Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Φως και Σκιά

Ο ήλιος έδυε πίσω από τα ψηλά βουνά στη Δύση και το σούρουπο, ο πρόδρομος της νύχτας γλιστρούσε γρήγορα κατά μήκος  των λιβαδιών. Όμως η ζέστη της ημέρας παρέμενε ακόμη και το νεαρό κορίτσι ήταν ευχαριστημένο που δρόσιζε τα πόδια της μέσα στο ρυάκι και αφουγκραζόταν.
Και τότε, καθώς οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου εξασθένησαν και τα κελαηδήματα των πουλιών έσβηναν, ακούστηκε η μουσική. Ήταν αμυδρή και ψιλή και συχνά χανόταν σαν να περνούσε πέρα από την εμβέλεια της ανθρώπινης ακοής, και ήταν απίστευτα όμορφη. Η Εύα αφουγκράστηκε μαγεμένη όπως είχε κάνει και τις τρεις τελευταίες νύχτες. Η μουσική ύφαινε έναν λεπτεπίλεπτο ιστό στη νυχτερινή ατμόσφαιρα, καλώντας, επιμένοντας, παρασύροντας την όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος που συνόρευε με τα λιβάδια. Οι ντόπιοι έλεγαν ιστορίες σχετικά με το μέρος αυτό και το συνέδεαν με το γήλοφο των ξωτικών που υψωνόταν πέρα από το χωριό. Καθώς η Εύα έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος, η μουσική ακουγόταν όλο και πιο δυνατά μέχρι που την περικύκλωσε… κρατώντας την… τραβώντας την… περιστρέφοντας την γύρω -γύρω… γύρω γύρω… Ένιωσε το δάσος να γυρίζει… να γυρίζει… να γυρίζει  κι έπεσε…
Όταν ξύπνησε η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και ο ουρανός λαμπύριζε γεμάτος αστέρια. Η Εύα ανακάθισε απότομα. Κάτι κουνήθηκε στην άκρη του ματιού της και έπνιξε μια κραυγή.
«Δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι». Η φωνή ήταν ενός άνδρα, λεπτού και ψηλού σαν τη μουσική και φάνηκε να αντηχεί μέσα στο κεφάλι της.
«Ποιος… ποιος είσαι;» ψιθύρισε και η φωνή της έσπασε από την προσπάθεια.
Η σκιά ήρθε πιο κοντά, μέχρι που μπόρεσε να διακρίνει το περίγραμμα ενός ψηλού, αδύνατου άνδρα. Χαμογέλασε και τα δόντια του φάνηκαν εκπληκτικά λευκά μέσα στις σκιές και τράβηξε πίσω την κουκούλα μιας μακριάς κάπας. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και χλωμά και φαίνονταν αφάνταστα απαλά.
«Είμαι ο Άνταμ», είπε. Και πάλι η φωνή φάνηκε να αντηχεί μέσα στο κεφάλι της. Ήταν απαλή, αβίαστη και ρευστή, σαν… σαν τη μουσική που είχε ακούσει.
Η μουσική.
«Άκουσα μουσική», μουρμούρισε, «ακολούθησα…»
Ο Άνταμ της έδειξε μια άρπα. «Συχνά παίζω καθώς περνά η νύχτα», της είπε χαμογελώντας. « Πρέπει να πηγαίνω», είπε και η φωνή του είχε ένα ίχνος λύπης. «Θα σε δω ξανά;»
Η Εύα του έγνεψε σιωπηλά.
« Μα δεν ξέρω καν το όνομα σου, όμορφη κόρη».
«Εύα», μουρμούρισε η κοπέλα.
«Εύα», επανέλαβε ο Άνταμ…
Συναντήθηκαν ξανά την επόμενη νύχτα στο ίδιο μέρος ακριβώς μετά το σούρουπο. Και την επόμενη… και την επόμενη… και την επόμενη…
Περπατούσαν μαζί μέσα στο φεγγαρόφωτο δάσος και μολονότι μιλούσε λίγο για τον εαυτό του, αισθανόταν πως τον ήξερε. Πάντα χώριζαν πριν την ανατολή του ήλιου και πάντα η Εύα υπόσχονταν πως δεν θα μιλούσε σε κανέναν για τις συναντήσεις τους.
Στο πρώτο φιλί τους η κοπέλα ένιωσε το αίμα να μαζεύεται στο πρόσωπο της, ενώ το άγγιγμα των χειλιών του της έκανε να αισθανόταν ζαλισμένη. Και οι μακριές ζεστές μέρες του καλοκαιριού πέρασαν αργά στο φθινόπωρο και παρόλο που η Εύα περνούσε όλες τις νύχτες με τον Άνταμ, ποτέ δεν ένιωθε κουρασμένη. Και ήρθε ο Νοέμβρης. Η Εύα ζούσε μόνο για τις νύχτες και τον εραστή της. Και όσο δεν ένιωθε κούραση, τόσο αδύνατη και χλωμή έδειχνε και τα μάτια της σκοτείνιαζαν. Ήξερε βαθειά μέσα της πως ο Άνταμ δεν ήταν άνθρωπος, αλλά δεν ήταν ούτε δαίμονας ούτε διάβολος..ίσως ήταν ξωτικό…
Την τελευταία νύχτα του Νοέμβρη ο Άνταμ της ψιθύρισε: «Απόψε είναι η τελευταία νύχτα που σε βλέπω…»,και σήκωσε το χέρι του και πίεσε το δάχτυλο του στα χείλη του αποσιωπώντας την απάντηση της.
«Όχι, πρέπει να με ακούσεις. Απόψε είναι η παραμονή του Γιούελην , είναι η τελευταία μου φορά στον κόσμο σου. Πρέπει να επιστρέψω».
