Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Αφορίζοντας V

Για να μιλήσεις πρέπει να έχεις πρώτα χορτάσει τη σιωπή. Για να σιωπήσεις πρέπει πρώτα να έχεις χορτάσει το λόγο. Όταν λέμε "αυτός σώπασε" εννοούμε επίσης "αυτός μίλησε", ή "αυτός έχει (ήδη) μιλήσει." Και με ένα παράξενο τρόπο, αυτό, το ότι κάποιος μίλησε ή έχει μιλήσει, δεν είναι κάτι του οποίου έχουμε επίγνωση πριν σταματήσει να μιλά. Το παρόν της ομιλίας δεν είναι ποτέ ομιλία εφόσον η ομιλία καθορίζεται πάντα απ’ την εκ των υστέρων ζωή του ίχνους, αυτού που (απο)μένει όταν η ίδια έχει πάψει. Γι’ αυτό ο λόγος δεν είναι ποτέ παρουσία. Είναι ταυτόχρονα ενθύμηση και υπόσχεση. Οι πραγματικοί χρόνοι του, αυτοί στους οποίους ζει, είναι ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο στιγμιαίος και ο συντελεσμένος μέλλοντας: "μίλησε", "έχει μιλήσει", “θα μιλήσει”, "θα έχει μιλήσει"...

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Αφορίζοντας IV

"Δημόσια σφαίρα" δεν λέγεται ο χώρος έξω από το σπίτι σου όπου μεταφέρεις τις έγνοιες του σπιτιού σου. Αυτό λέγεται απλώς επέκταση της ιδιωτείας στον δημόσιο χώρο. Και στην νεώτερη Ελλάδα συνηθίσαμε να δίνουμε το φορτισμένο από κλασικές συνδηλώσεις όνομα "δημόσιος λόγος" σε είδη λόγου που δεν κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να απεμπλακούν από το σύμπαν της ιδιωτείας -- του προσωπικού μας συμφέροντος, των κύκλων μας, των φίλων και των γνωστών μας, των κομματικών μας εξαρτήσεων και εθισμών. Ο λόγος που εμφανίζεται στην δημόσια σφαίρα ως λόγος, που δεν έχει δηλαδή ως προτεραιότητά του να αποκτήσει και να επιδείξει πιστοποιήσεις των διαμεσολαβήσεων του από μη πολιτικού χαρακτήρα αυθεντίες, ο λόγος που δεν νιώθει την ανάγκη να παρέχει εχέγγυα της ασφαλούς του ενσωμάτωσης στην οικεία σφαίρα της δίχως όρια ιδιωτείας, αντιμετωπίζεται με την καχυποψία και την εχθρότητα που επιφυλάσσεται στον παρείσακτο. Και το εκπληκτικότερο, όλοι αναρωτιούνται γιατί έχει εκλείψει στην χώρα η πολιτική, σαν να ήταν ποτέ εφικτό για την πολιτική να ριζώσει στο άγονο έδαφος μιας φλύαρης κοινωνικότητας που δεν είναι ποτέ κάτι άλλο από το μηχανικό άθροισμα αυτοαναφορικών ιδιωτικοτήτων...

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Αφορίζοντας III

Αυτός που έχει κύρος αλλά όχι εξουσία είναι αυτός που μια κοινωνία επιφορτίζει με τον ρόλο να δίνει συμβουλές. Σήμερα, αυτός ο τύπος ανθρώπου εκλείπει παντού. Κανείς δεν θέλει πια συμβουλές, γιατί ακόμα και αν δεν είναι εντελώς πεπεισμένος ότι δεν τις χρειάζεται, είναι ωστόσο απόλυτα πεπεισμένος ότι κανείς δεν είναι σε θέση να του τις δώσει. Και έτσι το κύρος εξανεμίζεται, και αυτός που δεν έχει εξουσία για να αναπληρώσει τη φθορά του καθίσταται γελοίος στα μάτια όλων και διασύρεται προς γενική ευθυμία.
Αυτό βέβαια που μένει όταν το κύρος εξαερώνεται ως ποιότητα που εξαρτάται από την κοινωνική συναίνεση είναι μόνο η εξουσία. Και έτσι, όσο ο άνθρωπος με κύρος αλλά χωρίς εξουσία παύει να υφίσταται ως εφικτή θέση στον δημόσιο λόγο, τόσο ενισχύεται η παρουσία και η σημασία του ανθρώπου με εξουσία αλλά χωρίς κύρος. Που σημαίνει επίσης: μια κοινωνία που έχει πάψει να δίνει σημασία σε συμβουλές μαθαίνει να συμμορφώνεται όλο και περισσότερο με διαταγές.
Δεν αφήνει ψυχικά κατάλοιπα η υπακοή στις διαταγές μιας εξουσίας χωρίς κύρος; Δεν τρέφει την μνησικακία και την οργή; Φυσικά. Αλλά ένα σημαντικό μέρος αυτής της οργής και της μνησικακίας έχει ήδη στραφεί σε ασφαλείς στόχους, δηλαδή στην κατηγορία αυτών που αν και δεν έχουν εξουσία τολμούν ωστόσο να διεκδικούν κύρος. Η εκφασισμένη κοινωνία είναι δημοκρατικά ισοπεδωτική σε ό,τι αφορά το κύρος· στα μάτια της, κανείς δεν δικαιούται να έχει μερίδιο σ' αυτό. Όλον της τον αριστοκρατισμό τον φυλά για κείνους που μη έχοντας τίποτε απολύτως που να τους ξεχωρίζει από τους άλλους, καταφέρνουν ωστόσο να αρπάζουν και να κρατούν την εξουσία. Για μια τέτοια κοινωνία, δημοκρατία σημαίνει: κάθε χολερικός δεκανέας μπορεί να ελπίζει να γίνει μια μέρα ο Φύρερ, και κανείς Άουερμπαχ, Κράους ή Μπένγιαμιν δεν έχει το δικαίωμα να ξεχωρίζει από τον τελευταίο γραφιά εφημερίδας...

