Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ανθρωπισμός και πολιτική

Ο ανθρωπισμός εξελίσσεται σε θεμελιώδη πολιτική ιδεολογία του 21ου αιώνα. Ο ακτιβισμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα μετατρέπεται σε αντι-πολιτική, άμυνα των «αθώων» έναντι της εξουσίας χωρίς καμία κατανόηση της λειτουργίας της εξουσίας και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για συλλογική δράση που θα μπορούσε να αλλάξει τα αίτια της φτώχειας, της αρρώστιας ή του πολέμου.

«Ευχαριστούμε που ήρθατε να υποστηρίξετε το σπουδαιότερο πράγμα στην ιστορία του κόσμου», είπε ο Κρις Μάρτιν, ο πρώτος τραγουδιστής του ποπ συγκροτήματος Coldplay, στο πλήθος, στη συναυλία Live8 στο Χάιντ Παρκ, στο Λονδίνο. «Δεν ζητάμε φιλανθρωπία, ζητάμε ειρήνη». Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο πρώτος τραγουδιστής των U2 και συνδιοργανωτής της εκδήλωσης, ο Μπόνο, εξέφρασε το σκοπό της σειράς των συναυλιών που οργανώθηκαν με αφορμή τη συνάντηση των ηγετών της G8 στη Σκωτία. Με αλλεπάλληλες εκκλήσεις στους ηγέτες των οκτώ πλουσιότερων εθνών του κόσμου, η Live8 ζήτησε τη διαγραφή του αφρικανικού χρέους και μια σημαντική αύξηση του επιπέδου της βοήθειας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έπρεπε να τεθούν στο επίκεντρο της ατζέντας των ηγετών της Δύσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες που παρακολούθησαν τις οκτώ συναυλίες ανά τον κόσμο συμφωνούσαν με αυτά τα συναισθήματα. Τα δάκρυα και η συμπάθεια για τη δυστυχία και τον πόνο στην Αφρική κυριαρχούσαν στον εκτεταμένο χώρο που αφιέρωσαν στη συναυλία οι βρετανικές εφημερίδες. Τα πλήθη πέρασαν υπέροχα ακούγοντας τη Μαντόνα, τους Πινκ Φλόιντ και τον Πολ ΜακΚάρτνει, συμμετέχοντας στο «μεγαλύτερο γεγονός που οργανώθηκε ποτέ», διαμαρτυρόμενα για τη φτώχεια και την αρρώστια στην Αφρική. Η δικαιοσύνη «ήταν το απλούστερο και πιο διαδεδομένο θέμα. Όλοι έγιναν ξαφνικά, παγκόσμια, πολιτικοποιημένοι» (Euan Ferguson, The Observer, 2005). Ως συνδυασμός ηδονισμού και καλής συνείδησης, το Live8 δεν θα ξεπεραστεί εύκολα σε μέγεθος ή υπερβολή. Με πάρτι ως πολιτική, με ποτό και χορό ως ηθική έκκληση.

Η δημόσια διαμαρτυρία ενέχει ένα στοιχείο δημοσιότητας που αναγνωρίζεται από το νόμο για τη δημόσια τάξη. Οι δραστηριότητες διαμαρτυρίας, οι πορείες, οι διαδηλώσεις, οι πικετοφορίες και οι καθιστικές διαμαρτυρίες εμπεριείχαν πάντα ένα στοιχείο βίας ή τουλάχιστον ενόχλησης γι’ αυτούς που διαμαρτύρονται και για το κοινό γενικά. Οι πορείες και οι διαδηλώσεις γίνονται δημόσια, αλλά φέρνουν επίσης τους ανθρώπους κοντά και από ξεχωριστές μονάδες δημιουργούν ένα κοινό, είτε στο δημόσιο πεδίο των εφημερίδων και των δημοσίων συζητήσεων των αρχών του καπιταλισμού είτε στους δρόμους, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους της σύγχρονης ζωής. Αλλά η πολιτική των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν ασχολείται τόσο με τη δημοσιότητα, τις κοινές ιδέες ή πράξεις, τις πορείες. Στην παγκόσμια πολιτική διαμαρτυρίας, την ενόχληση έχει αντικαταστήσει ο ηδονισμός και η δημοσιότητα από τις τηλεοπτικές εκστρατείες, τις ιδιωτικές δωρεές και τα πάρτι. Καθόλου παράξενο που οι «στόχοι» της Live8 θα ήταν ευτυχείς αν μπορούσαν να συμμετέχουν στη εναντίον τους «δράση», σύμφωνα με τον υπουργό Γκόρντον Μπράουν.

Η Πολιτική ως Εκστρατεία Δικαιωμάτων

Τα ανθρώπινα δικαιώματα εξελίχτηκαν σε θεμελιώδη πολιτική ιδεολογία φέρνοντας κοντά την ευημερία της Δύσης με τις κακουχίες του παγκόσμιου Νότου. Τι σημαίνει όμως για την πολιτική η μετάλλαξή της σε εκστρατεία δικαιωμάτων; Ποιο είναι το «ανθρώπινο» των εκστρατειών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ποια είναι η ανθρωπιά του ανθρωπισμού; Η ιδέα της ανθρωπιάς που οι επιστολικές εκστρατείες της Band Aid, της Live8 και της Διεθνούς Αμνηστίας προτείνουν και προωθούν κυριαρχεί στη φαντασία μας και τους θεσμούς μας και καθορίζει πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Στη θεωρία, το ανθρώπινο υποκείμενο φέρνει κοντά και υπερβαίνει όλα τα περιφερειακά χαρακτηριστικά όπως η εθνικότητα, η υπηκοότητα, η τάξη, το φύλο, η φυλή ή η σεξουαλικότητα. Ο φιλελεύθερος ιδεολόγος Michael Ignatieff πατάει σε σίγουρο έδαφος όταν ισχυρίζεται πως τα ανθρώπινα δικαιώματα ενσωματώνουν την ιδέα ότι «το είδος μας είναι ένα» ( Human Rights as Politics and Idolatry, 2004). Θα έπρεπε να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον άνθρωπο, παρά τις εμπειρικές διαφορές ανά τον κόσμο, στο Σίτυ του Λονδίνου και τις παράγκες της Βομβάης, στα εξοχικά σπίτια του Μπερκσάιρ και τα αστικά σπίτια της Βαγδάτης. Το ανθρώπινο πλάσμα έχει παντού τις ίδιες ανάγκες, επιθυμίες και χαρακτηριστικά και αυτά (θα έπρεπε να) καθορίζουν τα δικαιώματα που έχουμε. Τα δικαιώματα ακολουθούν τη φύση μας. Ως φυσικά, είναι εμφανή, συμφωνούν όλοι γι’ αυτά, δεν υπάρχει άνθρωπος καλής πίστης που να μην αποδέχεται την οικουμενικότητά τους ή την πολιτική δραστικότητά τους. Είναι οι τίτλοι της κοινής ανθρωπιάς, κάτι που ανήκει σε όλους μας λόγω του βασικού γεγονότος ότι είμαστε άνθρωποι.

Στο σημείο αυτό αρχίζουν όμως να μας ζώνουν οι αμφιβολίες. Δεν θα χρειαζόμασταν νομική ενίσχυση αυτών των «εμφανών» τίτλων αν ήταν τόσο εμφανείς. Η θεσμική διακήρυξη και προστασία τους δείχνει πως δεν υπάρχει μία ανθρωπιά, πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι κοινή σε όλους, πως η φύση δεν μπορεί να προστατεύσει τους δικούς της. Η Live8 αποτελεί μέρος της θλιβερής διαπίστωσης πως, παρά τις διακηρύξεις για ανθρωπισμό, δεν υπάρχει μία ανθρωπιά, το «ανθρώπινο» σπάει σε διαφορετικά μέρη. Ένα μέρος είναι η ανθρωπότητα που υποφέρει, το ανθρώπινο ως θύμα. Άλλο μέρος είναι η ανθρωπότητα που σώζει, το ανθρώπινο ως διασώστης. Η καλοσύνη της ανθρωπότητας εξαρτάται από τη δυστυχία της και χωρίς καλοσύνη η δυστυχία δεν θα αναγνωριζόταν. Τα δύο μέρη εξαρτώνται το ένα απ’ το άλλο για να συνυπάρξουν, όπως οι πλευρές ενός νομίσματος. Υπάρχει όμως ένας δεύτερος διαχωρισμός. Η ανθρωπότητα υποφέρει επειδή κάποια μέρη της είναι κακά, εκφυλισμένα, βάναυσα και επιβάλουν απερίγραπτες φρικαλεότητες στα υπόλοιπα. Δεν μπορεί να υπάρξει λύτρωση χωρίς αμάρτημα, δώρο χωρίς στέρηση, Band Aid χωρίς πείνα.

Αυτός ο δεύτερος διαχωρισμός αναγνωρίζεται επισήμως στη σημαντική έννοια των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Η δίκη της Νυρεμβέργης, που νομοθέτησε πρώτη αυτή τη νομική καινοτομία, θεωρείται συμβολική στιγμή στη δημιουργία του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα εμφανίστηκαν όταν η ανθρωπότητα αναγνώρισε πως ένα μέρος της διαπράττει αξιοκαταφρόνητες φρικαλεότητες έναντι ενός άλλου, ενώ ένα τρίτο μέρος είναι ο σωτήρας και λυτρωτής που χρησιμοποιεί το νόμο, τη λογική και μερικές φορές τη βία για να τιμωρήσει τους δράστες και να θεραπεύσει τον πόνο και το κακό. Η ανθρωπότητα υποφέρει από το κακό και το έγκλημα ή από τις επιδράσεις του ανθρώπινου σφάλματος που μπορεί να αποφευχθεί ή της κακής τύχης που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Εάν η ανθρωπότητα υποφέρει από το δικό της κακό και πρέπει να σωθεί, το κακό και οι συνέπειές του, η ευπάθεια, η δυστυχία και ο πόνος, είναι το οικουμενικό χαρακτηριστικό της.

Θύματα, θύματα, παντού

Τόσο οι θρησκευτικές όσο και οι πολιτικές παραδόσεις αποδίδουν τη δυστυχία στο κακό. Στη χριστιανική, και ειδικότερα στην προτεσταντική θεολογία, ο πόνος είναι ένα μόνιμο υπαρξιακό χαρακτηριστικό, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του αρχέγονου αμαρτήματος. Η δυστυχία είναι αποτέλεσμα της παράβασης, της έλλειψης ή στέρησης του καλού. Ο Michael Ignatieff συμφωνεί. Οι στόχοι των ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι «να βάζουν πρώτη την απανθρωπιά, να δίνουν τέλος στην ‘άδικη δυστυχία και τη μεγάλη φυσική σκληρότητα’». Το κακό έρχεται πρώτο, το καλό ορίζεται αρνητικά ως στέρηση κακού, ως εξάλειψη, θεραπεία ή απουσία του κακού. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο ανθρωπισμός φέρνουν τα διάφορα μέρη της ανθρωπότητας κοντά, προσπαθούν να συρράψουν μια κοινή ανθρώπινη ουσία μέσα από το βαθιά τραυματισμένο σώμα.

Ο μετα-κομμουνιστικός ανθρωπισμός, φοβισμένος από τις φρικαλεότητες της ιδεολογίας του 20ού αιώνα, προτιμά μια ανθρωπότητα που υποφέρει και αντικαθιστά τα μεγάλα αφηγήματα της ιστορίας με την ατυχία του είδους. Η ανθρωπότητα δεν ενώνεται μέσα απ’ τα σχέδια των επαναστατών, αλλά μέσα από τον οικουμενικό πόνο και οίκτο. Τα πολιτικά γεγονότα δεν χαίρουν συγκεκριμένης ανάλυσης, δεν εξετάζονται για τις ιστορικές ρίζες τους, κρίνονται από τις ποσότητες πόνου που προκαλούν. Είναι μια παρήγορη θεώρηση. Καθοδηγούμαστε αποκλειστικά από ηθικά συναισθήματα. Ενωμένοι στον οίκτο μας, αναζητούμε ανακουφιστικές παρεμβάσεις και νοιαζόμαστε ελάχιστα για την κατάσταση πριν ή μετά την παρέμβαση, απ’ τη στιγμή που μειώνει την ποσότητα του πόνου. Το αποτέλεσμα είναι η πολυπλοκότητα της ιστορίας, το περιεκτικό πολιτικό πλαίσιο και η πολλαπλότητα των πιθανών απαντήσεων σε κάθε νέα «ανθρωπιστική τραγωδία» να χάνονται.

Οι ιδεολογίες θυσίασαν άτομα για το μέλλον της ανθρωπότητας, γιατί οι ανθρωπιστές δεν χρησιμεύουν παρά ως αποκρυπτογράφοι για την ανθρωπότητα που υποφέρει. Γιατί το ειδικό βάρος κάθε ατόμου και η μοναδικότητα κάθε κατάστασης αντικαθίστανται από μια γκρίζα, μονολιθική ανθρωπότητα, το ακριβώς αντίθετο από την απεριόριστη ποικιλία της ανθρώπινης εμπειρίας. Όπως λέει ο Alain Finkielkraut, «η ανθρωπιστική γενιά δεν αγαπάει τους ανθρώπους- αναστατώνουν υπερβολικά- χαίρεται όμως να τους φροντίζει. Οι ελεύθεροι άνθρωποι την τρομάζουν. Έτοιμη να εκφράσει πλήρως την τρυφερότητά της όταν είναι βέβαιη πως δεν θα φύγουν, προτιμά τους ανθρώπους με αναπηρία» (In the Name of Humanity, 2000). Επιπλέον, καθώς η αξία του οίκτου και της παρέμβασης που ακολουθεί ορίζονται σε ένα εικονικό χρηματιστήριο πόνου, η «τιμή» των συμφορών σπρώχνεται ασταμάτητα προς τα πάνω. Το Ολοκαύτωμα έχει γίνει το οικουμενικό κριτήριο σύγκρισης και το μέτρο του κακού για κάθε νέα πραγματική ή φανταστική φρικαλεότητα, κάθε Ρουάντα Βοσνία, Κόσοβο κρίνεται σε σχέση με αυτό. Όπως είπε ο Paul Ricoeur, «τα θύματα του Άουσβιτς είναι στη μνήμη όλων μας οι κατεξοχήν εκπρόσωποι όλων των θυμάτων της ιστορίας. Η θυματοποίηση είναι η άλλη πλευρά της ιστορίας που κανένα λογικό τέχνασμα δεν μπορεί ποτέ να δικαιολογήσει» (Time and Narrative, 1998). O οίκτος έχει υποκαταστήσει την πολιτική, τη λογική της ηθικής, την πρόοδο της δυστυχίας. Η οικουμενική ανταλλαγή δυστυχίας και ο καπιταλισμός της αγοράς κατάφεραν τελικά να ενώσουν το ανθρώπινο είδος».

Η Αποικιοκρατική Λογική των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων

Παρά τις διαφορές περιεχομένου, η αποικιοκρατία και το κίνημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων σχηματίζουν μια συνέχεια, είναι επεισόδια του ίδιου δράματος, που ξεκίνησε με τις μεγάλες ανακαλύψεις του νέου κόσμου και συνεχίζεται τώρα στους δρόμους του Ιράκ, φέρνοντας τον πολιτισμό στους βαρβάρους. Ο ισχυρισμός για διάδοση της Λογικής και της Χριστιανοσύνης έδωσε στις δυτικές αυτοκρατορίες την αίσθηση ανωτερότητάς τους και την κινητήρια δύναμή τους σε οικουμενικό επίπεδο. Η παρόρμηση είναι πάντα εκεί. Οι ιδέες επαναπροσδιορίστηκαν αλλά η πίστη στην οικουμενικότητα της κοσμοθεωρίας μας παραμένει τόσο ισχυρή όσο αυτή των αποικιοκρατών. Υπάρχει μικρή διαφορά ανάμεσα στην επιβολή της λογικής και της καλής διακυβέρνησης και στον προσηλυτισμό για τη Χριστιανοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αποτελούν και τα δυο μέρος του, επιθετικού και λυτρωτικού ταυτόχρονα, πολιτισμικού πακέτου της Δύσης.

Η θρησκεία είναι εγγενώς λόγος της αλήθειας. Πρέπει να διακηρύττει την ανωτερότητα των δογμάτων της. Η οικουμενική ηθική ακολουθεί την ίδια οδό. Είναι αδύνατο να αξιώνεις την οικουμενικότητα ενός ηθικού κώδικα ή αρχής και να δέχεσαι ότι άλλοι μπορεί νομίμως να διαφωνούν με αυτόν. Εάν υπάρχουν πολλές απόψεις αλλά μια σωστή απάντηση, εναπόκειται στο άτομο, το κράτος ή τη συμμαχία που την έχει, να την περάσει και τελικά να την επιβάλει σε άλλους. Η ηθική, όπως και η θρησκεία, τακτοποιεί τους ανθρώπους σε θέσεις ανωτερότητας και υποβίβασης. Η «παγκοσμιοποίηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων ταιριάζει σε ένα ιστορικό πρότυπο στο οποίο η υψηλή ηθική προέρχεται από τη Δύση ως πολιτισμένος αντιπρόσωπος έναντι κατώτερων μορφών πολιτισμού στον υπόλοιπο κόσμο».Ο δυτικός συνήθιζε να κουβαλάει το φορτίο του λευκού άντρα, την υποχρέωση να διαδώσει τον πολιτισμό, τη λογική, τη θρησκεία και το νόμο στο βάρβαρο μέρος του κόσμου. Εάν τα αποικιοκρατικά πρότυπα ήταν ο ιεραπόστολος και ο αποικιοκράτης διοικητής, τα μετα-αποικιακά πρότυπα είναι ο εκστρατεύων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο λειτουργός της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Η ανθρωπότητα μετέθεσε την αποικιοκρατική εξουσία. Ο μεταμοντέρνος φιλάνθρωπος δεν έχει ανάγκη να πάει σε μακρινά μέρη για να χτίσει νοσοκομεία και αποστολές. Η παγκοσμιοποίηση εξασφάλισε ότι μπορεί να το κάνει αυτό από το μπροστινό του δωμάτιο, βλέποντας τηλεοπτικές εικόνες εγκατάλειψης και αγριότητας και πληρώνοντας με την πιστωτική του κάρτα.

Παρά τις δομικές διαφορές μεταξύ θύματος και εκστρατεύοντος, η θεώρηση της πολιτικής όπως προβάλλεται στις εκστρατείες για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κοινή και στους δυο. Ο χορηγός όπως και το θύμα είναι παθητικός αποδέκτης μηνυμάτων και λύσεων ως βοηθητικός αποδέκτης. Η συμβολή του περιορίζεται στην αποδοχή των εναλλακτικών λύσεων που προσφέρονται από τις κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης. Εάν το θύμα είναι το ανόητο παιχνίδι εξουσιών που ξεπερνούν τις δυνάμεις του, ο χορηγός αποδέχεται εξίσου πως αυτό το μέρος του κόσμου βρίσκεται πέρα από κάθε λύτρωση και η φιλανθρωπία αποτελεί προσωρινή ανακούφιση.

Σε αντίθεση με τον ιεραπόστολο, ο ανθρωπιστής δεν χρειάζεται να πιστεύει σε κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή ιδεολογία, εκτός από την παγκόσμια ιδεολογία ότι οι άνθρωποι υποφέρουν και έχουμε χρέος να ανακουφίζουμε τις πληγές τους. Ο πόνος και η δυστυχία έχουν υποκαταστήσει την ιδεολογία και τα ηθικά συναισθήματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική, όπως ο Richard Rorty μας συμβούλευσε να κάνουμε. Αυτό όμως το είδος ακτιβισμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων μετατρέπεται σε αντι-πολιτική, άμυνα των «αθώων» έναντι της εξουσίας χωρίς καμία κατανόηση της λειτουργίας της εξουσίας και χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για συλλογική δράση που θα μπορούσε να αλλάξει τα αίτια της φτώχειας, της αρρώστιας ή του πολέμου.