«Να επιστρέψεις;». Η Εύα σκυθρώπιασε και μετά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν κατάλαβε. «Είσαι από τους  Βέλιν!»
Ο Άνταμ υποκλίθηκε. «Είμαι ο Άνταμ ντε Λιούελην, πρίγκιπας του λαού των Βέλιν, του λαού των Ξωτικών».
«Πάρε με μαζί σου!!!» φώναξε η Εύα, «σ’ αγαπώ!!»
Ο Άνταμ την κράτησε σφιχτά, χαϊδεύοντας τα μακριά κόκκινα μαλλιά της.
«Αλήθεια μ’ αγαπάς; Μα ξέρεις τι είμαι!! Δεν είμαι άνθρωπος!!
«Σ’ αγαπώ!», επανέλαβε εκείνη.
Τον ένιωσε να τρέμει και όταν κοίταξε το πρόσωπο του ένιωσε κατάπληξη που ανακάλυψε δάκρυα να κυλούν. Απαλά τα σκούπισε. «Γιατί κλαις αγάπη μου;»
« Κλαίω γιατί κάποτε πίστευα πως η αγάπη ήταν απλώς ένα ακόμη όνομα για τον πόθο. Κλαίω γιατί κάποτε είχα αρπάξει μια γυναίκα του κόσμου σου αλλά ο άντρας της μου έμαθε τι θα πει πραγματική αγάπη όταν αψήφησε για χάρη της μια στρατιά ξωτικών… και νίκησε. Κλαίω γιατί έμαθα πως η αγάπη πρέπει να αναπτυχθεί  από μόνη της. Δεν μπορείς να την αρπάξεις ή να τη δημιουργήσεις. Κλαίω γιατί σ αγαπώ! Ξέρεις πώς αν έρθεις μαζί μου δεν υπάρχει επιστροφή;»
Κράτησε το χέρι του σφιχτά. «Δεν θα ήθελα να επιστρέψω χωρίς εσένα».
«Ας γίνει έτσι λοιπόν».
Και μαζί μπήκαν από αυτόν τον κόσμο στο βασίλειο των ξωτικών.

Ο χλωμός ήλιος της πρώτης μέρας του Δεκεμβρίου έκαιγε μέσα από τα λεπτά γκρίζα σύννεφα δίνοντας στο γήλοφο μια ξεπλυμένη σκοτεινή εμφάνιση. Καθώς οι ακτίνες του σύρθηκαν  προς τα κάτω ,έφτασαν στην πιο αρχαία βελανιδιά του δάσους και δίπλα της… άγγιξαν το άκαμπτο σώμα ενός νεαρού κοριτσιού...
Και κάθε βράδυ ακούγονται βαθιά μέσα στο δάσος σπαρακτικές κραυγές, ένα αλλόκοτο τραγούδι γεμάτο πόνο και θλίψη και κανένας από το χωριό δεν πλησιάζει ποτέ το μαγεμένο δάσος.
« Ω πες μου τώρα εγώ πως μπορώ να ζήσω, όταν ξέρω πως τα δυο σου μάτια ποτέ ξανά δε θα αντικρίσω!»

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Όρια

Άντε πάλι, θα έχεις τη τιμή να διαβάσεις μερικές από τις σκέψεις ενός τρελού! Ξέρεις, τελικά η  ουσία δεν είναι να υπερβαίνεις τα όρια αλλά να ισορροπείς. Υπερβαίνω! Τι πομπώδης λέξη! Αυτή η ίδια η ιδέα της υπέρβασης βρωμάει ιεραρχία και ταξική συνείδηση. Το κόλπο δεν είναι να υπερβαίνεις τα πράγματα, όχι να τα υποβιβάσεις ή να τα αρνηθείς, πράγμα που υπονοεί  η υπέρβαση, αλλά να τα αποκαλύψεις πιο ολοκληρωτικά, να ψάξεις για την κρυφή τους σημασία, να τα φέρεις σε επαφή με την ποίηση.
Ανοησία; Ανωριμότητα; Μακάρι! Η ωρίμανση είναι μία παγίδα. Όταν σου λένε να σκάσεις, εννοούν να σταματήσεις να μιλάς. Όταν σου λένε να ωριμάσεις, εννοούν να σταματήσεις να αναπτύσσεσαι. Φτάσε σε ένα καλό και αξιοπρεπές επίπεδο, προβλέψιμο, και μείνε εκεί, για να μην παρουσιάζεις πια καμία απειλή. Αν είσαι ανώριμος αυτό σημαίνει ότι αναπτύσσεσαι ακόμη. Αν αναπτύσσεσαι ακόμη, αυτό σημαίνει ότι είσαι ζωντανός μέσα σε μια νεκρή κουλτούρα.
Καταστάσεις και γεγονότα με τραβήξανε από το άκρο στο κέντρο. Δε με ενοχλεί το κέντρο. Είναι μεγάλο και μυστηριώδες και ίσως εξίσου συναρπαστικό όσο και το άκρο, με τα σκληρά γυμνά του όρια. Αλλά μάλλον το κέντρο είναι βλαβερό μέρος για κάποιον που έχει περάσει τόσον καιρό στο άκρο. Αυτή η κανονικότητα είναι μια νεύρωση. Η μεγάλη νεύρωση του πολιτισμού. Είναι σπάνιο να βρεις κάποιον που δεν έχει προσβληθεί. Αν τελικά συνεχίσω να έρχομαι σε επαφή μαζί της, τελικά θα υποκύψω κι εγώ και νομίζω ότι αυτό θα ήταν μια τραγωδία, κάτι σα να κόψεις το κέρατο του τελευταίου μονόκερου.
Σ’ ευχαριστώ...γιατί με κάνεις να ισορροπώ...χωρίς καν να το ξέρεις...

