετοί ακόμα σαν εσένα, θα εμφανιστεί μια εκδοχή Χριστιανισμού που να αποδέχεται την πολυγαμία. Ή την οπλοφορία. Ή την απέχθεια για την τεχνολογία. Ή την λατρεία του Έλβις. Ή την χορτοφαγία. Ή την συνύπαρξη με το Ισλάμ. Ή με τον βουδισμό. Γενικώς, παραγγέλνεις τη θρησκεία σου στα μέτρα σου και σου έρχεται με όλες τις προδιαγραφές που θέλεις. Οι Ευρωπαίοι βρίσκουν αυτό το φαινόμενο σκανδαλιστικό και μάλλον παρακμιακό, και το αποδίδουν στον ανεξέλεγκτο ατομικισμό της αμερικάνικης κουλτούρας. Ανάμεσα με τους Ευρωπαίους που γελούν με την ανοησία των Αμερικάνων που έχουν κάνει τη θρησκεία φαστ φουντ (Έναν Έλβις, έναν Ιησού, τον Κθουλ και την Ζίνα θα πάρω σε θρησκεία, για το σπίτι παρακαλώ) είναι βέβαια και οι Έλληνες, Χριστιανοί Ορθόδοξοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία, και με παραδοσιακή καχυποψία απέναντι στις ακρότητες του αμερικάνικου ατομικισμού.
Στην Ελλάδα όμως, αυτό που είναι αξιογέλαστο να κάνεις με την θρησκεία, είναι πάρα πολύ αποδεκτό να το κάνεις με την πολιτική, και δη με την αριστερή πολιτική. Είσαι ας πούμε λάτρης του Χάγιεκ, αλλά γουστάρεις και Μαρξ. Κανένα πρόβλημα, φτιάχνεις ένα υβρίδιο που λέγεται Μάρξεκ, και ιδρύεις σε παγκόσμια πρώτη τον Μαρξεκισμό, ο οποίος πιστεύει ταυτόχρονα στην ταξική πάλη, την ελεύθερη αγορά, τον κομμουνισμό και το επιχειρησιακό δαιμόνιο. Ή είσαι μεν αναρχικός, αλλά είσαι και Ορθόδοξος Χριστιανός. Και για σένα υπάρχει λύση, και λέγεται Ορθόδοξος Χριστιανικός Αναρχισμός, που έχει και ένα παρελθόν σε κάτι ωραίους τύπους σαν τον Τολστόι. Γουστάρεις λίγο την εθνικιστική δεξιά, αλλά σου αρέσουν και οι μπολσεβίκοι. Κανένα πρόβλημα, δημιουργείς μια τάση που να λέγεται πατριωτική αριστερά, ή στο πιο εξτρίμ, εθνικός μπολσεβικισμός, και προσεύχεσαι κάθε μέρα στα εικονίσματα του Άρη Βελουχιώτη και του Θεόδωρου Κολωκοτρώνη, με σάουντρακ ομιλίες του Ζουράρι. Σου αρέσει η αριστερά, αλλά χωρίς τον Μαρξ, τον Λένιν, τον Μάο και τους κομμουνιστές ευρύτερα. Μια χαρά. Φτιάχνεις κάτι που λέγεται "ανανεωτική αριστερά", και του οποίου ο δογματικός πυρήνας είναι η μουσική lounge. Γιατί; Λογαριασμό θα δώσεις;
Βέβαια, στην αμερικανική περίπτωση, κάθε νέα θρησκεία χρειάζεται εκ των υστέρων να εγγυηθεί την δογματική της νομιμοποίηση. Αυτό γίνεται με cut and paste διαφορετικών και ανομοιογενών θρησκευτικών κειμένων (Βίβλος και Βέδες, Βέδες, Ουπανισάδες και Κοράνι, Κοράνι και αυτοβιογραφία του Έλβις), με την απαλοιφή αποσπασμάτων που δεν ταιριάζουν, και με την επιλεκτική ανάγνωση αυτών που θα μπορούσαν να ταιριάζουν με κάποιες προσαρμογές.
Στην Ελλάδα, το αυτό γίνεται με τα κείμενα των Μαρξιστών. Γουστάρεις να φύγουν οι μετανάστες; Μα, το λέει κι ο Μαρξ, να, μα την Παναγία δηλαδή. Θέλεις το σφυροδρέπανό σου αντί σταυρού στην ελληνική σημαία, α λα Τζιμάκος Πανούσης; Το λέει ο Λένιν, και αν δεν το είπε, το εννοούσε ο άνθρωπος στάνταρ. Θέλεις να συμφιλιώσεις τα σοβιέτ με τον πολιτικό πλουραλισμό; Το λέει ο Μπαντιού, αν τον διαβάζεις απ' το τέλος προς τα μπρος. Θέλεις η αριστερά σου να είναι αντικομμουνιστική; Το λέει και η Λούξεμπουργκ αυτό, δεν μπορεί. Πού το λένε, πώς το λένε; Αυτά τα βρίσκουμε στην πορεία, λίγο cut and paste και λίγη δημιουργική διάθεση να υπάρχει και όλα γίνονται, αδερφέ.
Κατά συνέπεια, αν αυτό που βλέπει κανείς στην Αμερική είναι ότι όλοι είναι θρησκευόμενοι αλλά καλύτερα να μην αποπειραθείς να βγάλεις άκρη με ποιον τρόπο κατανοούν την έννοια θρησκεία, αυτό που βλέπει κανείς στην Ελλάδα είναι ένας τόπος τίγκα στους αριστερούς για τους οποίους καλά θα κάνεις να μην προσπαθήσεις να καταλάβεις πώς κατανοούν την έννοια αριστερά. Στην αμερικανική θρησκεία όπως και στην ελληνική πολιτική, ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο.