Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Μελέτη πολιτικών εμπειριών (μέρος πέμπτο)

Από την πλευρά του, ο Μιτεράν γνωρίζει ότι οφείλει να διευρύνει, τόσο τη βάση των ενεργών μελών του κόμματος, στο οποίο κατόρθωσε να κυριαρχήσει χάρη σε μια περιστασιακή συμμαχία, όσο και την εκλογική του βάση. Έτσι, αφού πυροδότησε την πλήρη ρήξη με το σαρακοφαγωμένο κι ετοιμόρροπο οικοδόμημα της SFIO, η οποία υπέστη μια ιστορική εκλογική ήττα στις προεδρικές εκλογές του 1969 (5% των ψήφων), προσπαθεί να προσεγγίσει τα καινούρια μισθωτά στρώματα της μεσαίας τάξης τα οποία γνωρίζουν τότε μεγάλη άνθηση. Για να το κατορθώσει, υιοθετεί ένα μέρος από την κληρονομιά του Μάη του 1968, ιδίως στους τομείς της φιλελευθεροποίησης των ηθών και του πολιτισμού. Σε αυτό το πεδίο, διευκολύνεται από το γεγονός ότι το ΚΚΓ επιστρέφει σταδιακά σε μια εργατίστικη ρητορεία καθώς ανησυχεί επειδή η ενωτική δυναμική ωφελεί εκλογικά περισσότερο τον εταίρο του και λιγότερο το ίδιο. Η απόκλιση γίνεται εμφανής το 1977 με τη διάλυση του κοινού προγράμματος. Στο εξής, οι δύο παρατάξεις της Αριστεράς βρίσκονται αντιμέτωπες.
Ωστόσο, τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μιτεράν εκλέγεται πρόεδρος της Δημοκρατίας. Υποσχέθηκε τη « ρήξη με τον καπιταλισμό » και, για να την επιτύχει, « μια στέρεη ταξική συμμαχία » [16], η οποία εξάλλου πραγματοποιείται στις κάλπες στις 10 Μαΐου του 1981. Συνεπώς, μήπως θα πρέπει να ερμηνευθεί η « στροφή της λιτότητας » που επιχειρείται το 1983 (πάγωμα μισθών, μαζικές αναδιαρθρώσεις στη βιομηχανία) ως μια από τις άπειρες προδοσίες των πολιτικών εκπροσώπων των μεσαίων τάξεων απέναντι στους εργάτες σύμμαχούς τους ; Αυτή η αντίληψη για τα πράγματα, η οποία μπορεί να αντλήσει επιχειρήματα από την κοινωνική περιχαράκωση της ηγετικής ομάδας των σοσιαλιστών, τείνει να παραγνωρίζει το διεθνές και το ιδεολογικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε από το συντηρητικό κύμα : λίγο καιρό πριν, στις ΗΠΑ και στη Μεγάλη Βρετανία εξελέγησαν ο Ρόναλντ Ρίγκαν και η Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι « νέοι φιλόσοφοι » κυριαρχούν στη γαλλική διανόηση. Ωστόσο, ήδη από το 1982, τα διευθυντικά στελέχη του δημόσιου τομέα [17] αποκτούν ρόλο καθοριστικής σημασίας στη διαμόρφωση της στρατηγικής των σοσιαλιστών, ενώ οι κυβερνώντες δεν αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις από την πλευρά των συνδικάτων ή των λαϊκών κινητοποιήσεων. Από εκείνη τη στιγμή, τα πάντα συμβαίνουν σάμπως οι σοσιαλιστές που βρίσκονται στην εξουσία να ανατινάζουν τη γέφυρα που αποτελούσε το κόμμα ανάμεσα στην κοινωνία και στο κράτος, και να περιχαρακώνονται μέσα στο φρούριο του κράτους που περιβάλλεται από βαθιά τάφρο, « αφήνοντας στους –πραγματικούς ή στους δυνητικούς- συμμάχους τους περιορισμένες δυνατότητες επιλογών : την πολιορκία του φρουρίου ή την υποχώρηση [18] ». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία η οποία κυριαρχούσε σε όλον τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο καθιστούσε πιθανό το γεγονός ότι οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η νέα κυβέρνηση θα ερμηνεύονταν ως συνέπεια της ακαταλληλότητας της σοσιαλιστικής θεωρίας να αντιμετωπίσει τις πραγματικότητες του καινούριου κόσμου που είχε εντωμεταξύ διαμορφωθεί.
Παρόλη τη διαφορετικότητα των εκάστοτε καταστάσεων, τα εμπόδια στα οποία προσκρούει η συμμαχία των λαϊκών τάξεων και των μεσαίων τάξεων εξακολουθούν να είναι τα ίδια. Ο φόβος που προκαλούν στις μεσαίες τάξεις ορισμένα προγράμματα που θεωρούνται υπερβολικά ριζοσπαστικά (για παράδειγμα εκείνα που ενδέχεται να απειλήσουν την ιδιοκτησία ή την αξία των αποταμιεύσεων) φαίνεται να αποτελεί μια αμετάβλητη σταθερά. Ωστόσο, κυρίως σε περιόδους οξύτατης κρίσης, ο φόβος του κοινωνικού ξεπεσμού και της ταξικής υποβάθμισης, την οποία το υπάρχον σύστημα αδυνατεί να εμποδίσει (όταν δεν είναι αυτό το ίδιο ο άμεσος αρχιτέκτονάς της) ευνοεί συμμαχίες και συναντήσεις γύρω από στόχους « κοινής σωτηρίας ». ¨
Συνεπώς, η μελέτη των εμπειριών του παρελθόντος, αντί να καταλήγει σε ένα μάθημα αποθαρρυντικού ρεαλισμού, μας προσφέρει έναν αριθμό κλειδιών ο οποίος μας επιτρέπει να καθορίσουμε τις προϋποθέσεις της επιτυχίας μιας παρόμοιας συμμαχίας. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να είναι κοινωνικές (σχετικά κοινά οικονομικά συμφέροντα) ή πολιτικές (επιθυμία της πλειοψηφίας του λαού να εκδιωχθεί η Δεξιά από την εξουσία). Κατά παράδοξο τρόπο, το βάθεμα των ανισοτήτων, το πλήρες μπλοκάρισμα των μηχανισμών της κοινωνικής ανόδου και ο ολοένα περισσότερο μειοψηφικός χαρακτήρας των ελίτ που ελέγχουν τα κράτη χωρίς να ενδιαφέρονται για την μοίρα των λαών, μπορούν να ευνοήσουν την ανάδυση κοινών συμφερόντων την οποία τόσο συχνά η Ιστορία έχει υπονομεύσει ως σήμερα.
---------------------------------------------------------
[16] « Projet socialiste pour la France des années ’80 », Club socialiste du livre, Παρίσι, 1981, σελ. 368.
[17] ΣτΜ : Τα στελέχη του εκτεταμένου -και γενικά αποτελεσματικού- γαλλικού δημόσιου τομέα προέρχονται από τις περιζήτητες και με μεγάλο κύρος « μεγάλες σχολές », προάγονται με μάλλον αναξιοκρατικό τρόπο και συχνά μεταπηδούν στην πολιτική σκηνή.
[18] Steven C. Lewis και Srenella Sferza στο (υπό τη διεύθυνση των) Stanley Hoffman και George Ross, « L’Expérience Mitterand. Continuité et changement dans la France contemporaine, Presse Universitaires de France, Παρίσι, 1988, σελ. 148.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Μελέτη πολιτικών εμπειριών (μέρος τέταρτο)