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Αποανάπτυξη II

Κατά τον Καρλ Πολάνι, η καπιταλιστική διαδικασία - ή ο μεγάλος κοινωνικο-οικονομικός μετασχηματισμός που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση - ενέχει μια διπλή διαδικασία εμποριοποίησης: αμφότεροι οι συντελεστές της παραγωγικής διαδικασίας, άνθρωποι και φύση, ανάγονται υποχρεωτικά σε εμπόρευμα. Το απαιτεί η φύση της μεγα-μηχανής: η τακτική, συστηματική, τροφοδοσία της με φυσικούς πόρους και εργασία αποτελεί αναμφισβήτητη αναγκαιότητα της φυσιολογικής της λειτουργίας όπως αποτελεί αναγκαιότητα και για την ικανοποιητική ανταποδοτικότητα, χαμηλού ρίσκου, των τεράστιων κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί. Έτσι, πρώτα στην Αγγλία και στην συνέχεια στο υπόλοιπο της ευρωπαϊκής ηπείρου μεταξύ του 16ου και του 17ου αιώνα, δημιουργούνται οι συνθήκες για την γένεση και την διάχυση μιας αγοράς εργασίας, σύμφωνα με μια αφύσικη και ασυνεχή διαδικασία που μοιάζει περισσότερο με διαδικασία κοινωνικής «μεταμόρφωσης» όπως υπογραμμίζει ο Πολάνι: οι σχέσεις αμοιβαιότητας στις οποίες θεμελιώνονταν τα κοινωνικο-οικονομικά παραδοσιακά συστήματα θρυμματίζονται βίαια και αντικαθίστανται με σχέσεις αγοράς. Με λίγα λόγια, «η νέα οικονομία επελαύνει στα κατάλοιπα μιας προοδευτικής, κοινωνικής, ερημοποίησης».
Κατά την πρωτοποριακή έρευνα του Μαρσέλ Μαούς και των επακόλουθων μελετών του Αντι-ωφελιμιστικού Κινήματος των Κοινωνικών Επιστημών (Καιγιέ, Γκοτμπού, Λατούς), ο τυπικός χαρακτήρας των σχέσεων αμοιβαιότητας των παραδοσιακών κοινωνιών έγκειται στην τριπλή σχέση δωρεά-λήψη-ανταπόδοση (Κεγιέ, 1991). Μέσω της αλλεπάλληλης δωρεάς και ανταπόδοσης η παραδοσιακή κοινωνία προστατεύει και ενισχύει τους κοινωνικούς δεσμούς. Αντίθετα, αυτό που χαρακτηρίζει τις σχέσεις αγοράς είναι το «απρόσωπο», το επιλεγόμενο και «ανταλλαγή ισοδύναμων», που τις επιτρέπει να εκμηδενίζονται την στιγμή της συναλλαγής. Όπως γράφει ο Μίλτον Φρίντμαν, ιδεολόγος του νεοφιλελευθερισμού της Σχολής του Σικάγο, «στο μεγάλο σουπερμάρκετ της παγκοσμιοποίησης, δεν χρειάζεται ούτε η γνωριμία αλλά ούτε και η συμπάθεια». Δεν αναφέρθηκε όμως στην άλλη όψη του νομίσματος ή στο ότι η διάχυση των σχέσεων αγοράς συνοδεύεται αναπόφευκτα από την προοδευτική εξαΰλωση των κοινωνικών δεσμών.
Στο πλαίσιο της πρώτης βιομηχανικής περιόδου η διαδικασία εμποριοποίησης έλαβε τα χαρακτηριστικά ενός βίαιου κοινωνικού τραυματισμού, συχνά με άλλο τόσο βίαια παρεπόμενα, ενώ στην σημερινή πραγματικότητα εκφράζεται σαν κοινωνική ρευστότητα. Η ρευστή, νεωτερική, κοινωνία είναι μια γνήσια κοινωνία της κατανάλωσης (Μπάουμαν, 2006), μια κοινωνία στην οποία τόσο οι άνθρωποι όσο και τα αγαθά θεωρούνται αντικείμενα κατανάλωσης, χάνοντας προοδευτικά χρησιμότητα, ελκυστικότητα και, κατά βάθος, αξία. Η ρευστή κοινωνία είναι μια κινητική κοινωνία, μια «παροδική» κοινωνία, μια κοινωνία επισφαλής, στην οποία το κάθε τι που έχει αξία μετασχηματίζεται γρήγορα στο αντίθετο, συμπεριλαμβανομένης και της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ρευστή κοινωνία είναι μια κοινωνία του ρίσκου, μια κοινωνία στην οποία η ελευθερία της επιδίωξης της απόκτησης ταυτότητας μέσω της κατανάλωσης αντιστοιχεί σε μια διαρκώς αυξανόμενη ανασφάλεια.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η διάλυση των κοινωνικών δεσμών, η οποία χαρακτηρίζει την ρευστή νεωτερική κοινωνία, είναι προϊόν της αυτής διαδικασίας αυτό-αυτοαυξητικού χαρακτήρα που χαρακτήρισε την εμποριοποίηση του πρώιμου καπιταλισμού και η οποία ταυτίζεται σήμερα με την ατέρμονη ανάπτυξη και την οικονομία της αγοράς. Από την άλλη πλευρά, το οικονομικό σύστημα έχει την ικανότητα αυτοτροφοδότησης με τα προβλήματα τα οποία δημιουργεί το ίδιο - ανασφάλεια, δυσφορία και πολλά άλλα υποπροϊόντα της διάλυσης των κοινωνικών δεσμών - τα οποία με την σειρά τους δημιουργούν ανάγκη προστασίας με αποτέλεσμα μια προσφορά αγαθών και υπηρεσιών ad hoc προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης. Καταυτό τον τρόπο το σύστημα κλείνει τον κύκλο και αυτοτροφοδοτείται.