Κάνοντας το Καλό

Τα στοιχήματα των ανθρωπιστικών εκστρατειών είναι μεγάλα. Προϋποθέτοντας το θύμα και/ή σώζοντας τον άλλον από ανθρωπισμό δημιουργούμε ανθρωπιά. Ο δράστης/θύμα αποτελεί υπενθύμιση, στοιχειό από το αποκηρυγμένο παρελθόν μας. Είναι το φαντασιακό αντίγραφο της Δύσης, κάποιος που φέρει τα δικά μας χαρακτηριστικά και φοβάται, αν και με την αντίστροφη, φτωχότερη έννοια. Απ’ τη στιγμή που το ηθικό σύμπαν περιστρέφεται γύρω από την αναγνώριση του κακού, κάθε σχέδιο ένωσης των ανθρώπων στο όνομα του καλού καταδικάζεται ως κακό. Ο καντιανός ηθικολόγος καταγγέλλει κάθε ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο, κάθε πράξη που στοχεύει στη δικαιοσύνη ή τη ριζοσπαστική ισότητα. Η βούληση για καλό θα μετατραπεί σίγουρα σε εφιάλτη και ολοκληρωτισμό. Γι’ αυτό, το αντίτιμο της πολιτικής των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι ο συντηρητισμός.

Η ηθικολογική αντίληψη καθιστά αδύνατες και ταυτόχρονα εμποδίζει τις θετικές πολιτικές θεωρήσεις και δυνατότητες. Η ηθική των ανθρώπινων δικαιωμάτων νομιμοποιεί αυτό που η Δύση ήδη κατέχει. Το κακό είναι αυτό που ούτε κατέχουμε ούτε απολαμβάνουμε. Αλλά όπως λέει ο Alain Badiou, ενώ το ανθρώπινο είναι εν μέρει απάνθρωπο, είναι επίσης περισσότερο από ανθρώπινο. Υπάρχει μια ‘υπεράνθρωπη ή αθάνατη διάσταση στο ανθρώπινο’ (Badiou, A subject to Truth, 2003). Γινόμαστε ανθρώπινοι στο βαθμό που επιβεβαιώνουμε μια φύση που ενώ είναι εντελώς θνητή δεν είναι έτοιμη να θυσιαστεί και δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες του παιχνιδιού. Η κατάσταση του θύματος, από την άλλη πλευρά, ‘του ζώου που υποφέρει, του σκελετωμένου ατόμου που πεθαίνει, συρρικνώνει τον άνθρωπο στη ζωώδη υποδομή του, στην καθαρή και απλή θνητή ιδιότητά του…ούτε η θνησιμότητα ούτε η σκληρότητα μπορούν να ορίσουν τη μοναδικότητα του ανθρώπινου στον κόσμο των ζωντανών.

Θα έπρεπε να αντιστρέψουμε την ηθική μας προσέγγιση: δεν είναι η δυστυχία και το κακό που ορίζουν το καλό ως την άμυνα που προβάλλει η ανθρωπότητα έναντι της κακής πλευράς της. Είναι η θετική ικανότητά μας να κάνουμε το καλό, η αποδοχή της δυνατότητάς μας να ενεργήσουμε και να αλλάξουμε τον κόσμο, που πρέπει να καταγγείλουν το κακό ως ανοχή ή προώθηση του υπαρκτού και όχι αντίστροφα. Με αυτή την έννοια, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μας προστατεύουν από την απανθρωπιά, αλλά θα μπορούσαν να κάνουν το ανθρώπινο περισσότερο από ανθρώπινο. Ίσως πρέπει να παραμερίσουμε τα δικαιώματα προς όφελος του δίκαιου.
 
του Κώστα Δουζίνα

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Προυντόν, ανέκδοτα αποσπάσματα

Τι πραγματικά γνωρίζουμε από τη σκέψη του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, 200 και πλέον χρόνια μετά τη γέννησή του, στις 15 Ιανουαρίου 1809 ; Κυρίως μία φράση : « Η ιδιοκτησία είναι κλοπή ». Λίγα από τα γραπτά του συγγραφέα, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ο μεγαλύτερος Γάλλος φιλόσοφος του 19ου αιώνα, υπάρχουν σήμερα στα βιβλιοπωλεία, ακόμα και της χώρας του. Κι όμως, το θεωρητικό πλαίσιο του αναρχισμού που μας χάρισε ο Προυντόν, επανέρχεται « στη μόδα » αρκετά συχνά. Η έγκυρη γαλλική επιθεώρηση « Le Monde diplomatique » δημοσίευσε ένα εκτεταμένο αφιέρωμα από το οποίο επιλέξαμε να παρουσιάσουμε μερικά ανέκδοτα γραπτά του. Δύσκολα θα διακρίνει κανείς σ’ αυτά το « μυϊκά γέρο ύφος » που διέκρινε ο Μαρξ, αφού αφήνεται σε μια ελευθερία, ενδεικτική του αυτοδίδακτου της γραφής του.
Από τις 7 Ιουνίου 1849 ως τις 4 Ιουνίου 1852, ο Προυντόν εκτίει κάθειρξη στη φυλακή της Αγίας Πελαγίας για το αδίκημα της « προσβολής του Προέδρου της Δημοκρατίας ». Ζει εκεί το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1851, το οποίο σηματοδοτεί τον θρίαμβο του Λουί Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Τα σημειωματάρια που συμπληρώνει σχολαστικά εκείνη την περίοδο – αποσπάσματα των οποίων δημοσιεύουμε σήμερα– καταδεικνύουν τη βαθιά απογοήτευσή του από την άμεση καθολική ψηφοφορία, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την εγκαθίδρυση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Εκφράζοντας οργή ανάλογη της απογοήτευσής του, ο Προυντόν στήνει στον τοίχο, δίπλα δίπλα, το « βλακώδες » προλεταριάτο και τη « δειλή » και « άπληστη » μπουρζουαζία, τα οποία προσπαθούσε, ωστόσο, να συμφιλιώσει.