Με εξαίρεση τα μέτρα που υιοθετήθηκαν μέσα στην εξαιρετική συγκυρία της Απελευθέρωσης [11], θα πρέπει να περιμένουμε τις « κόκκινες » δεκαετίες του 1960 και του 1970 για να τεθεί και πάλι το ζήτημα της συμμαχίας ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και στις μεσαίες τάξεις. Δύο εμβληματικές περιπτώσεις μας δίνουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών που ανακύπτουν μόλις αυτή η συμμαχία επιτύχει τους βραχυπρόθεσμους εκλογικούς στόχους της : η εκλογή του Σαλβαντόρ Αλιέντε στη Χιλή το 1970 και η εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία το 1981.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι μεσαίες τάξεις της Χιλής εκπροσωπούνται κατά κύριο λόγο από τους Χριστιανοδημοκράτες (DC). Όμως, η αριστερή τους πτέρυγα συμμαχεί με τους Ριζοσπάστες και τα εργατικά κόμματα (Σοσιαλιστικό και Κομμουνιστικό) και στηρίζει την υποψηφιότητα του Αλιέντε στις προεδρικές εκλογές του 1970. Ο Αλιέντε εκλέγεται με ποσοστό μόλις 36,7% και διαφορά μόνο 40.000 ψήφων από τον υποψήφιο της Δεξιάς Χόρχε Αλεσάντρι (ο υποψήφιος της Χριστιανοδημοκρατίας λαμβάνει περίπου 28%). Ο Αλιέντε είναι οπαδός μιας επανάστασης η οποία θα σεβαστεί τη νομιμότητα και τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας. Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ένωσης (UP) αρχίζει αμέσως να υλοποιεί ένα πρόγραμμα ρήξης με τον καπιταλισμό : εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού (του κυριότερου πλουτοπαραγωγικού πόρου της χώρας) χωρίς καταβολή αποζημίωσης στις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρίες, επιτάχυνση της αγροτικής μεταρρύθμισης, έλεγχος από το κράτος των μεγάλων τραπεζών, της χαρτοβιομηχανίας, της υφαντουργίας, των ανθρακωρυχείων, της χαλυβουργίας, κλπ. `
Όμως, η UP βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά εμπόδια : η αντιπολίτευση εξακολουθεί να διαθέτει την πλειοψηφία στα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου, η ριζοσπαστική αριστερά κατηγορεί την κυβέρνηση για ρεφορμιστική στάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονται για την ανατροπή του Αλιέντε… Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση κατορθώνει να διευρύνει την εκλογική της βάση και συγκεντρώνει σχεδόν το 44% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Μάρτιο του 1973, χωρίς ωστόσο και να αποκτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της τριετούς διακυβέρνησης της χώρας από τον Αλιέντε, εκτός από την υποστήριξή του από τους εργάτες, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η στήριξη που του παρείχε σημαντικό τμήμα των δημόσιων υπαλλήλων, των μικροβιοτεχνών και των τεχνιτών αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών. Όπως διηγείται ο Χιλιανός κομμουνιστής Χοσέ Καντερματόρι Ινβερνίτζι (βουλευτής και Υπουργός Οικονομίας το 1973), η στήριξή ήταν τόσο σημαντική ώστε ο στόχος που επιδίωκαν οι αντίπαλοί του ήταν « να στρέψουν τις μεσαίες τάξεις εναντίον της Λαϊκής Ένωσης [12] ». Η αυξανόμενη κοινωνική αναταραχή και ο πληθωρισμός που αποσταθεροποιεί την οικονομία έχουν ως αποτέλεσμα τη διάβρωση της στήριξης που απολαμβάνει η κυβέρνηση, ιδιαίτερα στην περίπτωση ορισμένων δημοσίων υπαλλήλων και μικροεπιχειρηματιών. Για να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια, η DC απαιτεί τη διεξαγωγή νέων εκλογών. Επιχειρεί –ανεπιτυχώς- να καθαιρέσει τον πρόεδρο, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο για το στρατιωτικό πραξικόπημα. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ ανατρέπει την κυβέρνηση, θέτοντας ένα τέλος στο πείραμα ειρηνικής επανάστασης. Αντίθετα με τις ελπίδες της DC, θα εγκατασταθεί μόνιμα στην εξουσία, με την υποστήριξη της μεγαλοαστικής τάξης και των ΗΠΑ.
Ορισμένοι, όπως ο Κάρλος Αλταμιράνο, γενικός γραμματέας του Χιλιανού Σοσιαλιστικού Κόμματος, θεώρησαν ότι η ήττα της UP αποδεικνύει τον συντηρητισμό των μεσαίων τάξεων. Όπως γράφει, « αντί να ενισχύουμε τον εγωισμό τους και να ικανοποιούμε τις υλικές διεκδικήσεις τους (αγοραστική δύναμη, επιτόκια, φόροι, κοινωνική ασφάλιση, μισθοί, πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση…) », θα έπρεπε « να τις ενσωματώσουμε σε ένα μεγάλο πρόγραμμα το οποίο θα αποσκοπεί στην αλλαγή της ζωής » και να τις υποτάξουμε σε μια « υπαρκτή κι αποτελεσματική εξουσία », γιατί « η μικροαστική τάξη τρέφει πάνω απ’ όλα μεγάλη εκτίμηση στην επίδειξη πυγμής, στην εμπέδωση της τάξης και στην πειθαρχία » [13].
Παρόμοια ανάλυση, η οποία στηρίζεται στο αξίωμα ότι οι μεσαίες τάξεις είναι οριστικά κι αμετάκλητα προσκολλημένες στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, εγκυμονεί τον κίνδυνο να μας οδηγήσει σε έναν κοινωνιολογικό ντετερμινισμό. Η Ιστορία αποδεικνύει ότι, όπως συνέβη και στην περίπτωση του 1789, ορισμένες κοινωνικές ομάδες τις οποίες δεν θεωρούμε θετικά προσκείμενες ως προς την κοινωνική αλλαγή μπορούν, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να μεταμορφωθούν σε κινητήριες δυνάμεις της αλλαγής. Όπως εξάλλου μπορεί να συμβεί και το αντίθετο : οι λαϊκές τάξεις, αντί να έχουν επαναστατικό χαρακτήρα απλά και μόνο λόγω της θέσης τους στην κοινωνία, μπορούν να μετατραπούν σε κοινωνική βάση του κόμματος της « τάξης και της ασφάλειας ». Έτσι, τα γεγονότα του Μάη του 1968 χαρακτηρίζονται, αφενός από τη συναδέλφωση φοιτητών και εργατών [14], αλλά και, αφετέρου, από τη σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις προσδοκίες ενός τμήματος των φοιτητών της μικροαστικής τάξης και των απεργών εργατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 17η Μαΐου : η πορεία των φοιτητών που ήρθε να ενωθεί με τους απεργούς της Renault στο εργοστάσιο της Μπιγιανκούρ αναγκάζεται να επιστρέψει άπρακτη καθώς βρήκε τις πόρτες του εργοστασίου κλειστές.
Καθώς οι μεσαίες τάξεις δεν είναι πάντα συντηρητικές, όπως εξάλλου και το προλεταριάτο δεν είναι υποχρεωτικά προοδευτικό, κάτω από ποιες προϋποθέσεις ένα πρόγραμμα για τη ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας θα μπορούσε να συνενώσει τις δύο κοινωνικές ομάδες οι οποίες, ναι μεν διαθέτουν την αριθμητική πλειοψηφία, αλλά των οποίων τα συμφέροντα ενδέχεται να αποκλίνουν ; Αυτή τη δυσκολία επιχείρησε να ξεπεράσει το κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα της γαλλικής Αριστεράς που συντάχθηκε το 1972. Μέσα σε μια συγκυρία της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό συνίσταται στη ραγδαία αύξηση του προσωπικού της εκπαίδευσης και των ενδιάμεσων επαγγελμάτων του δημόσιου τομέα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) που δημιουργήθηκε από το συνέδριο του Επινέ το 1971 [15] προτείνει την ενότητα δράσης με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας (PCF). Το τελευταίο, ενθαρρυμένο από τις επιτυχίες των Ιταλών συντρόφων του, αρχίζει να ενδιαφέρεται και πάλι για την τύχη των μεσαίων τάξεων.
-----------------------------------------------------------------
[11] ΣτΜ : Καθώς οι ανταρτικές ομάδες της Γαλλικής Αντίστασης στις οποίες κυρίαρχο ρόλο είχε το ΚΚΓ διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην απελευθέρωση και διοίκηση πολλών περιοχών της χώρας (μάλιστα, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εκτελέστηκε μεγάλος αριθμός δωσιλόγων), οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις εφάρμοσαν πλήθος ριζοσπαστικών κοινωνικών μέτρων που είχαν συμφωνηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο της Αντίστασης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, σήμερα οι Γάλλοι νεοφιλελεύθεροι έχουν ως σύνθημα « Να ξεμπερδεύουμε με την Απελευθέρωση », ακριβώς όπως οι Έλληνες ομόλογοί τους ζητούν « να ξεμπερδεύουμε με την Μεταπολίτευση ».
[12] José Cadermatori Invernizzi, « Programme, succès et obstacles pendant l’Unité Populaire », στο Patricio Arenas, Rosa Gutierez και Oscar Valespir (υπό τη διεύθυνση του), Salvador Allende, « Un monde possible », Syllepse, Παρίσι, 2004, σελ. 41.
[13] Carlos Altamirano, « Chili : les raisons d’une défaite », Flammarion, συλλογή « La Rose au poing », Παρίσι, 1979, σελ 67-68.
[14] Kristin Ross, « Mai 68 et ses vies ultérieures », Agone – Le Monde diplomatique, Μασσαλία-Παρίσι, 2010.
[15] ΣτΜ : Μετά την εκλογική της συντριβή το 1969, η SFIO είχε ήδη δρομολογήσει την μετεξέλιξή της σε Νέο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα που προέκυψε στο Επινέ (εργατικά προάστια βόρεια του Παρισιού) προσχώρησε η –μικρή- Ένωση Δημοκρατικών Θεσμών (CIR) του Μιτεράν και κεντροαριστεροί Χριστιανοί από το χώρο της συνδικαλιστικής CFDT. Ο Μιτεράν εξελέγη γραμματέας του νέου κόμματος.

συνεχίζεται...

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Μελέτη πολιτικών εμπειριών (μέρος τρίτο)

Όπως υπογράμμισε ο ιστορικός Σερζ Μπερστάιν, αν και οι « νεοσοσιαλιστές » εκδιώχθηκαν από την SFIO το 1933 (οι ηγετικές τους μορφές προσχώρησαν αργότερα στο καθεστώς των δωσίλογων του Βισύ [8]), ο φόβος μήπως προσχωρήσουν στον φασισμό οι « ταξικά ξεπεσμένοι », τους οποίους τόσο πολύ περιφρονούσε ο Λεόν Μπλουμ, υποχρέωσε τους Γάλλους κομμουνιστές και σοσιαλιστές να τους θεωρήσουν ως αναγκαίους συμμάχους. Παρ’ όλο που το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) εξακολουθούσε να είναι από το 1928 προσκολλημένο στην τακτική « τάξη εναντίον τάξης » (σύμφωνα με την οποία η αστική σοσιαλδημοκρατία αποτελούσε έναν εχθρό ο οποίος έπρεπε να συντριβεί), αναγκάστηκε το 1934 να κάνει στροφή 180 μοιρών μετά από εντολή της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς : « Δίπλα στους προλετάριους, (…) επιθυμούμε να φέρουμε τις μεσαίες τάξεις και να τις αποσπάσουμε από τη δημαγωγία του φασισμού. (…) Οφείλουμε να υποστηρίξουμε κάθε διεκδίκηση των μεσαίων τάξεων από τη στιγμή που αυτή δεν είναι αντίθετη με τα συμφέροντα του προλεταριάτου ». Η πρόταση αφορά κυρίως τους ιδιωτικούς και τους δημόσιους υπαλλήλους, τους μικροκαταστηματάρχες, τους τεχνίτες, τους μικροβιοτέχνες και τους αγρότες.
 Η αλλαγή στάσης καθιστά δυνατή την ενότητα δράσης της SFIO και του ΚΚΓ, δεκατέσσερα χρόνια μετά τη διάσπαση που πραγματοποιήθηκε στο συνέδριο της Τουρ το 1920 [9]. Τον Οκτώβριο του 1934, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΓ Μορίς Τορέζ πρότεινε την επέκταση αυτής της αντιφασιστικής συσπείρωσης και σε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις και τη συγκρότηση της « συμμαχίας των μεσαίων τάξεων και της εργατικής τάξης ». Σε αυτή τη συμμαχία καλούνται να συμμετάσχουν το Ριζοσπαστικό Κόμμα, η Επιτροπή Επαγρύπνησης των Αντιφασιστών Διανοούμενων και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ενώ η SFIO επιθυμεί την κατάρτιση ενός πραγματικού κοινού κυβερνητικού προγράμματος, οι κομμουνιστές επιθυμούν μονάχα τη λαϊκή συσπείρωση στη βάση της κοινωνίας, καθώς φοβούνται ότι υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένες από τις προτάσεις τους να τρομάξουν τους συμμάχους τους (δημιουργία δημόσιων γεωργικών οργανισμών, απαίτηση να τεθούν υπό δικαστική μεσεγγύηση οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αδυναμία πληρωμών ή ακόμα και κοινωνικοποιήσεις επιχειρήσεων).
Γνωρίζουμε τη συνέχεια : το Λαϊκό Μέτωπο υπερισχύει στις εκλογές του 1936. Ακόμα και η δεξιά πτέρυγα του Ριζοσπαστικού Κόμματος τάσσεται υπέρ της συμμετοχής στην κυβέρνηση που σχημάτισε ο Λεόν Μπλουμ, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς και θα προασπίσει τα συμφέροντα των μεσαίων τάξεων. Ωστόσο, η συμμαχία δεν διήρκεσε πολύ. Οι μεγάλες απεργίες του Ιουνίου του 1936 επιτρέπουν στην εργατική τάξη να αποσπάσει σημαντικά μέτρα (άδεια μετ’ αποδοχών, εβδομαδιαία εργασία 40 ωρών) τα οποία όμως δεν συγκαταλέγονταν στο πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου. Οι μικρέμποροι και οι μικροβιομήχανοι που ψήφισαν Λαϊκό Μέτωπο ελπίζοντας ότι θα τερματιστεί η οικονομική κρίση καταγγέλλουν τις παραχωρήσεις προς τους απεργούς, υποστηρίζοντας ότι η μείωση του χρόνου εργασίας και οι μισθολογικές αυξήσεις ενδέχεται να πυροδοτήσουν ένα πληθωριστικό κύμα. Στη Γκρενόμπλ, οι έμποροι και οι μικροβιοτέχνες αντέδρασαν με διαδηλώσεις στην εφαρμογή του σαραντάωρου.
Οι κομμουνιστές αντιδρούν και υπενθυμίζουν στον Μπλουμ ότι το Λαϊκό Μέτωπο οφείλει « να υπερασπιστεί τους μικροϊδιοκτήτες απέναντι στις 200 οικογένειες » που νέμονται τον πλούτο της χώρας. Τον κατηγορούν ότι αποδέχεται πολύ πρόθυμα την προλεταριοποίηση των μεσαίων τάξεων. Ενθουσιασμένος από το απεργιακό κίνημα, ο Μαρσό Πιβέρ, ηγέτης της επαναστατικής πτέρυγας της SFIO, είχε αναγγείλει (σε άρθρο του στη « Le Populaire » της 17ης Μαΐου του 1936) ότι τα πάντα ήταν στο εξής εφικτά και ότι η επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Στις 11 Ιουνίου, ο Τορέζ αντιτείνει ότι « τα πάντα δεν είναι εφικτά σήμερα » καθώς ο πρωταρχικός στόχος εξακολουθεί να είναι η διατήρηση της « συνοχής των μαζών » και η πάση θυσία αποφυγή της « απομόνωσης της εργατικής τάξης » [10].
Το καλοκαίρι του 1936, αρχίζει να αναπτύσσεται μια εσωτερική αντιπολίτευση μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο. Στις 23 Ιανουαρίου του 1937, ο Μπλουμ παρατηρεί στη « Le Populaire » : « Ένα τμήμα των μεσαίων τάξεων και της αστικής τάξης ανησυχεί κι αναζητεί στηρίγματα στους αντιδραστικούς κύκλους όταν η προσπάθεια για κοινωνική πρόοδο δίνει την εντύπωση ότι έχει απότομο και μεροληπτικό χαρακτήρα ». Για να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη τους, ο αρχηγός της κυβέρνησης εξαγγέλλει τον Φεβρουάριο μια « ανάπαυλα ». Η ενέργειά του, όπως εξάλλου και η εγκατάλειψη των Ισπανών Δημοκρατικών με την ανακήρυξη της ουδετερότητας της Γαλλίας απέναντι στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, γίνεται αντιληπτή ως οπισθοδρόμηση του κινήματος : οι μέρες του Λαϊκού Μετώπου είναι στο εξής μετρημένες.
---------------------------------------------------------------------
[8] ΣτΜ : Την περίοδο της Κατοχής, ο Ντεά ίδρυσε το διαβόητο φασιστικό κόμμα Εθνικός Λαϊκός Συναγερμός (RNP). Μετά την απελευθέρωση, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και πέθανε στην εξορία.
[9] ΣτΜ : Η μέχρι τότε ενιαία SFIO διασπάται σε σοσιαλιστές οπαδούς της Β’ Διεθνούς (οι οποίοι υπό τον Λεόν Μπλουμ διατηρούν τον τίτλο του κόμματος) και σε οπαδούς της Γ’ Διεθνούς που ιδρύουν το ΚΚΓ.
[10] Εκτίμηση της κατάστασης που παρουσίασε ο Maurice Thorez σε συγκέντρωση των κομμουνιστών της περιοχής του Παρισιού στις 11 Ιουνίου του 1936

συνεχίζεται... 

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Μελέτη πολιτικών εμπειριών (μέρος δεύτερο)