Το ερώτημα που τίθεται είναι περισσότερο από εύλογο: ποια θα μπορούσαν να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά μιας πολιτικής της αποανάπτυξης;
Κατά κύριο λόγο οφείλουμε να αποδεχτούμε το ότι «κάθε πολιτική που εξισορροπεί, μέσω αρνητικής ανάδρασης, ενεργές αυτό-αυξητικές τάσεις» κινείται στην ορθή κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, μια πολιτική της αποανάπτυξης δεν μπορεί παρά να κινείται σε τέσσερεις άξονες - τον οικονομικό, τον κοινωνικό, την οικολογικό και την συμβολικό - ενώ η προγραμματική της προσέγγιση οφείλει να αναπτύσσεται:
- από την ανάπτυξη στην αποανάπτυξη,
- από την μη βιωσιμότητα στην βιωσιμότητα,
- από την ανισότητα - ανταγωνισμό, στην ισότητα - συνέργεια/αμοιβαιότητα,
- από την εξάρτηση στην αυτονομία.
Μολονότι εσωκλείει ένα υψηλό βαθμό αφαίρεσης, η προσέγγιση αυτού του τύπου διασαφηνίζει ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της προβληματικής. 
Κατά πρώτο λόγο, η διάσταση της ισότητας δεν είναι πλέον επαρκής παρόλο που είναι ακόμη περισσότερο από επίκαιρη ή, καλύτερα, απαραίτητη στο πλαίσιο του καθορισμού της γωνίας ανάγνωσης της ιστορίας. Σε αυτή οφείλουμε να προσθέσουμε τουλάχιστον μία δεύτερη διάσταση, εκείνη της βιωσιμότητας/μη βιωσιμότητας η οποία, με την σειρά της, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την διάσταση της ανάπτυξης/αποανάπτυξης. Από την άλλη πλευρά, η αποκωδικοποίηση του νοήματος των εναλλακτικών κοινωνικών «σχεδίων» και των κινηματικών διεκδικήσεων - από τις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης έως τα σύγχρονα περιβαλλοντικά και φεμινιστικά κινήματα και τις πολυάριθμες και πολυποίκιλες διεκδικήσεις εκείνων που αγωνίζονται, στις διάφορες γωνιές του κόσμου για μια συμμετοχική διαχείριση των συλλογικών αγαθών - επιβάλλει την προσθήκη μιας τέταρτης διάστασης που θα μπορούσε να ταυτιστεί με την αυτονομία του Καστοριάδη. Αυτονομία, σαν «σχέδιο μιας κοινωνίας όπου όλοι οι πολίτες έχουν ίσες ευκαιρίες ουσιαστικής συμμετοχής στην νομοπαρασκευή, στην διακυβέρνηση, στην δωσιδικία και, τέλος, στην συγκρότηση της ίδιας της κοινωνίας» (Καστοριάδης, 2005).
Κατά δεύτερο λόγο, όσο είναι για την Δύση προφανής η ύπαρξη ενός φαύλου κύκλου μεταξύ ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και εξάρτησης, άλλο τόσο είναι σημαντική η διαπίστωση της τρέχουσας αλληλεξάρτησης μεταξύ αποανάπτυξης, βιωσιμότητας και αυτονομίας. Μια κοινωνία της αποανάπτυξης είναι μία κοινωνία που έχει ήδη μειώσει την κλίμακα και το αποτύπωμα των μεγα-δομών της στην κατεύθυνση μιας ουσιαστικής οικολογικής βιωσιμότητας. Η ολοκλήρωση των βιο-οικονομικών κύκλων είναι δυνατή, στην πραγματικότητα, μόνο στην κλίμακα της τοπικότητας όπου η ποσότητα και ποιότητα της πληροφόρησης είναι η απαιτούμενη και ο έλεγχος γύρω από την βιωσιμότητα των παραγωγικών διαδικασιών είναι ο καλύτερος δυνατός. Το «μικρότερο» δεν συνεπάγεται απαραίτητα και το «καλύτερο» από οικολογικής σκοπιάς. Οι παραγωγικές όμως δομές μικρομεσαίας κλίμακας είναι οι μόνες που επιτρέπουν ένα ικανοποιητικό βαθμό συμμετοχικού ελέγχου της τεχνολογίας και, ως εκ τούτου, οι μοναδικές σε θέση να προχωρήσουν σε επιλογές προς όφελος μιας αυθεντικής οικολογικής βιωσιμότητας.
Από την άλλη πλευρά η αποανάπτυξη συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για την δημιουργία συνθηκών κοινωνικής ισοτιμίας. Όπως έχει ήδη αποδειχτεί, ο αποκλεισμός και η ανισοτιμία συνιστούν γνήσια τέκνα της ανάπτυξης. (Λατούς, 2003, Ριστ 1997). Μόνο μια οικονομία που έχει κατορθώσει να μειώσει την κλίμακα των μηχανισμών της είναι σε θέση να προάξει μια αυτόνομη κοινωνία (Καστοριάδης, 1998, 2005). Μόνο μια τεχνο-επιστήμη που έχει απαρνηθεί την τάση γιγαντισμού της και το όραμα μιας αυτοαναφερόμενης επικυριαρχίας είναι διαχειρήσιμη συλλογικά και συμμετοχικά, σε τοπική κλίμακα, έτσι ώστε να αποτελέσει ένα από τους βασικούς παράγοντες θεμελίωσης μιας αυτόνομης και αρμονικής κοινωνίας. Μόνο μια κοινωνία που θα κατορθώσει να μεταλλάξει το φαντασιακό της, προάγοντας την αυτονομία, είναι ικανή να διαπλάσει πολίτες και θεσμούς σε θέση να επιχειρήσουν τον μετασχηματισμό των οικονομικών διαδικασιών στην κατεύθυνση της αποανάπτυξης. Από αυτή την οπτική γωνία, δεν έχει σημασία αν θα πρέπει να μεταλλαγεί πρώτα το φαντασιακό και έπειτα οι κοινωνικο-οικονομικές δομές: η πρώτη μεταλλαγή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της δεύτερης και αντίστροφα.
Ποιος είναι τώρα ο τύπος των διαδικασιών σε θέση να υποβοηθήσουν την επανισορρόπιση αυτού του τύπου; Ποιες οι χειροπιαστές προτάσεις που μπορούν να τεθούν άμεσα σε εφαρμογή;
Αν ο βασικός χαρακτήρας του καπιταλιστικού συστήματος είναι η ανεξέλεγκτη αυτό-αύξηση και αν το ίδιο επιβαρύνεται με την αποκλειστική ευθύνη των κοινωνικών ανισοτήτων και της καταστροφής της βιοσφαίρας, η άρθρωση μιας πολιτικής της αποανάπτυξης αναγκαιεί τον προσδιορισμό ενός φάσματος διαδικασιών ικανών να αποτρέψουν, σε μια πρώτη φάση, την κατάρρευση του συστήματος και να δημιουργήσουν στην συνέχεια τις προϋποθέσεις της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτισμικής μεταλλαγής στην κατεύθυνση της βιωσιμότητας, της δικαιοσύνης και της αυτονομίας.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Αποανάπτυξη I

Η διαρκής μεγέθυνση της οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής κρίσης, η αδικία, η ολοσχερής απώλεια προσανατολισμού, η ανασφάλεια και, κύρια, η πιθανότητα κατάρρευσης του ίδιου του οικονομικού συστήματος, ωθούν διαρκώς ευρύτερους κοινωνικούς τομείς να θέτουν επίμονα το ερώτημα γύρω από το προφίλ ενός νέου σχεδίου κοινωνίας.
Ο Σέρζ Λατούς διευκρίνισε σε πάμπολλες περιπτώσεις ότι η αποανάπτυξη είναι πρώτιστα ένα σλόγκαν και ότι η αποδοχή της δεν επιδέχεται πολιτικές συνταγές «με το κλειδί στο χέρι». Η υπέρβαση του ισχύοντος πολιτισμικού μοντέλου και η διάβαση σε μια αυθεντική κοινωνία της αποανάπτυξης - δίκαιης, αυτόνομης και βιώσιμης - προϋποθέτουν την αντιμετώπιση προβληματικών με μέγεθος και πολυπλοκότητα που απαγορεύουν την αποδοχή των όποιων απλουστευμένων και απλοποιημένων συνταγών. Το επείγον της πολλαπλής κρίσης δεν αφήνει περιθώρια παθητικής στάσης ενώπιον των παραπάνω προβληματικών αλλά ούτε την περαιτέρω αναβολή του καθορισμού ενός πολιτικού προγράμματος δράσης. Από την άλλη πλευρά, η θεωρητική αναζήτηση έχει κάνει εκπληκτικά βήματα τα τελευταία χρόνια έτσι ώστε να είναι πρακτικά αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η οπτική της αποανάπτυξης συνιστά αποκλειστικά και μόνο κριτική στην νεοφιλελεύθερη οικονομία.
Στο πεδίο των χιλιάδων, κακόφωνων, διαφορετικών απόψεων που χαρακτηρίζει την μετα-νεωτερικότητα, «η αποανάπτυξη συγκροτεί ένα συμμετοχικό ορίζοντα νοήματος, μια συνολική ή και ολική συστημική οπτική, που ενσωματώνει και δικτυώνει μερικές από τις σημαντικότερες κινηματικές διεκδικήσεις χειραφέτησης των τελευταίων ετών». Η κατανόηση του επείγοντος της αντιμετώπισης της κρίσης και, ακόμη περισσότερο, ο καθορισμός των στρατηγικών της καθοριστικής της αντιμετώπισης, διαφέρουν σημαντικά. Η δυνατότητα όμως μιας συνθετικής αντίληψης του πολυδιάστατου χαρακτήρα της και η ικανότητα ενόρασης μιας συστημικής δυναμικής, πολύπλοκης όσο και δύσκολα αποκωδικοποιήσιμης - πίσω από την εκπληκτική μεταλλακτικότητα των εκδηλώσεων που την χαρακτηρίζουν - συνιστούν την πραγματική πρόκληση εκείνης της προσέγγισης και οπτικής που ονομάζουμε αποανάπτυξη και της δυνατότητας μεταλλαγής της σε μια γνήσια συμμετοχική πολιτική πρόταση.