4 Δεκεμβρίου 1851
Σηκώθηκα στις 5.30 το πρωί. Ο ύπνος μου ήταν πυρετώδης, εξημμένος, ενώ οι αρτηρίες μου σφυροκοπούσαν αφόρητα. Η κρίση είναι φρικιαστική (...) Ένας αχρείος τυχοδιώκτης –ο οποίος εκλέχθηκε εξαιτίας της λαϊκής αυταπάτης για να προεδρεύσει επί του πεπρωμένου της Δημοκρατίας–, εκμεταλλεύεται τις πολιτικές μας έριδες για να καταλύσει το Σύνταγμα, να διαβάλει την ισχύ των νόμων, να καταδιώξει και να φυλακίσει τους εκπροσώπους του λαού, να δολοφονήσει διαμέσου των δορυφόρων του όλους όσοι, αντιστεκόμενοι, φέρουν εις πέρας το ιερότερο των καθηκόντων. Τολμά, βάζοντας το μαχαίρι στο λαιμό, να μας ζητά να συναινέσουμε στην τυραννία. Το Παρίσι θυμίζει αυτή τη στιγμή γυναίκα φιμωμένη, δεμένη και βιασμένη από κάποιον ληστοσυμμορίτη. Αν ήμουν ελεύθερος θα θαβόμουν κάτω από τα ερείπια της Δημοκρατίας μαζί με τους πιστούς πολίτες ή, αλλιώς, θα πήγαινα να ζήσω μακριά από μία πατρίδα που δεν αξίζει την ελευθερία.
9 Δεκεμβρίου 1851
Πέρασα άσχημη νύχτα. Το σαράκι με κατατρώγει. (...) Η πρόοδος των επιστημών και της φιλοσοφίας υπονόμευσε αίφνης την ελίτ της διανόησης στην Ευρώπη σε ασύλληπτο βαθμό – οι μάζες διαφέρουν ελάχιστα από εκείνες του Μεσαίωνα. Πιστέψαμε ότι θα μπορούσαμε να τις πάρουμε με το μέρος μας διαμέσου του λόγου, της στήριξης των συμφερόντων τους, της εθνικής αξιοπρέπειας, της αγάπης για την ελευθερία. Τίποτα δεν πιάνει. Τα δύο τρίτα των χωρικών πιστεύουν πιο πολύ τον παπά παρά τον δικηγόρο τους – η γοητεία που τούς ασκεί ο αυτοκράτορας Ναπολέοντας είναι τέτοια που καμία λογική επιχειρηματολογία δεν μπορεί να τη διαλύσει. Ο Λαός είναι ένα τέρας που καταβροχθίζει όλους τους ευεργέτες και τους απελευθερωτές του. Δεν υφίσταται, όπως πιστέψαμε, επαναστατικός λαός – δεν υπάρχει παρά μία ελίτ ανδρών οι οποίοι πίστεψαν ότι θα μπορούσαν, παθιάζοντας το λαό, να εφαρμόσουν τις ιδέες τους για το κοινό καλό. (...) Όλα αποδεικνύουν περίτρανα ότι εκλαμβάνοντας κανείς τον λαό σαν διαιτητή της ίδιας του της σωτηρίας, εξισώνεται τόσο με τους τρελούς όσο και με τους τσαρλατάνους.
15 Δεκεμβρίου 1851
(...) Η Γαλλία είναι πλέον ένα τίποτα : ο Λουί Βοναπάρτης είναι ο εφημέριος των Ιησουϊτών, το δεξί χέρι της Εκκλησίας, ο ταπεινός υπηρέτης του υπηρέτη των υπηρετών του Θεού. (...) Αίσχος για αυτό το έθνος το δειλό, το αποσυντεθημένο από τον μερκαντιλισμό, για τους παράλογους βασιλόφρονες και τους τραμπούκους Ιακωβίνους του, για την μπουρζουαζία του την εγωιστική, την υλιστική, που ούτε πίστη διαθέτει ούτε δημόσιο πνεύμα. Αίσχος για το ηλίθιο προλεταριάτο που είναι πάντα αχόρταγο για συγκινήσεις και πάντα πρόθυμο να εκπορνευτεί με κάθε τρόπο (...) Αίσχος για τον κλήρο τον υποκριτή, τον προδότη, τον αρχιτέκτονα όλων των αχρειοτήτων και των προδοσιών. Αίσχος για αυτόν τον στρατό που στερείται συλλογικού πνεύματος, που συγκροτείται από άγρια ζώα, για τον οποίο, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, οι πόλεμοι της Αφρικής χρησιμεύουν ως σχολείο για να τη δολοφονία ανθρώπων, δίχως οίκτο και δίχως τύψεις (...) Ω ! Αυτή η αντίδραση είναι ανάξια σωφροσύνης και ανθρωπιάς : τίποτα εκτός από τον πλήρη αφανισμό του δεν μπορεί να αναιρέσει το έγκλημα. (...) Ιούνιος και Δεκέμβριος του 1848, Ιούνιος 1849, Μάιος 1850, Δεκέμβριος 1851 – όλες οι διαπραχθείσες πράξεις δειλίας, όλες οι προσβολές που υπέμεινε αδιαμαρτύρητα θα τον στιγματίζουν αιώνια. Η ελίτ αυτής της χώρας, εκείνη της οποίας η σκέψη, η συνείδηση έδιναν ζωή στο έθνος, είναι νεκρή, εξοστρακισμένη ή φιμωμένη. Απομένουν μονάχα στάχτες !...
21 Δεκεμβρίου 1851
Φανατισμός για την πατρίδα ! Ακόμη μία βδελυρή προκατάληψη που πρέπει να ξεριζωθεί από την καρδιά των ανθρώπων, μαζί με τη λατρεία του καθολικισμού και την πειθήνια υπακοή στους νομοθέτες. Τιμή, Αλήθεια, Ισότητα, Ελευθερία, Τελειοποίηση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας – ορίστε οι θεοί ! Ορίστε η πατρίδα ! Χωρίς αυτά, οι συμπολίτες, οι συμπατριώτες, οι ομόθρησκοι, οι συνωμότες δεν είναι παρά ζώα άγρια και φαρμακερά. Γι’ αυτό, επομένως, η πατρίδα, η θρησκεία, όλες αυτές οι λέξεις ισοδυναμούν με ψεύδη που πεδικλώνουν τη συνείδηση και τρέπουν σε φυγή την αρετή.
11 Ιανουαρίου 1852
Αναμφίβολα, επιχειρήσαμε κάτι μεγαλειώδες όταν καλέσαμε δέκα εκατομμύρια πολίτες να συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση της πολιτείας, όταν επιχειρήσαμε αυτή τη λαμπρή πρωτοβουλία η οποία θα όφειλε να τερματίσει τα σκάνδαλα όλων των παλαιών εξουσιών. Οι μάζες αψήφησαν τους μύστες τους – το άξεστο προλεταριάτο ψήφισε, επιδεικνύοντας αγνωμοσύνη αλλά και πονηριά, εναντίον εκείνων που τού πρόσφεραν αυτή την προέκταση της ελευθερίας του. Ποιο όνειδος μπορεί να απορρεύσει σε μας ; Γιατί θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο κήρυκας ατιμάστηκε επειδή, μετερχόμενος μονάχα την πειθώ και προάγοντας την ελευθερία, τού αντιτείνεται η προσβολή, οι διώξεις και η βία ; Ο γαλλικός όχλος αποδεικνύεται ανάξιος της πολιτικής ελευθερίας, επιστρέφει στη δουλεία και στον εξευτελισμό του, κηρύσσει δημόσιους εχθρούς εκείνους οι οποίοι πίστευαν ότι θα τον απελευθερώσουν εκπληρώνοντας τους δικούς του ευσεβείς πόθους ! (...)
1 Μαρτίου 1852