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Αφορίζοντας II

Παράδοξη παρηγοριά των θεωριών συνομωσίας: η ιδέα ότι όσο άσχημα και αν είναι τα πράγματα, κάποιος ωστόσο έχει τον έλεγχο, κάποιος κρατάει το τιμόνι. Το “αόρατο χέρι” του Σμιθ παραμένει στην θέση του ρυθμιστή, έστω και ως ενσυνείδητα ελεγχόμενος και κακόβουλος δράστης: είμαστε ακόμα ασφαλείς μέσα στον μαγεμένο κύκλο της θεολογίας της αγοράς. Έτσι προστατεύεται κανείς από την πολύ φρικτότερη σκέψη ότι κανείς δεν έχει τον έλεγχο, και ότι το τιμόνι δεν βρίσκεται στα χέρια κανενός μέχρις ότου κάποιος αποφασίσει να το αρπάξει δια της βίας. Έχοντας συνηθίσει στην ιδέα ότι η ελεύθερη επιλογή αφορά χαρτιά τουαλέτας, αποσμητικά ή σεξουαλικές στάσεις στο κρεβάτι, οι δυτικές κοινωνίες ανακαλύπτουν τελικά ότι αυτό που τρέμουν πάνω από όλα είναι το πραγματικό της ελεύθερης επιλογής: η έλλειψη εγγυήσεων, το απρόβλεπτο των συνεπειών, το ανεπίστρεπτο της απόφασης. Για αυτό και είναι απόλυτα λογικό ότι το κεντρικό σύνθημα του φιλελευθερισμού ήταν “δεν υπάρχουν επιλογές”, δηλαδή ότι η ελευθερία συνίστατο στην πραγματικότητα στην ώριμη αποδοχή της εξάλειψης κάθε οντολογικά σημαίνουσας ελευθερίας. “Η ελευθερία είναι δουλεία” έλεγε το σλόγκαν του καθεστώτος στο 1984· το δικό μας είναι: "η δουλεία είναι ελευθερία", και έτσι το να δέχεσαι ότι το μέλλον σου βρίσκεται στα χέρια αόρατων και μοχθηρών τραπεζικών κύκλων ή κλειστών κλαμπ είναι σαφώς λιγότερο απειλητικό για την αυτοαντίληψή σου ως ελεύθερου όντος απ’ το να πειστείς ότι το βάρος της απόφασης, όλο και πιο ασήκωτο, πέφτει στα δικά σου χέρια...