Τον βασικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας αποτελεί η επανεπένδυση μέρους του κέρδους προς όφελος της μεγέθυνσης του διαθέσιμου κεφαλαίου το οποίο, μέσω του τεχνολογικού νεωτερισμού, μεταλλάσσεται σε εργαλείο υλοποίησης περαιτέρω κέρδους. Στον βασικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας οφείλεται η αδιάλειπτη οικονομική μεγέθυνση που χαρακτήρισε τις δυτικές κοινωνίες από την απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης σε αντίθεση με τις πρότερες μορφές κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Ο αυτό-αυξητικός χαρακτήρας του καπιταλισμού δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Παρά την εξύμνηση της υποτιθέμενης αυτορρύθμισης των αγορών, έχει τεθεί σχεδόν στο περιθώριο η ανάδειξη της αυτό-αυξητικής φύσης της διαδικασίας συσσώρευσης η οποία απέκτησε τα χαρακτηριστικά πρόωρης ωρίμανσης στις αρχές του 20ου αιώνα, παράλληλα με την μετάλλαξη της αμερικανικής οικονομίας στον «μονοπωλιακό καπιταλισμό» που περιγράφουν άψογα οι Μπάραν και Σγουίζι (1968). Στην πραγματικότητα, σαν αυτό-αυξητική διαδικασία, η συσσώρευση κεφαλαίου έχει την τάση ώθησης του συστήματος στην κατεύθυνση της συγχώνευσης των παραγωγικών μονάδων σε λίγες αλλά μεγάλες οντότητες. Σήμερα το φαινόμενο της συσσώρευσης κεφαλαίου κατέκτησε την γνησιότερη μορφή του μέσω των διαδικασιών χρηματοπιστωτικής υπερσυγκέντρωσης, σύμφωνα με τις οποίες η παραγωγική αποκέντρωση υποκαθίσταται από την συγκέντρωση της ιδιοκτησίας και του ελέγχου μέσω του εργαλείου της πολυεθνικής επιχείρησης.
Με πρώτο τον Μαρξ, η πλειοψηφία των κλασικών οικονομολόγων είχαν αντιληφθεί έγκαιρα ότι το «κλειστό, αυτοτροφοδοτούμενο, σύστημα» αποτελούσε και τον βασικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Μοναδικό μέσο μιας άλλης, λιγότερο ιδεολογικής, και περισσότερο εργαλειακής προσέγγισης του φαινόμενου συνιστά η συστημική οπτική. Παρά ταύτα, παρά το γεγονός ότι η συστημική ανάλυση είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσει ικανοποιητικά τα αυτό-αυξητικά φαινόμενα αυτού του τύπου, η διαδικασία της συσσώρευσης και της αύξησης του κεφαλαίου αποκτά, από την σκοπιά μας, ένα κεντρικότατο ρόλο στο πλαίσιο της δυναμικής του πλανητικού συστήματος. Και αυτό, τόσο για την αδιαμφισβήτητη δυναμική, διεισδυτικότητα και «διαβρωτικότητα» που την χαρακτηρίζει, όσο και για το γεγονός ότι άλλες, περισσότερο αυτό-καταστροφικές, διαδικασίες - από την οικολογική κρίση έως τον αποκλεισμό και την φτώχεια - συνιστούν άμεσα επακόλουθα της.
Ποια είναι σε τελευταία ανάλυση η βασική αιτία της κρίσης μεταξύ της αυτό-αυξητικής φύσης του καπιταλιστικού συστήματος και της βιοσφαίρας;
Είναι γνωστό ότι οι κλασικές οικονομικές οπτικές, συμπεριλαμβανομένης και της μαρξιστικής, προσδίδουν θετικό χαρακτήρα στην ανάπτυξη. Ίσως γι’αυτό, οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι δεν υπέθεσαν ποτέ ότι θα έπρεπε να επιβάλλουν κάποιο όριο: το «περισσότερο», για αυτούς, είναι πάντα και το «καλύτερο». Δίχως αναδρομές σε ανθρωπολογικά όρια, είναι προφανές ότι η προσέγγιση αρθρώθηκε σε μια ιστορική φάση της καπιταλιστικής διαδικασίας κατά την οποία τα εξαιρετικά αποθέματα της βιοσφαίρας πρόβαλλαν σαν ελάχιστη την ζήτηση που καλούνταν να ικανοποιήσουν - πόροι, απορρόφηση αποβλήτων κ.λ.π. Δεν είναι όμως έτσι. Από την εποχή των πρώτων βιο-οικονομικών μελετών του Γκεοργκέσου-Ρόγκεν (2003) διαφάνηκε άμεσα ότι οι οικονομικές διαδικασίες συνιστούν υποσύστημα του βιοφυσικού συστήματος που τις υποστηρίζει και όχι αντίστροφα και, ως εκ τούτου, υπόκεινται σε όρια τόσο βιολογικής όσο και θερμοδυναμικής φύσης. Σαν κύριο αποτέλεσμα των μελετών που ακολούθησαν καταγράφηκε ότι ο κύριος στόχος των οικονομικών διαδικασιών - η απεριόριστη αύξηση της παραγωγής και του κέρδους - έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους βασικούς κανόνες της θερμοδυναμικής και, ως εκ τούτου, οφείλει να επαναπροσδιοριστεί ριζικά. 
Όλη η ιστορία της νεωτερικότητας θα μπορούσε να αναπαρασταθεί σαν την ιστορία μιας κολοσσιαίας μεγέθυνσης και «επέκτασης»: στρατιωτικής, γεωγραφικής, τεχνο-επιστημονικής και, κυρίως, οικονομικής. Πρόκειται για την ιστορία της ανάπτυξης και της σπονδυλικής της στήλης, της οικονομικής ανάπτυξης.
Τα μεταπολεμικά χρόνια κατέγραψαν στιγμές πραγματικής κορύφωσης της παραπάνω ιστορίας. Ήταν τα χρόνια της οικονομικής έκρηξης, της μαζικής παραγωγής και του κευνσιανού συμβολαίου μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Με απαρχή την περίφημη παρέμβαση του Τρούμαν γύρω από την κατάσταση της Ένωσης του 1949, η ανάπτυξη αναδεικνύεται σε σύνθημα και επισκεπτήριο του δυτικού κόσμου απέναντι σε τρίτες χώρες που, όχι τυχαία, χαρακτηρίζονται σαν αναπτυσσόμενες. Με αυτό τον τρόπο η ηγεμονική πολιτική της Δύσης κρύφτηκε πίσω από ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα καθολικής χειραφέτησης και όλος ο πλανήτης καλούνταν να την ακολουθήσει στον «θαυμαστό» κόσμο της προόδου και της ανάπτυξης (Ριστ, 1997).