Είμαι σε θέση να πω τη γνώμη μου για την υπόθεση κατά την οποία υπέρτατοι κριτές γίνονται οι βασιλείς, οι νομοθέτες και οι εμπνευστές οι ίδιοι άνθρωποι τους οποίους η κοινωνία οφείλει να διαφωτίσει, να εκπαιδεύσει, να καθοδηγήσει κ.λπ. Η οποία θεωρεί ότι η ευφυΐα και η ισχύς λανθάνουν στην αδρανή και παθητική πλειονότητα, ενώ αναγνωρίζει ως κατεξοχήν ενάρετη, έλλογη, καλή την πολυπληθέστερη και την πλέον φτωχή μερίδα των εθνών, ως εκ τούτου την πιο καθυστερημένη, την πιο αδαή, την πιο φαύλη, την πιο αγνώμονα. (...) Η άμεση και καθολική ψηφοφορία δολοφόνησε τη Δημοκρατία, ενώ η πλειονότητα, αφού εγκατέλειψε και πρόδωσε τους αντιπροσώπους της, εφοδιάστηκε με νέο αφέντη. Εφόσον η εμπειρία του 1799 και του 1804 δεν υπήρξε αρκετή, δεν πείθομαι ότι η αντίστοιχη του 1852, η οποία έχει ιστορικό αιώνων, θα επαρκούσε. (...) Έχει αποδειχθεί ότι ο λαός διάκειται ευνοϊκά προς τον δεσποτισμό, εχθρικά προς την ελευθερία : επίσης, όλες οι τυραννίες συμπεριφέρονται το ίδιο και δεν έχουν παρά μία πολιτική : να καταστρέψουν τις μεσαίες τάξεις, τις λεγόμενες αστικές, και να μην αφήσουν παρά μία τάξη αμόρφωτη, επαιτούσα, με μία αριστοκρατία νομοθετών και στρατηγών και τον κλήρο για αντίβαρο. (...) Ορίστε το διεστραμμένο σχέδιο των Ιησουϊτών στα 1852, ορίστε η συνωμοσία της οποίας αυτουργός είναι ο Λουί Βοναπάρτης.
15 Μαΐου 1853
Το έργο του 19ου αιώνα θα είναι ασύγκριτα σημαντικότερο από εκείνο του 1789, από κάθε άποψη, πιο τρανταχτό ακόμη και από τη διαφορά της άρνησης από την κατάφαση, της καταστροφής από την οικοδόμηση. Βιάζεστε, λοιπόν, αστοί, να ολοκληρώσετε το βιομηχανικό σας έργο, προτού το ανθρώπινο πνεύμα –που βεβαίως δεν εδράζει στις μηχανές ούτε στα μαγαζιά σας– ανακαταλάβει τα δικαιώματά του ; Πιστεύετε ότι θα καταφέρετε για πολύ να ζείτε από τους τόκους και τα επιδόματα, από την πίστωση και τις υποθήκες σας ; Πιστεύετε, παρ’ όλες τις ευκολίες των προαναφερθέντων, ότι η ανθρώπινη σκέψη θα κατορθώσει να αρκεστεί στο μηχανιστικό πλέγμα ; Ή ότι θα είμαστε ικανοποιημένοι όταν δεν θα μας περισσεύουν οι μεταλλουργικές εταιρείες, τα κανάλια, οι σιδηρόδρομοι, οι τράπεζες, οι καταθέσεις, οι αποταμιεύσεις, η ασφάλιση, η κυκλοφορία, το σκόντο, οι αποζημιώσεις, και, μάλιστα, με εγγυημένη μια θέση εργασίας και με χαμηλό κόστος ζωής ; (...) Όλα αυτά είναι ύλη, αποτελούν το σώμα του κοινωνικού : λείπει η ψυχή. Ψυχή έχουμε ανάγκη. Για δείτε λοιπόν τι ψυχή αποκτάτε !...
2 Απριλίου 1854
Το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου εγκαινίασε αμετάκλητα για τη Γαλλία μία νέα περίοδο – σηματοδότησε το αποφασιστικό βήμα στην πρόοδο της αδιαφορίας. Μετά το 1814, η Γαλλία αντελήφθη ότι είχε γίνει απαθής ως προς τη θρησκεία, ενώ η Παλινόρθωση, όπως σήμερα η αυτοκρατορία, προσπάθησε εις μάτην να αναστήσει το πτώμα του χριστιανισμού. (...) Τώρα, μετά από σειρά πολιτικών εγχειρημάτων (δεκατέσσερις αλλαγές κυβέρνησης σε εξήντα πέντε χρόνια), έφτασε στην πολιτική ή δυναστική απάθεια, όπως προηγουμένως οδηγήθηκε στη θρησκευτική. Στη Γαλλία, δηλαδή, καταλαβαίνουμε ότι η μορφή διακυβέρνησης δεν σημαίνει τίποτα, πως δεν είναι παρά δευτερεύον ζήτημα – πως η κυβέρνηση είναι υπονομευμένη, ενώ κρίσιμη δεν είναι η εξουσία του Κράτους αλλά εκείνη των συμφερόντων. Ο νόμος είναι άθεος και αναρχικός : αυτή είναι η αληθινή Γαλλία από το 1852. Είναι εναντίον αυτής της αναγκαιότητας που συσπειρώνεται με μένος η τύρφη των συγγραφέων όλων των κομμάτων.
9 Ιουλίου 1858
Η κατατρυχόμενη Γαλλία. Είναι τέτοια από κάθε άποψη. Σε σχέση με το εξωτερικό, η απομόνωση διαμορφώνεται εκ νέου : Αγγλία, Αυστρία, Πρωσία, Γερμανία, Βέλγιο Ελβετία και Πιεμόν, ο ίδιος ο πάπας – όλοι είναι εχθρικοί απέναντί μας ! Δεν μάς απομένει παρά η επισφαλής και πολύ επικίνδυνη συμμαχία με τη Ρωσία. (...) Στο εσωτερικό –στην οικονομία, στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στη γεωργία– δεν μπορούμε πλέον να προοδεύσουμε ούτε βήμα. Τα λαϊκά στρώματα είναι εξουθενωμένα, η αστική τάξη απαξιωμένη, η πλέμπα μισητή και περιφρονημένη, τα κόμματα φθαρμένα. Είμαστε παραδομένοι στο έλεος της δίνης. Γίνεται λόγος για παλινόρθωση των Βουρβόνων. Έτσι ώστε, από το ’89, είχαμε την εμπειρία τεσσάρων δυναστειών, συνυπολογίζοντας και τη Δημοκρατία, οι οποίες, η μία μετά την άλλη, εγκαθιδρύθηκαν, ανατράπηκαν και αποκαταστάθηκαν – δηλαδή οχτώ στο σύνολο ! (...) Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό ; Η διαφθορά της αστικής Γαλλίας, η υπερβολική διέγερση των ορέξεων, τα λάθη των κυβερνήσεων που όλες στηρίχτηκαν άλλοτε στην καταστολή, άλλοτε στον μακιαβελισμό, άλλοτε στα πάθη και στα συμφέροντα – ποτέ στο δίκαιο. (...) Ταλαίπωρη μπουρζουαζία ! Υπακούοντας μονάχα στην απληστία, έσκαψε τον ίδιο της το λάκκο, όμοια με τους Σιστερσιανούς μοναχούς όταν νηστεύουν και καταστέλλουν τις επιθυμίες του σώματος. Κι όμως αποστολή της ήταν εύσχημη, αλλά και προσοδοφόρα. Να γίνει καθοδηγητής της πλέμπας, να αναλάβει τα ηνία της μόρφωσης του εργάτη και του αγρότη, να τους μυήσει στην επιστήμη, στον πολιτικό και κοινωνικό βίο. Να επιλέξει στις τάξεις της εύρωστους και έντιμους νέους, όμορφες και συνετές κοπέλες για συζύγους στους κληρονόμους της και για την ανανέωση της γενεαλογίας της. Να τερματίσει την αρχέγονη επέλαση των βαρβάρων και να αποκαθάρει αυτή τη σκουριά που μας ατιμάζει. (...) Αλλά όχι : οι αδηφάγοι χρειάζονται την εκμετάλλευση, τους δουλοπάροικους. Ω ! Της αξίζει να τιμωρηθεί, να αφανιστεί. (...) Το 1852, όλοι επικροτούσαν αυτή την ασύγκριτη κυβέρνηση, η οποία θησαύριζε ως δια μαγείας, στρώνοντας χρυσό χαλί στους αστούς, κερδοσκοπούσε κατά βούληση, διπλασίαζε τα κεφάλαιά της κ.λπ. (...) Τώρα εκείνοι που απολάμβαναν τους καρπούς της αφθονίας θρηνούν – εκτοξεύουν κατηγορίες, ξεσπούν εναντίον του αυτοκράτορα που δεν έκανε άλλο από το να συμμορφωθεί καθ’ υπερβολήν στις επιταγές τους.