Το επαναστατικό κύμα του 1848 οδήγησε πολλούς επαναστάτες να αναρωτηθούν για τη στρατηγική που όφειλε να υιοθετήσει το εργατικό κίνημα, το οποίο βρίσκονταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Ο Καρλ Μαρξ κι ο Φρίντριχ Ενγκελς, οι οποίοι δημοσίευσαν εκείνη ακριβώς τη χρονιά το « Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος » και οι οποίοι συμμετείχαν στις εξεγέρσεις, συμπέραναν ότι το προλεταριάτο οφείλει να στηρίζεται μονάχα στον εαυτό του : « Η αδελφοσύνη διάρκεσε μονάχα για όσο χρονικό διάστημα τα συμφέροντα της αστικής τάξης συνέπιπταν με τα επαναστατικά συμφέροντα. (…) Καμία από τις πολλές επαναστάσεις που πραγματοποίησε η γαλλική αστική τάξη από το 1789 δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή της Τάξης, καθώς όλες άφηναν να διαιωνίζεται η ταξική κυριαρχία, η υποδούλωση των εργατών, η κυριαρχία των αστών, παρά τη συχνή αλλαγή της μορφής που ελάμβανε αυτή η κυριαρχία και αυτή η υποδούλωση. Ο Ιούνιος απείλησε αυτήν την Τάξη. Ο Ιούνιος έπρεπε λοιπόν να τσακιστεί [4] ! » Επιπλέον, κατά τη γνώμη τους, ούτε και οι μικροαστοί δημοκράτες έχουν συμφέρον να ανατραπεί η κοινωνική τάξη πραγμάτων προς όφελος των επαναστατών. Έτσι, το συμπέρασμα των συγγραφέων του Μανιφέστου είναι απλό : οι προλετάριοι οφείλουν να συγκροτήσουν μια ανεξάρτητη πολιτική δύναμη και στη συνέχεια να επιχειρήσουν να συνάψουν συμμαχίες.
Στην Γερμανία, ο Καρλ Κάουτσκι συνεχίζει τον προβληματισμό του Μαρξ και του Ένγκελς λαμβάνοντας υπόψη, στα τέλη του 19ου αιώνα, τη γενική άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και την αύξηση της ισχύος των διανοητικών επαγγελμάτων (γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, καθηγητές, μηχανικοί, υπάλληλοι, κλπ.). Μπορεί άραγε αυτή η Ιντελιγκέντσια (intelligenz), η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη να γίνει σύμμαχος των σοσιαλιστών ; Το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία από το γεγονός ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των στρωμάτων της πνευματικής εργασίας ζει και εργάζεται κάτω από συνθήκες που δεν διαφέρουν πολύ από εκείνες του προλεταριάτου (χαμηλόμισθοι υπάλληλοι του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, κλπ.). Αν και τρέφει ιδιαίτερα μεγάλη δυσπιστία απέναντι στην συγκεκριμένη κοινωνική τάξη την οποία θεωρεί κατεξοχήν συντεχνιακή και ρεφορμιστική, ο Κάουτσκι θεωρεί ότι το προλεταριοποιημένο τμήμα της ιντελιγκέντσιας μπορεί να κερδηθεί από τον σοσιαλισμό, υπό τον όρο ότι η εργατική τάξη θα είναι αρκετά ισχυρή στο πολιτικό επίπεδο, έτσι ώστε να κατορθώσει να επιβάλλει τις απόψεις της. Στην αντίθετη περίπτωση, « ναι μεν τα δύο κόμματα θα συνέκλιναν, αλλά δεν θα ήταν οι οπαδοί της κοινωνικής μεταρρύθμισης εκείνοι που θα έρχονταν σε εμάς, αλλά εμείς που θα πηγαίναμε σε αυτούς [5].
Λίγο καιρό αργότερα, ο Λένιν, στο έργο του « Τι να κάνουμε ; » (1902), μετατρέπει το κομμουνιστικό κόμμα στο κατεξοχήν εργαλείο το οποίο θα επιτρέψει στο προλεταριάτο να συγκροτηθεί σε αυτόνομη επαναστατική δύναμη. Παρ’ όλο που η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Οκτώβριο του 1917 σήμανε την επιτυχία της λενινιστικής τακτικής, σε μια χώρα η οποία ήταν σε πολύ μικρό βαθμό βιομηχανοποιμένη, η επέκταση της σοσιαλιστικής επανάστασης στην υπόλοιπη Ευρώπη αποδείχθηκε αδύνατη. Τον Ιανουάριο του 1919, η γερμανική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση έπνιξε στο αίμα την εξέγερση του Βερολίνου. Την ίδια χρονιά, συντρίφτηκε βίαια η « Δημοκρατία των Εργατικών Συμβουλίων » στην Βαυαρία και στην Ουγγαρία. Στην Ιταλία, η συντριβή των επαναστατικών κινημάτων την περίοδο 1919-1920, οδηγεί τον Αντόνιο Γκράμσι να θεωρητικοποιήσει, την δεκαετία του 1930, την έννοια της ιδεολογικής και πολιτιστικής « ηγεμονίας » : συμπεραίνει ότι, προτού η εργατική τάξη επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία, οφείλει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τις ιδέες της, τις αξίες της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα, έτσι ώστε να εξασφαλίσει τη συναίνεση των κοινωνικών τάξεων με τις οποίες θα χρειαστεί να συνεργαστεί.
Στη Γαλλία, το ζήτημα των συμμαχιών ανάμεσα στις τάξεις τίθεται με διαφορετικούς όρους. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 έχει αρχίσει ένας εντονότατος διάλογος για τη στάση που θα πρέπει να υιοθετηθεί απέναντι στην ανάπτυξη των μεσαίων τάξεων. Στο εσωτερικό του Γαλλικού Τμήματος της Εργατικής Διεθνούς (SFIO), ο Μαρσέλ Ντεά εκτιμάει ότι οι τελευταίες έχουν μετατραπεί σε φυσικούς συμμάχους της εργατικής τάξης, δεδομένου ότι οι αγρότες που είναι ιδιοκτήτες της γης που καλλιεργούν, οι τεχνίτες, οι μικροί βιοτέχνες, οι έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, ακόμα και οι μικροί βιομήχανοι, βρίσκονται στο εξής και αυτοί αντιμέτωποι με την απειλή του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού. Από όλα αυτά συνεπάγεται η αναγκαιότητα να συνάψει η –ετερογενής και μειοψηφική- εργατική τάξη μια συμφωνία συνεργασίας με τις μεσαίες τάξεις που γνωρίζουν μεγάλη άνθηση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να υπάρξει και ένας επανακαθορισμός του ρόλου του κράτους, το οποίο δεν μπορεί πλέον να γίνεται αντιληπτό ως ένα εργαλείο στην υπηρεσία μίας και μόνης κοινωνικής τάξης [6]. Αναλύοντας τη δημοτικότητα του φασισμού, ο Ντεά καταλήγει ότι, στο εξής, οι σοσιαλιστές οφείλουν πλέον να διακηρύσσουν την « ανόρθωση του κράτους » και τη « σωτηρία του έθνους », πράγματα τα οποία –κατά τη γνώμη του- προσδοκούν οι μεσαίες τάξεις.
Ο Λεόν Μπλουμ ανταπαντά εξομοιώνοντας αυτόν τον « νεοσοσιαλισμό » με τον φασισμό και εξηγεί : « Φοβόμουνα ότι αν επιχειρούσαμε αλλαγές τέτοιου είδους στον σοσιαλισμό, τότε θα μετατρέπαμε το σοσιαλιστικό κόμμα από κόμμα μιας τάξης σε κόμμα των ταξικά ξεπεσμένων. Φοβόμουνα ότι, αν επιχειρούσαμε, όπως ο φασισμός, μια συσπείρωση συγκεχυμένων μαζών, αν κάναμε έκκληση όπως κι ο φασισμός σε όλες τις κατηγορίας της ανυπομονησίας, της οδύνης και της απληστίας, τότε θα πνίγαμε την ταξική δράση του Σοσιαλιστικού Κόμματος μέσα σε αυτό το κύμα των “τυχοδιωκτών” (…) που έφερε κάθε φορά στην εξουσία όλες τις δικτατορίες της ιστορίας [7]. »
----------------------------------------------------------------
[4] Καρλ Μαρξ, « Neue Rheinische Zeitung », Κολωνία, 29 Ιουνίου 1848.
[5] Karl Kautsky, « Le socialisme et les carrières libérales », Le Devenir social, Παρίσι, Ιούνιος 1895, σελ. 269.
[6] Jean-Paul Cointet, στο Marcel Déat : du socialisme au national-socialisme, Perrin, Παρίσι, 1998.
[7] Αναφέρεται από τον Serge Berstein στο « Léon Blum », Fayard, Παρίσι, 2006, σελ. 370 (οι αναλύσεις που αφορούν το Λαϊκό Μέτωπο και οι φράσεις που παρατίθενται σχετικά με την κυβέρνηση Μπλουμ είναι παρμένες από αυτό το βιβλίο).

συνεχίζεται...

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Μελέτη πολιτικών εμπειριών (μέρος πρώτο)

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η επιθυμία να ανατραπεί το Παλαιό Καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας πυροδότησε αρχικά τη συσπείρωση πολύ ετερογενών κοινωνικών στρωμάτων. Κάτω από την πίεση του λαού και μπροστά στην απειλή του χάους, οι εκπρόσωποι των προνομιούχων κατηγοριών του πληθυσμού εξεγέρθηκαν τη νύχτα της 4ης Αυγούστου του 1789. Η επανάσταση επιτάχυνε την άνοδο της ισχύος ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων που βρίσκονταν στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στους αριστοκράτες και στην αγροτιά και οι οποίες είχαν ως μόνο κοινό στοιχείο την ιδιοκτησία ενός μικρού χρηματικού κεφαλαίου ή ένα κάποιο μορφωτικό επίπεδο : επιχειρηματίες, έμποροι και μικρέμποροι, μικροϊδιοκτήτες γης ή ακινήτων, γιατροί, δικηγόροι, δικαστικοί, μορφωμένοι… Η φάση της ριζοσπαστικοποίησης της επανάστασης, την περίοδο 1792-1794, διακόπηκε από την αντίδραση της 9ης Θερμιδόρ [1] και έδωσε τη θέση της σε ένα καθεστώς στο οποίο η « μεγαλοαστική τάξη » (τραπεζίτες, μεγαλοβιομήχανοι, ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι….) γνώρισε μεγάλη άνθηση και –με την επανάσταση του 1830- αναδείχθηκε ως νέα κυρίαρχη τάξη, εκτοπίζοντας την αριστοκρατία.
Μέσα σε αυτό το κοινωνικό τοπίο, αλλά και εξαιτίας της εκβιομηχάνισης, ο αριθμός των ατόμων που ανήκουν στο προλεταριάτο αυξάνεται με ταχύτατο ρυθμό. Οι συνθήκες ζωής και εργασίας της νεογέννητης εργατικής τάξης πυροδοτούν ένα νέο « κοινωνικό ζήτημα » το οποίο επιβάλλεται με το επαναστατικό κύμα του 1848. Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε το 1789, μετά την επανάσταση του 1830 η μοναρχία είναι αστική και « φιλελεύθερη ». Ωστόσο, ο βασιλιάς ανατρέπεται από την συμμαχία της μικροαστικής τάξης και των Παριζιάνων φοιτητών με τους εργάτες. Όμως, η Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία που προκηρύχθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1848 δεν διάρκεσε πολύ. Στις εκλογές της 23ης και 24ης Απριλίου, οι οποίες διεξήχθησαν με καθολική ψηφοφορία όλων των αρένων μελών του πληθυσμού, οι φιλελεύθεροι υπερίσχυσαν των επαναστατών, οι οποίοι, καθοδηγούμενοι από τον Αρμάν Μπαρμπές και τον Ογκίστ Μπλανκί, επιχείρησαν –ανεπιτυχώς- στις 15 Μαΐου να καταλύσουν την Συντακτική Συνέλευση. Στη συνέχεια, το κλείσιμο των « Εθνικών Εργαστηρίων » (τα οποία εξασφάλιζαν εργασία στους άνεργους) δημιούργησε εκρηκτική κατάσταση η οποία πυροδότησε την εξέγερση των ανατολικών συνοικιών του Παρισιού : στις 23, 24 και 25 Ιουνίου, η πρωτεύουσα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, με αποτέλεσμα την σφαγή χιλιάδων εξεγερμένων από την νέα δημοκρατική εξουσία [2]. Η Δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε μέσα από την καθολική ψηφοφορία των αρένων και κατήργησε την δουλεία, είχε μεν δημοκρατικό χαρακτήρα, όχι όμως και κοινωνικό.
Εκτός Γαλλίας συναντάμε –αν και σε εντελώς διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες- ορισμένες όψεις αυτής της επαναστατικής δυναμικής. Στις χώρες που βρίσκονται ακόμα αντιμέτωπες με την απολυταρχία, με την ξένη κατοχή και/ή με το εθνικό ζήτημα (Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία…), τα πλέον διαφορετικά κοινωνικά στρώματα προβάλλουν φιλελεύθερες και εθνικές διεκδικήσεις. Ωστόσο, πολύ σύντομα, εμφανίζεται ένα ρήγμα ανάμεσα στους μετριοπαθείς και στους ριζοσπάστες : οι πρώτοι αρκούνται σε ορισμένες πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι δεύτεροι διεκδικούν και τη λήψη μέτρων που θα προωθούν την ισότητα.
Παντού στην Ευρώπη, επιβεβαιώνεται η ορθότητα της πρόβλεψης που διατύπωσε το 1846 ο Καμίλο Καβούρ, ο μελλοντικός ηγέτης της κυβέρνησης του Πεδεμοντίου και πρωτεργάτης της ενοποίησης της Ιταλίας : « Είμαστε πεπεισμένοι ότι, εάν η κοινωνική ειρήνη απειληθεί σοβαρά, εάν οι βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται αντιμετωπίσουν μεγάλους κινδύνους, τότε, πολλοί από τους πλέον αποφασισμένους αντιφρονούντες, πολλοί από τους πλέον ένθερμους Δημοκράτες θα είναι από τους πρώτους που θα προσχωρήσουν στο κόμμα των Συντηρητικών [3] ». Ωστόσο, η αποτυχία της Άνοιξης των Λαών (με εξαίρεση την Γαλλία, μετά από ένα χρόνο υπήρξε παλινόρθωση όλων των καθεστώτων που ανατράπηκαν) δεν σήμανε την επιστροφή στην κατάσταση που επικρατούσε προηγουμένως : παρ’ όλο που η αστική τάξη προσχώρησε στο « κόμμα του νόμου και της τάξης », η συγκυριακή και ετερόκλιτη συμμαχία του 1848 (βιοτέχνες των παραδοσιακών επαγγελμάτων, μισθωτοί σε τομείς που δεν είχαν ακόμα περάσει στο στάδιο της εκβιομηχάνισης, εργάτες, φοιτητές, έμποροι και διανοούμενοι της μικροαστικής τάξης…) υποχρέωσε οριστικά τους κυβερνώντες να εγκαταλείψουν μια αντίληψη για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας η οποία δεν ελάμβανε διόλου υπόψη τις προσδοκίες του λαού.
-----------------------------------------------------------------
[1] ΣτΜ : Για να συμβολίσει την απόλυτη ρήξη με το παλαιό καθεστώς, η Γαλλική Επανάσταση άλλαξε την ονομασία των μηνών αλλά και την χρονολόγηση, με το έτος 1 να αντιστοιχεί στο 1792, χρονιά της ανακήρυξης της αβασίλευτης Δημοκρατίας και της καταδίκης του Λουδοβίκου ΙΣΤ σε θάνατο. Στις 9 Θερμιδόρ του έτους ΙΙ (27 Ιουλίου 1794), ανατρέπεται πραξικοπηματικά ο Ροβεσπιέρος, τερματίζεται η Τρομοκρατία και την εξουσία αναλαμβάνει το –κατά πολύ συντηρητικότερο- Διευθυντήριο.
[2] Βλέπε Alain Garrigou, « 1848, le printemps des peuples », « Le Monde Diplomatique », Μάιος 2011.
[3] Αναφέρεται από τον Ερικ Χομπσμπάουμ, Η εποχή του κεφαλαίου, Θεμέλιο, σελ. 34 στη γαλλική έκδοση.

συνεχίζεται...

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Το "μεταναστευτικό"

Το “μεταναστευτικό”, εννοείται, “πρόβλημα”: αυτό είναι το πρώτο πράγμα που οφείλει να παρατηρήσει κανείς σήμερα. Υπάρχει μια διπλή διαδικασία σύμφωνα με την οποία το καθοριστικό για την πλαισίωση της συζήτησης ουσιαστικό εκτοπίζεται και συνάμα υπονοείται. Είναι απαραίτητο να επερωτήσουμε την ιδεολογική εργασία που επιτελεί αυτό το ουσιαστικό. Το “μεταναστευτικό πρόβλημα” σημαίνει, για την άκρα δεξιά, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90, “το πρόβλημα με τους μετανάστες”, “το πρόβλημα το οποίο είναι οι μετανάστες.” Για την λεγόμενη κεντροαριστερά της σημερινής εποχής της κρίσης σημαίνει, κάπως πιο διακριτικά, “το πρόβλημα με την μετανάστευση”. Αλλά η ίδια η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών αποκωδικοποιήσεων του τι εμπεριέχει το ουσιαστικοποιημένο επίθετο “μεταναστευτικό” είναι ουσιωδώς επισφαλής, και είναι ακριβώς αυτή η επισφάλεια που σηματοδοτεί το πραγματικό της εποχής: τη σύγκλιση δηλαδή της κεντροαριστεράς, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με το σταθερό αντιμεταναστευτικό μένος της ακροδεξιάς.
Είναι γνωστό ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός βασίζεται σε ροές κεφαλαίων, προϊόντων και εργατικού δυναμικού, με τις τελευταίες να ελέγχονται, όπως δεν ελέγχονται οι δύο πρώτες, από το κράτος και τους κρατικούς μηχανισμούς. Σε εποχή κρίσης και αυξανόμενης ανεργίας, ο έλεγχος των ροών εργασίας μεταμορφώνεται στην ίδια κατεύθυνση με τον “δημοσιονομικό έλεγχο”· περνάει σε φάση “αυστηρότητας”. Θύματα και στις δύο περιπτώσεις: οι εργαζόμενοι, οι φορείς μιας εργασίας που γίνεται τόσο πιο επισφαλής και τόσο πιο εκμεταλλεύσιμη όσο περισσότερο γίνεται επίσης διαιρέσιμη, πολιτικά κατακερματισμένη, αδύναμη να αντιδράσει σε πολιτικό επίπεδο. Το “μεταναστευτικό” είναι εξ αρχής κάτι άλλο από “μερικό” ζήτημα που αφορά απλώς κάποιους “άλλους”: η δίωξη του μετανάστη προαπαιτεί μετασχηματισμούς στο κράτος δικαίου που είναι βέβαιο ότι συντείνουν στην σταθερή του ολίσθηση προς τον δυνάμει ολοκληρωτικό αυταρχισμό. Δεν είναι λοιπόν απλώς ότι το “μεταναστευτικό” είναι η άλλη όψη του “εργασιακού” ή του “ασφαλιστικού” στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αλλά και ότι η σημερινή μοίρα των μεταναστών προετοιμάζει το νομικό έδαφος για το άμεσο μέλλον των “γηγενών”.
Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως “μεταναστευτικό” παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με αυτό που στην αμερικάνικη δεκαετία του 50 αποκαλέστηκε το “πρόβλημα των έγχρωμων” (“colored problem”): δεν είναι πρόβλημα που δημιουργούν έξαφνα οι μετανάστες, αλλά πρόβλημα που δημιουργείται στους μετανάστες εξαιτίας της δραστικής αλλαγής πορείας πλεύσης της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην εισαγωγή φτηνής εργασίας, που με τη σειρά της υπαγορεύεται από την χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση συσσώρευσης. Σήμερα, που ο τίτλος του “πολίτη” μοιάζει πιο κενός ουσιαστικού νοήματος από ποτέ, σήμερα που ο “πολίτης” είναι ο ίδιος φτηνή, ανασφάλιστη, ευκαιριακά απασχολούμενη, ουσιαστικά “μαύρη” εργασία, η χρησιμότητα του μετανάστη στο διεθνές κεφάλαιο εξαντλείται όλο και περισσότερο στην διαθεσιμότητά του ως μέσου φαντασιακού εκτοπισμού της φύσης του “προβλήματος”, αποπροσανατολισμού, ρατσιστικών φαντασιώσεων τιμωρίας και δίωξης.
Πρέπει να επιμείνουμε ότι το “μεταναστευτικό” δεν είναι “ανθρωπιστικό” πρόβλημα. Δεν είναι πρόβλημα διαχείρισης ουσιαστικά αποκτηνωμένων πληθυσμών (τι ειρωνεία, ότι η λέξη “ανθρωπιστικό” προϋποθέτει σιωπηρά την έκπτωση κάποιου από την ανθρώπινη κατάσταση!). Οι μετανάστες είναι, όπως όλοι, δυνάμει πολιτικά υποκείμενα, και όχι απλώς μια πληθυσμιακή μάζα απέναντι στην οποία η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την ύπαρξη ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Το μεταναστευτικό λοιπόν είναι πολιτικό ζήτημα. Είναι τέτοιο τόσο από την πλευρά του μετανάστη, για τον οποίο η πολιτικοποίηση γίνεται ζήτημα επιβίωσης, όσο και από αυτή του κράτους, το οποίο μας ζητά να αποδεχτούμε τη θυματοποίηση του άλλου ως αντάλλαγμα για την απροθυμία του να αποδώσει δικαιοσύνη σε μας.
Η πρόσκληση σε “νηφάλια συζήτηση για την μετανάστευση” δεν είναι αθώα. Η “συζήτηση για τη μετανάστευση” είναι στην πράξη το ακριβές ανάλογο της “συζήτησης για τα βασανιστήρια” που διεμήφθη στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η ίδια η ύπαρξή της βάζει στο τραπέζι την προοπτική ακροτήτων, και βάζοντάς την στο τραπέζι νομιμοποιεί νομοθετικές λύσεις που γίνονται στην πραγματικότητα όλο και πιο φασίζουσες, όλο και πιο διωκτικές. Οφείλουμε να είμαστε άκρως προσεκτικοί όταν δημοσκοπήσεις για το “μεταναστευτικό” μετατρέπονται εν ριπή οφθαλμού σε κομματικές στάσεις σε όλο το πολιτικό φάσμα και καταλήγουν σε εισαγγελικές παρεμβάσεις. “Δημοκρατία” δεν σημαίνει δικτατορία της μηντιακά διαμεσολαβημένης γνώμης.
Δεν υπάρχουν “μετανάστες”, και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που η φράση “μεταναστευτικό” είναι καλό να διατηρείται σε εισαγωγικά. Υπάρχουν εργάτες από άλλες χώρες. “Οι μετανάστες” είναι η εργατική τάξη με άλλο δέρμα, άλλες συνήθειες και άλλη γλώσσα. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ό,τι στην ξενοφοβική ρητορική παρουσιάζεται όλο και ανοιχτότερα ως το “αναφομοίωτο” του μετανάστη --η ρυπαρότητά του, η έλλειψη παιδείας του, η προβληματική του διαγωγή, η ασέβειά του σε θεσμούς, παραδόσεις, σύμβολα, κλπ-- επιστρέφει στον δημόσιο λόγο την πρόσληψη της εγχώριας εργατικής τάξης στο παρελθόν. Η ξενοφοβία είναι αναγώγιμη σε τελική ανάλυση σε φόβο απέναντι στην προοπτική της επιστροφής της εργατικής τάξης αφότου αυτή έχει, υποτίθεται, αστικοποιηθεί. Ο “ξένος” είναι ήδη πάντα οικείος, και το πρόσωπό του είναι αυτό ενός ταξικού παρελθόντος που επέχει τη θέση του φοβικού απωθημένου στην “εθνική” συνείδηση.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Περί γέλιου

Τεμπελιάζοντας άσκοπα μπροστά στην τηλεόραση, έπεσα στον "Άνθρωπο που γύρισε από τη ζέστη" (σκην. Κ. Καραγιάννης) με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα: γυρισμένη εν μέσω χούντας, το 1972, αποτελεί ένα μνημείο στην οιονεί φασιστική αθλιότητα, καταφέρνοντας να είναι ταυτόχρονα σεξιστική, πατριαρχική και ρατσιστική στα όρια του ξετσίπωτου αποικιοκρατισμού. Η ξεδιαντροπιά της ταινίας (δεν υπάρχει λόγος να εμβαθύνω στο ταυτόχρονα παιδαριώδες και αποτρόπαιο σενάριο του πατέρα που επιστρέφει από την "αραπιά" για να βάλει τάξη στο "ανυπάκουο" σπιτικό του) με σόκαρε: αντί για "διαφυγή" από την καθημερινότητα, αυτό που προσφερόταν ήταν η δια της βίας καταβύθιση στον βάλτο της μικροαστικής μικροπρέπειας. Καλούσουν να γελάσεις, συνεπώς, όχι με τα θύματα (τη σύζυγο και τα τέκνα του διαστροφικά ναρκισιστή πατέρα), ούτε (καν) με τον θύτη, αλλά με τη δική σου μαζοχιστική παράδοση στην κοινωνική ηλιθιότητα που σε πνίγει εν μέσω καγχασμού: το γέλιο ως μέσο εκδήλωσης ντροπής, τραυματικής αμηχανίας, ένα ανακλαστικό που αναπτύσσεις ψυχαναγκαστικά για αυτό που είναι αποτρόπαιο αλλά που δεν μπορείς να σταματήσεις ή να αλλάξεις. Η απόσταση ανάμεσα στα πρότυπα εθνικού κωμικού γούστου και το "Σπιρτόκουτο" του Οικονομίδη είναι σαφώς μικρότερη από ό,τι αρχικά φαίνεται.
Η εμπειρία έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές, όσες δηλαδή αποπειράθηκα από τότε να ξαναδώ "σύγχρονες" και παλαιότερες ελληνικές κωμωδίες: το αστείο μου φαινόταν πλέον ως μονίμως κάτι άλλο από αστείο, ένα άλλο όνομα για τον αυτο-οικτιρμό μιας κοινωνίας που γνωρίζει, και ομολογεί, την έκπτωτή της κατάσταση. Το γέλιο μας με τον Ελληνάρα που κερατώνει τη γυναίκα του αλλά σοκάρεται από τα σκάνδαλα της τηλεόρασης, τη γυναίκα που ανέχεται τον εξευτελισμό στο σπίτι της αλλά ξεσπάει στη γειτόνισα ή στα παιδιά της, την ανέραστη θεούσα που είναι κρυφά νυμφομανής, τον αυταρχικό πάτερ φαμίλια που δεν έχει κανένα πραγματικό ηθικό βάρος, τον διεφθαρμένο πολιτικό που βγάζει ηθικοπλαστικά λογίδρια, είναι γέλιο άδειο, μεταλλικό γέλιο αυτών που έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Είναι ένα γέλιο το οποίο πληρώνουμε με το νόμισμα της ντροπής: "αυτή είναι η κοινωνία μου, αυτός είμαι και γω." Για τον νεοέλληνα, δηλαδή για τον άνθρωπο που πολτοποιήθηκε κάτω από το σωρευτικό βάρος δεκαετιών συμπλεγματικού μικροαστισμού, το γέλιο είναι πάντοτε απαρνημένη ομολογία ενοχής. Για ποιο πράγμα; Για την έλλειψη πίστης στην ευτυχία. Για την περιφρόνηση μιας αξιοπρέπειας που μοιάζει ανέφικτη.
Για χρόνια, οι διανοούμενοι της ημετέρας αρέσκονταν στο να φορτώνουν το κρίμα στο λαιμό του Καραγκιόζη, και μαζί του, στον επί μακρόν πολιτισμικό μας συγχρωτισμό με τον απεχθή ανατολισμό. Πρόκειται για ένα ακόμα εύπεπτο ιδεολογικό άλλοθι: κανείς δεν γελά με μεγαλύτερη λεπτότητα, ανθρωπιά και ευγένεια από τους σκηνοθέτες του ιρανικού κινηματογράφου· και η ισλαμική λογοτεχνία, μεσαιωνική και σύγχρονη, είναι γεμάτη υψιπετείς σκέψεις και μελαγχολικές τροπικότητες. Στο κέντρο της δυστυχίας την οποία σηματοδοτεί το νεοελληνικό γέλιο δεν βρίσκεται η καθ' ημάς ανατολή αλλά η κακή πίστη (σαρτρικά, mauvaise foi) ως προς την ιδεολογικά κανονιστική ταύτιση με τη δύση. Το γέλιο μας είναι γέλιο ανθρώπων που ο V.S. Naipaul θα ονόμαζε mimic men, ανθρώπων που νιώθουν ότι σε όλες τις εκφάνσεις της, δημόσιες και ιδιωτικές, η ζωή τους δεν είναι παρά μια προβλέψιμη φάρσα, μια αξιοπεριφρόνητη απάτη. Ανάμεσα στα πολιτικά καθήκοντα της νεότερης γενιάς είναι να διεκδικήσει την απόσυρση από την αποτρόπαια συλλογικότητα του "μεταξύ κατεργαρέων..." Να μάθει συνεπώς να γελάει διαφορετικά, αν όχι με την μακαριότητα αγγέλων, τουλάχιστον με την αθωότητα βαρβάρων...

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ψυχανάλυση

Η κλασική ερμηνεία της αναμέτρησης ανάμεσα στον Οιδίποδα και την Σφίγγα είναι ότι ο πρώτος θριαμβεύει απέναντι στην τερατώδη ενσάρκωση του μυθικού όταν καθιστά το αίνιγμα του ανθρώπου έλλογα επιλύσιμο. Η δύναμη του μύθου είναι το αίνιγμα του ανθρώπου, και όταν αυτό το αίνιγμα απαντηθεί, ο μύθος αυτοκτονεί, μη έχοντας πλέον καμμία δύναμη πάνω στον άνθρωπο. Η αυτοκτονία της Σφίγγας είναι ταυτόχρονα ο θάνατος του αιγυπτιακού σημαίνοντος, το πέρασμα από τον ακατανόητο ιερογλυφικό κώδικα στον διάφανο, φωτεινό ελληνικό Λόγο.
Υπάρχουν βέβαια κάποια προβλήματα: Αν ο θρίαμβος επί της Σφίγγας κάνει τον Οιδίποδα βασιλιά των Θηβαίων, η βάση του, δηλαδή η γνώση του αινίγματος του εαυτού, τον οδηγεί επίσης στην αυτοκαταστροφή. Αν η Σφίγγα αυτοκαταστρέφεται όταν ο άνθρωπος σταματά να τρέμει μπροστά στο αίνιγμά που είναι ο ίδιος για τον εαυτό του, ο άνθρωπος αυτοκαταστρέφεται για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή δεν φοβάται αρκετά να μάθει ποιος είναι. Με άλλα λόγια, ο μύθος του Οιδίποδα ονειρεύεται τον Λόγο ως μια ακόμα λεπτομέρεια του μύθου· είναι ένα παράξενο όνειρο της Σφίγγας. Ο μύθος λέει: o Λόγος που φαίνεται να συντρίβει το μυθικά ακατανόητο συντρίβεται ο ίδιος από την διαφάνεια της γνώσης, γιατί το φως της είναι τόσο αβάσταχτο που τον οδηγεί στην τύφλωση. Η Σφίγγα δεν πεθαίνει ποτέ, ονειρεύεται ότι πεθαίνει στα χέρια κάποιου τον οποίο έχει ήδη νικήσει. Αυτός που καταστρέφεται είναι αυτός που νομίζει ότι έχει τελειώσει με την Σφίγγα, αυτός που δεν έχει ακούσει πίσω από το φαινομενικό αίνιγμα το πραγματικό: "τι είναι αυτό που σε κάνει να θέλεις να μάθεις ποιος είσαι όταν το να μαθαίνεις ποιος είσαι, το να συμπίπτεις απόλυτα με τον εαυτό σου ως υποκείμενο και αντικείμενο της γνώσης, είναι ολέθριο;"
Οι Έλληνες ως ανήσυχο όνειρο των Αιγυπτίων, οι Έλληνες ως το όνομα του μυστηρίου των Αιγυπτίων για τους Αιγύπτιους. Ή αντίστροφα, ο "Αιγύπτιος", η Σφίγγα, ως το μυστήριο των Ελλήνων για τους Έλληνες, αυτό που καθιστά τον ελληνικό Λόγο απροσπέλαστο στον εαυτό του, δηλαδή τον μεταμορφώνει αναδρομικά σε ένα ακόμα επεισόδιο του αιγυπτιακού μύθου.
Αν ο οιδιπόδειος μύθος είναι ακόμα υπολειμματικά φροϋδικός, η επανεπεξεργασία του από τους Μόντυ Πάιθον είναι καθαρά λακανική. Τι έχουμε στο περίφημο επεισόδειο της γέφυρας στο Ιππότες της ελεεϊνής τραπέζης;
Πρόκειται για μια επανάληψη του σεναρίου της συνάντησης με το μυθικό άλλο, με κάποιες όμως αρκετά σημαίνουσες επιπλοκές. Το πέρασμα του πρώτου από τους ιππότες (Λάνσελοτ) είναι γελοία αντικλιμακτικό, μια και καλείται απλώς να απαντήσει σε τρεις πολύ "εύκολες" (αλλά τι σημαίνει αυτό;) ερωτήσεις: ποιο είναι το όνομά του, ποια η αποστολή του, ποιο το αγαπημένο του χρώμα. Τα πράγματα αλλάζουν όταν πλησιάζει ο δεύτερος (Ρόμπιν), ο οποίος έχει "έλλογα" αντιληφθεί την διαδικασία της αναμέτρησης με τον μύθο ως αξιογέλαστα τυπική και βιάζεται να τελειώνει με την παρωδία της Σφίγγας που βρήκε στο διάβα του. Εκεί όμως είναι που η Σφίγγα αλλάζει τους όρους, ανατρέποντας τον "υποκειμενικό" χαρακτήρα των ερωτήσεων. Η ερώτηση "ποια είναι η πρωτεύουσα της Ασσυρίας" είναι βέβαια γελοία --μια "εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα" ερώτηση τύπου τηλεοπτικού κουίζ και όχι κάποιο εμβριθές αίνιγμα αντάξιο μυθικού τέρατος-- αλλά η γελοιότητά της βραχυκυκλώνει τον δεύτερο ιππότη, που υποτίμησε δραστικά το ποσοστό στο οποίο ο μύθος έχει μάθει να μιμείται τη γλώσσα του (εργαλειακού) Λόγου. Ο τρίτος ιππότης (Γκάλαχαντ) δεν έχει καμμία ελπίδα να την βγάλει καθαρή: Είναι πλέον το ευκολότερο πράγμα για τον φύλακα της γέφυρας να επιστρέψει στις "υποκειμενικές" ερωτήσεις έχοντας όμως υποσκάψει την αντίστιξή τους με τις "αντικειμενικές". Έτσι, όταν ο Γκάλαχαντ απαντά "μπλε" στην ερώτηση "ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα", αναγκάζεται ο ίδιος να αμφισβητήσει την "αντικειμενικότητα" της υποκειμενικής απάντησης, με άλλα λόγια να πράξει το αδύνατο: να καταστήσει ο ίδιος την υποκειμενική, και άρα error-free, απάντησή του για τις άρρητες προτιμήσεις του "αντικειμενικά" λανθασμένη, διορθώνοντάς την εκ των υστέρων.
Με την σειρά δοκιμασίας τους, οι τρεις ιππότες εκπροσωπούν τα εξής: την βλακώδη αφέλεια μπροστά στον μύθο (που τον παρακάμπτει, χωρίς όμως να τον υπερνικήσει), την κυνική αναπαραγωγή της βλακώδους αφέλειας, δηλαδή την κακή πίστη (η οποία τιμωρείται με θάνατο), και τέλος, την αυτοπαγίδευση στην ανακλαστικότητα (ξέρει ή δεν ξέρει ο άλλος ποιο είναι πραγματικά το αγαπημένο μου χρώμα/ξέρω εγώ ο ίδιος ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα;) η οποία επίσης οδηγεί στον όλεθρο. Όταν έρχεται η σειρά του Αρθούρου, επακολουθεί μια ακόμη διαλεκτική αντιστροφή, ένα ακόμα στρίψιμο της βίδας: στην γελοιωδώς δυσεπίλυτη "αντικειμενική" τρίτη ερώτηση του φύλακα της γέφυρας, ο Αρθούρος απαντά με μια δεύτερη, απόλυτα πεζή ερώτηση, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στο μυστήριο του Αιγυπτίου το φάσμα αυτού που είναι μυστήριο για τον Αιγύπτιο, αυτό το οποίο το ίδιο το μυθικό τέρας δεν γνωρίζει. Το αποτέλεσμα είναι η αυτοκαταστροφή του μύθου, που εδώ δεν υπερνικάται από την απάντηση του ανθρώπινου άλλου για την φύση του εαυτού του (όπως στον Οιδίποδα), αλλά από την ερώτηση που αποκαλύπτει την απόλυτη άγνοια υπό την οποία τελεί ο μύθος, το γεγονός ότι ο μύθος είναι (σχεδόν) ανίκητα ηλίθιος. Ο φύλακας της γέφυρας δεν φυλάει καμμία απολύτως γνώση ή απάντηση, είναι απλώς μια μηχανή ερωτήσεων. Οι ερωτήσεις παραμένουν επιτελεστικές μπλόφες, στοιχήματα που χάνει ή κερδίζει το υποκείμενο ως υποκείμενο, χωρίς ποτέ να βεβαιώνεται η "σωστή" απάντηση, χωρίς ποτέ να κάνει την εμφάνισή της η "αντικειμενική" αλήθεια.
Εδώ όμως είναι που προκύπτει και η απόλυτη διαλεκτική ανατροπή: κανείς δεν εγγυάται με κανένα τρόπο ότι ο Λάνσελοτ, ο μόνος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι απάντησε σωστά, απάντησε σωστά. Στην πραγματικότητα, η αναμέτρηση του Λόγου με τον μύθο, της ερώτησης ενός με την απάντηση ενός άλλου, δεν υπήρξε ποτέ. Αυτό που συναντήθηκε, υπό το πρόσχημα της συνάντησης του Λόγου με τον μύθο, ήταν ο Λόγος με τον Λόγο που του απευθύνει μιμητικά ο μύθος (ποια είναι η πρωτεύουσα της Ασσυρίας;), ο Λόγος με τον Λόγο ως ανακλαστική αμφιβολία (είναι όντως το μπλε το αγαπημένο μου χρώμα;) ο μύθος που μιμείται τον Λόγο με τον Λόγο που αποκαλύπτει στον μύθο την άγνοιά του, που ξεσκεπάζει την μπλόφα του επιστρέφοντάς του την ερώτηση (τι εννοείς; αφρικανικό [Αίγυπτος] ή ευρωπαϊκό [Ελλάδα] χελιδόνι;) Στην πρώτη συνάντηση (αυτή του Λάνσελοτ με τον φύλακα της γέφυρας) δεν συναντιέται τίποτε, γιατί η διαφορά της συνείδησης που ανακλάται στην ερώτηση και αυτής που εμπλέκεται στην απάντηση είναι μηδέν, δηλαδή δεν μπορεί να διακριβωθεί καν η συγκροτητική διαφορά μεταξύ Λόγου και Μύθου.
Στην ουσία λοιπόν, για τους Μόντυ Πάιθον, η ιδέα ότι υπήρξε ποτέ μια νικηφόρος για τον Λόγο αναμέτρηση του Λόγου με τον μύθο είναι η ίδια μύθος, ένας μύθος που μας κληροδότησε ο Λόγος. Η συνάντηση στην γέφυρα δεν είναι η μάχη μέχρι θανάτου μεταξύ του ενός και του άλλου, του Έλληνα και του Αιγύπτιου, αλλά η αυτοεξαλειπτική συνάντηση του καθένα από τους δύο με το αποξενωμένο κομμάτι του εαυτού του, με το ασυνείδητό του. Λόγος: το όνειρο του μύθου ότι είναι κάτι άλλο από μύθος. Μύθος: το όνειρο του Λόγου δια μέσω του οποίου γεννιέται --επισφαλώς-- ως Λόγος.
Είμαστε όμως αρκετά λακανιστές; Όχι πριν ρωτήσουμε τι πρέπει να συνάγουμε για τον νικητή της αναμέτρησης, τον Αρθούρο ως νέο, μεταμοντέρνο (μεταμοντερνισμός: η τραγωδία ως κωμωδία) Οιδίποδα. Είναι ο παϊθονικός Αρθούρος ένας αποδομιστής πριν την αποδόμηση, ένας τετραπέρατος αφελής σωκρατικού τύπου; Ίσως, αλλά ο Αρθούρος είναι επίσης ένας επικίνδυνος σχιζοφρενής που στο τέλος της ταινίας μπουζουριάζεται με συνοπτικές διαδικασίες για το φρενοκομείο, μαζί με όλη του την παρέα. Είναι δηλαδή το κατεξοχήν παράδειγμα της τρέλας της λογικής, του ανθρώπου που δεν αντέχει το τίμημα του "γνώθι σεαυτόν" ως συνοπτικής διατύπωσης του "γνώριζε πως το μυστήριο που είσαι για τον άλλο είναι επίσης το μυστήριο που είσαι για τον εαυτό σου". Είναι, εν ολίγοις, άλλος ένας Οιδίποδας, άλλη μία Σφίγγα, άλλος ένας Αιγύπτιος, άλλος ένας Έλληνας. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει έξω: η τρέλα των ελεεϊνών ιπποτών ήταν πάντα μαζί μας, και θα ήταν τρέλα να νομίζουμε ότι έξω από τις επικίνδυνες παραισθήσεις τους μας περιμένει ήρεμος, χαμογελαστός, και ντυμένος σε καταπραϋντικά λευκά ο κόσμος της λογικής.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Σαλβαδόρ Νταλί

Κάλυψε ολόκληρο το φάσμα του ερωτισμού και το έκανε με απροκάλυπτη, απόλυτα συνειδητή ικανοποίηση. Ο έρωτας, το όνειρο και η εξέγερση είναι η "Αγία Τριάδα" του. Αρκούν τα 16 λεπτά του «Ανδαλουσιανού Σκύλου» του Μπουνιουέλ (όπου το σενάριο γράφτηκε από κοινού με τον Νταλί) για να κατανοήσεις τη δημιουργική τρέλα του Καλλιτέχνη: Στην πρώτη σκηνή, ένας άνδρας (που τον υποδύεται ο Μπουνιουέλ) ακονίζει μέσα στη νύχτα το ξυράφι του πάνω σε ένα μπαλκόνι και κοιτάζει ένα σύννεφο που περνάει μπροστά από το φεγγάρι. Η λεπίδα κόβει το μάτι ενός κοριτσιού... Πώς να μην τον λατρέψεις;

«Ο πραγματικός ζωγράφος είναι εκείνος που μπορεί να ζωγραφίσει εξαιρετικές σκηνές στη μέση μιας κενής ερήμου. Ο πραγματικός ζωγράφος είναι εκείνος που μπορεί να ζωγραφίσει υπομονετικά ένα αχλάδι, τη στιγμή που τον ζώνουν οι ταραχές της ιστορίας».
«Είναι προφανές ότι υπάρχουν άλλοι κόσμοι, είναι σίγουρο. Αλλά, όπως ήδη έχω πει πολλές φορές, αυτοί οι κόσμοι εδρεύουν μέσα στον δικό μας, κατοικούν στη Γη και συγκεκριμένα στο κέντρο του θόλου του Μουσείου Νταλί, εκεί όπου βρίσκεται ο νέος ανυποψίαστος και απατηλός κόσμος του σουρεαλισμού».
«Το χειρότερο πράγμα είναι η ελευθερία. Η ελευθερία κάθε μορφής είναι ότι χειρότερο για τη δημιουργικότητα. Ο Νταλί πέρασε δύο μήνες σε φυλακή της Ισπανίας και αυτοί οι δύο μήνες ήταν οι πιο χαρούμενες στιγμές στη ζωή μου».
«Στα τρία μου ήθελα να γίνω μάγειρας. Στα επτά ήθελα να γίνω Ναπολέων. Η φιλοδοξία μου ποτέ δεν έπαψε να μεγαλώνει. Τώρα πλέον θέλω να γίνω Σαλβαδόρ Νταλί και τίποτα άλλο. Από την άλλη μεριά όμως, αυτό είναι δύσκολο, αφού, όσο πλησιάζω τον Σαλβαδόρ Νταλί, τόσο αυτός απομακρύνεται από εμένα».
«Το κακό γούστο είναι δημιουργικό. Πρόκειται για την κυριαρχία της βιολογίας επί της εξυπνάδας».
«Είναι εύκολο να καταλάβεις αν ένας άνθρωπος έχει γούστο: το χαλί πρέπει να συνδυάζεται με τα φρύδια».
«Ο χρόνος είναι ένα από τα ελάχιστα σημαντικά πράγματα που μας έχουν μείνει».
«Η ζωγραφική είναι η ειλικρινέστερη των τεχνών. Δεν υπάρχει τρόπος να παραπλανήσει. Είναι είτε καλή είτε κακή».
«Σήμερα η προτίμηση για το ελάττωμα είναι τέτοια, που μόνο οι ατέλειες και κυρίως η ασχήμια θεωρούνται ιδιοφυΐα. Όταν μια Αφροδίτη μοιάζει με βάτραχο, οι σύγχρονοι ψευτοεστέτ αναφωνούν: Είναι δυνατό, είναι ανθρώπινο!».
«Το μοναδικό, από το οποίο ο κόσμος δε θα κουραστεί ποτέ, είναι η υπερβολή».
«Η μόνη διαφορά μου με τους σουρεαλιστές, είναι πως εγώ είμαι σουρεαλιστής».


 «Η επιμονή της μνήμης», 1931
«Το όνειρο», 1937
«Γεωπολιτικό παιδί παρακολουθεί τη γέννηση του νέου ανθρώπου», 1943
«Νεαρή παρθένα αυτοσοδομιζόμενη με τα κέρατα της δικής της αγνότητας», 1954
«Ο μεγάλος αυνανιστής», 1929
«Απαλή κατασκευή με βρασμένα φασόλια (προαίσθηση εμφυλίου πολέμου)», 1936
«Το προσωπείο του πολέμου», 1940
«Ζωντανή νεκρή φύση», 1956