Θα ήταν άστοχο να αγνοηθούν οι εμφανείς βελτιώσεις των υλικών συνθηκών διαβίωσης που κατακτήθηκαν κύρια κατά την περίοδο 1955-75 τουλάχιστον στο πλαίσιο των δυτικών χωρών. Παρά ταύτα, η είσοδος στην δεκαετία του ’80 κατέδειξε ότι η «συνταγή» της ανάπτυξης δεν ήταν δυνατόν να υιοθετηθεί από όλους ενάντια στις καθολικότατα οράματα της Δύσης (Λατούς, 1993).  
Τα διαθέσιμα δεδομένα μιλούν ξεκάθαρα: το εθνικό ακαθάριστο προϊόν της αφρικανικής Ηπείρου παραμένει ακόμη χαμηλότερο του 2% του ακαθάριστου προϊόντος ολόκληρου του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, οι διαφορές εισοδήματος μεταξύ των πιο πλούσιων και των πιο πτωχών διευρύνονται δραματικά: το ετήσιο εισόδημα του 1% των πιο πλούσιων του πλανήτη είναι μεγαλύτερο του 57% των πτωχότερων του - 3,5 δισεκατομμύρια άτομα σύμφωνα με την UNDP το 1999 και το 2002. Η ευημερία και ο πλούτος συνυπάρχουν με μια μυριάδα αποκλεισμένων από το «τραπέζι» της κοινωνίας της κατανάλωσης. Όποιοι και αν είναι οι αριθμοί που σκιαγραφούν αυτή την δραματική πραγματικότητα - 2.737 δισεκατομμύρια άτομα που ζουν με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και ένα παιδί που πεθαίνει κάθε 3 δευτερόλεπτα - παραμένει το γεγονός ότι η Δύση δεν είναι σε θέση να εξαλείψει την ντροπή της φτώχειας και ότι η ανάπτυξη και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πλουσιότερων δεν αντιστοιχεί σε καμία αυθόρμητη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχότερων όπως διαβεβαίωναν οι θεωρητικοί της ανάπτυξης.
Το δράμα του αποκλεισμού δεν αφορά μόνο τις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη αλλά προβάλλει και στο εσωτερικό των πλουσιότερων: παρά την οφθαλμοφανή διαφοροποίηση των συνθηκών ένδειας και περιθωριοποίησης, οι επιλεγόμενοι και «νεόπτωχοι» της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών υπερβαίνουν σήμερα τα 100 εκατομμύρια.
Για ποιο λόγο, λοιπόν, το δυτικό όνειρο προσφοράς διαρκώς καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, για όλη την ανθρωπότητα, μοιάζει να εξαϋλώνεται απέναντι στην σκληρή πραγματικότητα της διαρκώς μεγαλύτερης και ευρύτερης ένδειας και περιθωριοποίησης;
Μολονότι η γενική εικόνα της κατάστασης παρουσιάζει μια αυξημένη πολυπλοκότητα και διαφοροποίηση ανάλογα με τις ιστορικο-πολιτικές συνθήκες της κάθε χώρας, η ενδελεχής της ανάλυση αφήνει να διαφανεί τον κοινό παρανομαστή μιας συστημικής δυναμικής: τις αυτό-αυξητικές διαδικασίες της ανάπτυξης και της συσσώρευσης. Οι διαρκώς αυξανόμενες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν και πραγματοποιούνται στον δυτικό κόσμο, με την είσοδο στην εποχή του εκβιομηχανισμού, αποτέλεσαν την γενεσιουργό αιτία μιας διαρκώς ταχύτερης τεχνολογικής προόδου με συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και διαρκή νεωτερισμό σε επίπεδο προϊόντος. Η δημιουργία μεγάλου περιθωρίου κέρδους επέτρεψε περαιτέρω επενδύσεις και, κατά συνέπεια, επιπλέον αύξηση της παραγωγικότητας και ακόμη ευρύτερο νεωτερισμό σε προϊόν. Δεδομένης δε της ανταγωνιστικής φύσης των αγορών, όποιος δεν κατόρθωσε να ακολουθήσει την τεχνολογική εξέλιξη και το κύμα των νεωτερισμών αντιμετώπισε την ταχεία καταστροφή της παραδοσιακής οικονομίας και ένα βαθύτατο τεχνολογικό χάσμα. Είναι πλέον προφανές ότι το ύψος της σύγχρονης παραγωγικότητας, στις πλέον αναπτυγμένες χώρες, επιτρέπει μόνο σε περιορισμένες μειοψηφίες να προχωρήσουν στην ικανοποίηση των αναγκών προϊόντος των οικονομιών του κόσμου. Οι υπόλοιποι, οι «ναυαγοί της ανάπτυξης», παραμένουν αποκλεισμένοι και προορισμένοι να μαζεύουν τα ψίχουλα που πέφτουν από το πλούσιο τραπέζι του παγκόσμιου καταναλωτισμού.
Φυσικά, πλάι στην δυναμική της αυτό-αύξησης λειτουργούν και διαδικασίες εξισορροπητικής φύσης, μερικής και ελεγχόμενης διάχυσης του πλούτου - «tricle dawn effect». Πλούτος και ευημερία των πλουσιότερων χωρών διαχέονται μερικώς σε μια σειρά περιοχών που διαθέτουν ένα μέσο τεχνολογικό επίπεδο και επεκτείνονται όμορα σε αυτές. Πρόκειται για περιοχές που ωφελούνται από τις επενδύσεις και τα αυξημένα ύψη επένδυσης του «κέντρου». Αν θεωρήσουμε ότι αυτή είναι η κρυφή δυναμική που χάραξε την καμπύλη της ανάπτυξης έως σήμερα, δεν πρέπει να παραξενεύει το γεγονός ότι βρισκόμαστε απέναντι σε μια πολωμένη παγκόσμια οικονομία που υπαγορεύει διαρκώς εντονότερες διαφοροποιήσεις μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας», με την ανάπτυξη να τροφοδοτεί το δράμα της φτώχειας και του αποκλεισμού αντί να το θεραπεύει (Αμίν, 2002, Βέλλερστάιν 1997, Λατούς 1993).