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Α-πιστία

Μια κοινωνία όπου η πίστη είναι μέρος ονόματος τράπεζας, όπου κάποιος πληρώνει ή πληρώνεται με πιστωτικές κάρτες, όπου αποκτά ή χάνει πίστωση, όπου καλείται να επενδύσει από καθαρή πίστη στο λαμπρό μέλλον μελλοντικών αξιών, και όπου κυριαρχεί ένα σύστημα που ονομάζεται χρηματοπιστωτικό, δεν είναι κοινωνία χωρίς πίστη. Ούτε γίνεται αυτό που ο Μαρξ ονόμασε "salto mortale" από το κεφάλαιο στο εμπόρευμα και πίσω χωρίς το αποφασιστικό βλέμμα του πιστού. Η αμφισβήτηση της πίστης, ο σαρκασμός που επιφυλάσσεται για όσους επιμένουν να πιστεύουν "ακόμα" (και το υπονοούμενο είναι ασφαλώς ότι τώρα δεν είναι καιρός για πίστη, ότι η στιγμή της πίστης έχει προ πολλού παρέλθει) δεν γίνεται από αυτούς που δεν πιστεύουν αμετάβατα, αλλά από αυτούς που δεν πιστεύουν σε κάτι συγκεκριμένο: δεν υπάρχει σκεπτικισμός που να μην είναι ταυτόχρονα τυφλή πίστη σε κάτι, έστω και αν αυτό είναι απλώς η αδιαφιλονίκητη ευφυϊα, οι υψηλότερες διανοητικές απαιτήσεις και το λεπτότερο γούστο του φερόμενου ως σκεπτικιστή.
Κατά την δεκαετία του 90, το κνίτικο "πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στους αγώνες" έγινε βορά στο στόμα των ιδρυτών και των φερέφωνων του εγχώριου λαϊφσταϊλισμού ως συνώνυμο του ξεπερασμένου και αγκυλωτικού πουριτανισμού μιας πρόωρα γηρασμένης απ' την πολιτικοποίηση νεολαίας. Για να αντικατασταθεί από τι; Από τα 100 πράγματα που πρέπει να κάνεις ως τα 30 αν θες να λέγεσαι άντρας. Από τη βιομηχανία αυτο-απαρνημένου πορνό, νταβατζιλικικού και εκβιασμών με την οποία έκαναν καριέρα και λεφτά τα σηκωμένα φρύδια της αφ υψηλού ειρωνείας και της "σεξουαλικής απελευθέρωσης". Από την περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζεται από τους εργοδότες ή τους καραβανάδες κάθε νεαρός ή νεαρή που εμφανίζεται για δουλειά με ένα διδακτορικό στο χέρι ("και τι νομίζεις ότι έκανες, ρε;" ή στο ευγενέστερο "καλά είναι αυτά, αλλά στον πραγματικό κόσμο δεσποινίς μου...") Από την ανάλογη περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζεται κάθε ψελλισμένη αντίρρηση στο ότι αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος εφικτός ή, εν πάσει περιπτώσει, ο μόνος μου αξίζουμε ("και ποιος νομίζεις ότι είσαι, ρε;") Ήταν, αυτή ήταν η ιστορική ετυμηγορία, πολύ αφελής η πίστη στην μαχόμενη γνώση, στην επικύρωση --όσο τετριμμένη και αν κατήντησε-- της θέλησης να ξεστραβωθείς ο ίδιος και να αλλάξεις τον κόσμο μαζί. Ήταν άξια διάβρωσης από την ειρωνεία των "πεπειραμένων" στα εγκόσμια. Από το όνειρο μιας μόρφωσης που δεν σε μετατρέπει σε αποξενωμένο εχθρό των αγράμματων και σκυμμένων προγόνων σου (γιατί αυτό ήταν το νόημα του συνθήματος, κύριοι Κωστόπουλοι), ήταν προτιμότερη, πιο απελευθερωμένη, λιγότερο ενοχική, η απαθής άγνοια.
Αλλά μην απελπίζεσαι! Κάθε φορά που πείθεσαι να σταματήσεις να πιστεύεις σε κάτι βλέπεις τους θιασώτες του σκεπτικισμού να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τα λάβαρα της πίστης: ο ανελέητος σκεπτικιστής του χθες ("μα, παύση πληρωμών; ανέφικτο, φευ, ανέφικτο...") βροντοφωνάζει σήμερα, επαύριο των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση, το άκαμπτο πιστεύω του στην αλήθεια του σεναρίου της επαναστατικής ανατροπής, της πηγαίας λαϊκής ετυμηγορίας και της ανεπίστρεπτης κατάρρευσης του κάστρου του δικομματισμού. Γιατί βέβαια το θέμα δεν ήταν ποτέ η πίστη ενάντια στην απιστία. Ήταν πάντα η πίστη σε ένα πράγμα ενάντια στην πίστη σε ένα άλλο. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ τους; Αυτοί που βρίσκονται απέναντί μας γνωρίζουν πως να δίνουν στην πίστη τους κάθε φορά διαφορετικό όνομα: ανανέωση· ευρωπαϊσμός· αντι-δογματισμός· μεταμοντέρνο· πολυπολιτισμικότητα· μετα-ιδεολογική αντίληψη· πλουραλισμός. Στην πραγματικότητα, η πίστη των σκεπτικιστών που ξεχνούν τον σκεπτικισμό τους όταν παρίσταται η ανάγκη να κρατήσουν τα κοινωνικά γκέμια, είναι πάντα πίστη σε ένα πράγμα: στην αντεπανάσταση. Όχι ακριβώς στην κριτική αποδόμηση της επαναστατικής προοπτικής· μάλλον στη εκ των προτέρων διακύρηξη με κάθε τόνο και τρόπο της ιδέας ότι η προοπτική αυτή είναι ταυτόχρονα ανέφικτη και περιττή, εγκληματική και συνάμα ήδη διαθέσιμη χωρίς τον εαυτό της, υπό τη μορφή, ακριβώς, του αντιθέτου της. Πράγμα που εξηγεί γιατί αυτοί που πριν σε εγκαλούσαν για δογματική πίστη σήμερα σε εγκαλούν για κακότροπη δυσπιστία (και αύριο θα σε ξανα-εγκαλέσουν για ό, τι σε εγκαλούσαν πριν· η δική τους πίστη δεν δεσμεύεται απ' την ανάγκη συνέπειας με το παρελθόν, βλέπεις. Είναι "ανοιχτή" σε ένα μέλλον που για κάποιο διαβολικό λόγο έχει ήδη τη γεύση του ηγεμονικού παρόντος).
Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ποτέ η πίστη σου στο επίπεδο της μορφής της· ήταν πάντοτε το περιεχόμενό της και αυτό που σου υπαγορεύει να σκέφτεσαι και να πράττεις. Αυτό πρέπει να ξεριζωθεί πάσει θυσία από μέσα σου, τη μια με την πιο φαρμακερή ειρωνεία, την άλλη με την πιο αμετροεπή αισιοδοξία· τη μια με τον πιο δύστροπο σκεπτικισμό, την άλλη με την πιο βιαστική ανακήρυξη της έλευσης της επί της γης ουτοπίας.
Τόσο στην πίστη σου όσο και στον σκεπτικισμό σου δώσε το σωστό τους --ανταγωνιστικό-- πολιτικό νόημα. Αλλιώς δεν είναι παρά άδειες λέξεις.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Περί γραφής