Αν δε η απουσία προτάσεων θεραπείας των προβληματικών της φτώχειας και της συνύπαρξης τους με το φαινόμενο της συγκέντρωσης του πλούτου σε ολοένα λιγότερα χέρια, αποτελεί χειροπιαστή απόδειξη της κοινωνικής κρίσης των καιρών μας, η ύπαρξη της ανέχειας και της πενίας στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών επιβάλλουν να στρέψουμε το βλέμμα αλλού, σε άλλη κατεύθυνση, σε αναζήτηση μιας κοινής ερμηνευτικής μήτρας.

συνεχίζεται...

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Ξύπνημα

Δεν μπορείς να φανταστείς τη μοναξιά μου πριν αρχίσει η ζωή. Ήμουν κλεισμένος μέσα σε κάτι που δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί χώρος. Άνοιγα τα μάτια μου στο κενό και συνειδητοποιούσα τη γύμνια του.. βρισκόμουν κλεισμένος μέσα σ’ αυτό, όπως ο αέρας μέσα στον αέρα. Απέκτησα συναίσθηση του εαυτού μου τη στιγμή που αντιλήφθηκα πως βρισκόμουν μέσα στο τίποτα κι ένιωσα την καρδιά μου να παγώνει.
Μέσα στην ανυπομονησία μου με κυρίεψε και μια τάση φυγής, αρκετά κωμική ή μήπως τραγική; Ανέκτησα τις αισθήσεις μου σταδιακά και με άλματα, με απειροελάχιστες μετατοπίσεις, όπως όταν ξυπνάς από τον ύπνο μέσα από ανεπαίσθητα σκιρτήματα. Ήταν μια ενστικτώδης κίνηση ανάμεσα σε σκιές  που εμφανιζόταν κι εξαφανιζόταν μέσα σε ένα  φως που δεν ήταν φως. Δεν ήξερα που να πάω, υπάκουγα σε μια ανάγκη που με έσπρωχνε πέρα από ένα τίποτα, που μέσα του δεν μπορούσα να καταλάβω απολύτως τίποτα. Άρχισα να τρέχω πίσω από τον εαυτό μου χωρίς να με φτάνω ποτέ.
Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε εκείνη η περιπλάνηση μέσα στη νύχτα του χρόνου, με διάπυρες επιθυμίες που ψύχονταν και γίνονταν πέτρες στον ουρανό. Περπατούσα στο άπειρο σκουντουφλώντας στα σκοτεινά,  τρεκλίζοντας διστακτικά. Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο. Στάθηκα στο πηχτό σκοτάδι κι έβγαλα μια κραυγή. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη φωνή μου. Την είδα να υψώνεται σαν βέλος και να φτάνει σε κάποιο σημείο και να σκάει εκσφενδονίζοντας θραύσματα που μεταμορφώνονταν σε μετεωρίτες. Είχα την αίσθηση πως το σύμπαν μου ήταν εκπληκτικά μονότονο και άχρωμο.
Η μοναξιά μου ήταν αβάσταχτη και στο τέλος υποχώρησα. Έγινα ερπετό, βρέθηκα στην άσχημη παρέα τους. Μου ερχόταν να κλάψω ανάμεσα σε αστραπές θυμού και ψιθύρους καταιγίδας. Προχωρούσα πάνω σε ασταθή ποδάρια και σερνόμουν πάνω στο γυμνό κορμί μου. Ξεσπάσματα οργισμένης θλίψης ξεχείλιζαν από μέσα μου. Το μυαλό μου σκοτιζόταν, η καρδιά μου χανόταν, η ψυχή μου πέθαινε.
Και… ξαφνικά έπαθα ένα σοκ που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτό που θα πάθαινα έτσι και μάθαινα ότι η ζωή μου είναι ταινία με σενάριο γραμμένο από άλλους για άλλους. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω το σάστισμα εκείνη τη συνταρακτική στιγμή που ατένισα για πρώτη φορά τον εαυτό μου, τη ζωή μου, την ομορφιά. Μια μέρα σήκωσα τα μάτια και είδα εσένα...!

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Καμπινές που βουλώνει

"Εσείς το λέτε κρίση, εγώ το λέω καμπινέ που κάθε λίγο βουλώνει. Όλοι χέζουν, κανείς δε σκουπίζει, κι όλους τους πιάνει απελπισία για το ποιος θα βρεθεί να τον ξεβουλώσει. Και στο φινάλε, κάποιοι βρίσκονται.
Όχι βέβαια οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις, ούτε τα αδίσταχτα κόμματα, ούτε οι ξοφλημένες ιδεολογίες· προπάντων όχι οι πολλοί, με τα παχιά τα λόγια, που θορυβούν και εισπράττουν.
Αλλά οι λίγοι, αυτοί που χωρίς να τους βλέπει κανείς, δίνουν ένα χέρι στο συνάνθρωπο· αυτοί που χωρίς να καταστρώνουν αναμορφωτικά προγράμματα, σκύβουν το κεφάλι και δουλεύουν. Αυτοί οι λίγοι είναι τα αραιά κεριά μες στο σκοτάδι, όταν το φως αργεί πολύ να φανεί".

τάδε έφη Ντίνος Χριστιανόπουλος