1.Το ότι η ζωή αποκαλύπτει το νόημά της όταν διαβαστεί ανάποδα --από την σκοπιά του τέλους-- ενώ η γραφή όχι, είναι απόδειξη του γεγονότος ότι η ελευθερία αισθάνεται ανετότερα με τη γραφή από ότι με τη ζωή.

2.Κάθε γραπτό ενσωματώνει το θαύμα της αρχής, μιας πρώτης λέξης ή γράμματος από το οποίο πηγάζει όλη η πλάση. Το θαύμα όμως αυτό έχει επίπονη συνείδηση του γεγονότος ότι είναι απατηλό --ένα φτηνό ταχυδακτυλουργικό κόλπο-- μιας και στην πραγματικότητα, κάθε κείμενο αρχίζει συνάμα καθυστερημένα και προτρέχοντας του εαυτού του. Στην πραγματικότητα η γραφή είναι η απτή απόδειξη του αδύνατου της αρχής, και αυτή είναι η πηγή της ανομολόγητης ντροπής της.

3.Η οντολογική κατάσταση που εμπνέει κάθε γραπτό που τελειώνει θα μπορούσε εξίσου να αναγνωριστεί ως παραδείσεια ή απολωλός. Στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Το να γράφεις ισοδυναμεί με την διατήρηση του είναι σε μια κατάσταση ατέλειας πέρα από τη σωτηρία και την καταδίκη, με την αναβολή κάθε προοπτικής μιας ημέρας της Κρίσης.

4.Η γραφή είναι το κατώφλι όπου επαναδιαπραγματεύομαστε το άγνωστο, ο καθένας ξεχωριστά, και κάθε φορά εκ νέου.

5.Η γραφή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση της σκέψης, και όχι το ανάποδο.

6.Η γραφή είναι ένας εθισμός που απαιτεί καλλιέργεια.

7 Κάθε μορφή γραφής κουβαλάει μέσα της την σωτηριολογική επιθυμία για ολότητα, αλλά μπορεί να είναι το αληθινό κρυπτόγραμμα αυτής της επιθυμίας μόνο όταν δεν την αναγνωρίζει κάποιος πλέον ως δική του, σαν ένα παιδί για το οποίο ως γονιός έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα.

8.Η γραφή είναι πάντοτε η μορφή ενός θανάτου που βιώνεται εκ των προτέρων, και η αναγγελία μιας μετά θάνατον ζωής που δεν μας αφορά.

9.Η γραφή δεν είναι έκφραση --εκτός αν με τη λέξη "έκφραση" εννοούμε την εμφάνιση μιας πολλαπλής και κρυφής οντότητας της οποίας δεν γνωρίζαμε ότι είμαστε ξενιστές. Κάθε προσπάθεια να καταστεί η γραφή μέσο έκφρασης αυτού που ήδη γνωρίζουμε ότι είμαστε είναι κίβδηλη και ανειλικρινής.

10.Η γραφή είναι η παραπλανημένη αλλά αληθής μορφή της αναζήτησης της ευτυχίας. Αληθής, γιατί συλλαμβάνει την ευτυχία στην αληθινή της μορφή --ως παροδική και εφήμερη, όσο εξαρτημένη από την καλή τύχη είναι μια ωραία στροφή του λόγου. Παραπλανημένη, γιατί, παίρνοντας κάθε κέρδος για ανακτημένη απώλεια, συγχέει την ευτυχία με αυτό που της έπεσε κατά λάθος στο δρόμο καθώς εξαφανίζεται απ' τα μάτια μας, στρίβοντας βιαστικά τη γωνιά.