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Αφορίζοντας I

Τη στιγμή που μιλήσεις για την κοινωνία με όρους υγείας και ασθένειας, θα εμφανιστεί, με μαθηματική ακρίβεια, αυτός που θα σε ρωτήσει για την "θεραπεία" που προτείνεις. Σε εκείνο το σημείο, και καθώς πίσω από την λέξη "θεραπεία" εμφανίζονται ήδη φαντάσματα από κολοβά μουστάκια και σφιγμένες γροθιές πίσω από μικρόφωνα, γίνεται εμφανές ότι οι πολιτικές μεταφορές δεν είναι χρώματα σε μια παλέτα, από όπους μπορείς να διαλέξεις τώρα αυτό και τώρα εκείνο, σαν να 'σουν κάποιος φλύαρος ζωγράφος που βλέπει την τέχνη της ζωγραφικής ως μια ευκαιρία να χρησιμοποιεί πολλές μπογιές. Αντίθετα, οι πολιτικές μεταφορές σε δεσμεύουν και σε εγκλωβίζουν, μιλούν για σένα ενώ νομίζεις πως μιλάς εσύ.
Γιατί βέβαια, τόσο η υγεία όσο και η ασθένεια είναι μεταφορές που προϋποθέτουν πως η κοινωνία είναι σώμα, και αυτό με την σειρά του είναι μια οργανική μεταφορά, μια αντίληψη για την κοινωνία ως εκ φύσεως αδιαίρετη, διαταγμένη με τέτοιο τρόπο ώστε το κάθε μέρος να υπηρετεί το άλλο σε μια αρμονική ενότητα.
Όμως αυτή είναι ήδη μια αντίληψη που παραπέμπει στην μεσαιωνική πολιτική θεολογία, και που επιστρέφει στην νεωτερικότητα υπό την αιγίδα της φασιστικής νοσταλγίας για οργανικότητα χωρίς ισότητα. Αυτός που σε ρωτά για τη μορφή της θεραπείας τα έχει ήδη διατρέξει όλα αυτά με την ταχύτητα του καλά εκπαιδευμένου αντιδραστικού πολιτικού ενστίκτου, ενώ ο δικός σου νους, που έχει γίνει μαλθακός από την διανοητική αυταρέσκεια, όχι μόνο δεν έχει κατανοήσει την άσχημη τροπή των πραγμάτων, αλλά σκέφτεται ήδη το επόμενο λεκτικό πυροτέχνημα με το οποίο θα μαγέψει τον αναγνώστη...

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Η καταγωγή μου

Από πού κατάγεται ο σύγχρονος άνθρωπος (homo sapiens) και πώς έφθασε να είναι εξαπλωμένος -και κυρίαρχος- σε όλη τη Γη; Είναι ένα από τα πιο σημαντικά επιστημονικά ερωτήματα και συνεχώς νέα στοιχεία (κυρίως από παλαιολιθικά ευρήματα, ανασκαφές αρχαιολόγων και γενετικές έρευνες DNA) έρχονται στο φως, μεταβάλλοντας διαρκώς την εικόνα που έχουν οι επιστήμονες για την ανθρώπινη προϊστορία.
Μια συνεκτική και συνοπτική παρουσίαση των πιο σύγχρονων επιστημονικών αντιλήψεων γίνεται στη νέα σειρά δύο ντοκιμαντέρ του BBC με τίτλο "Το απίστευτο ανθρώπινο ταξίδι", που παρουσίασε η εφημερίδα Telegraph.
H νέα εικόνα που έχουν πλέον διαμορφώσει οι επιστήμονες, έχει ως εξής: Όλα ξεκίνησαν από μια μικρή φυλή περίπου 200 ανθρώπων του είδους homo sapiens, που ζούσαν στην Αφρική, αλλά κάποια στιγμή, πριν περίπου 70.000 χρόνια, κατάφεραν να διασχίσουν την Ερυθρά Θάλασσα, να περάσουν στην Αραβία και από εκεί σταδιακά -περπατώντας!- να επεκταθούν στην Ασία και την Ευρώπη. Όλες οι σημερινές ανθρώπινες φυλές, όλη η σημερινή ανθρωπότητα, στην Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική και την Αυστραλία, οφείλει την ύπαρξή της και έλκει γενετικά την καταγωγή της από αυτή τη μικρή ομάδα.
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι πριν 90.000 - 70.000 χρόνια, συνέβησαν κλιματικές αλλαγές που, μεταξύ άλλων, οδήγησαν στην πτώση του επιπέδου των θαλασσών, γεγονός που επέτρεψε τη διάσχιση της Ερυθράς Θάλασσας, στο πλησιέστερο σημείο που χωρίζει την Αφρική από την Αραβία, στο λεγόμενο "Κέρας της Ανατολικής Αφρικής".
Σύμφωνα με τον αρχαιογενετιστή Πίτερ Φόρστερ του πανεπιστημίου Άνγκλια Ράσκιν, ο οποίος έκανε σχετικές μελέτες DNA, οι Αφρικανοί που πέρασαν απέναντι, πρέπει να ήσαν λίγες εκατοντάδες, πιθανότατα γύρω στους 200. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκαν στους homo sapiens (τους θεωρούμενους "σύγχρονους" ανθρώπους), οι οποίοι θεωρείται ότι πρωτοεμφανίστηκαν πριν 195.000 χρόνια στην ανατολική Αφρική. Τα αρχαιότερα ίχνη τους έχουν εντοπιστεί κοντά στον ποταμό Όμο της Αιθιοπίας.
Μετά από μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, περίπου 150.000 πριν την εποχή μας, οι homo sapiens πιστεύεται ότι πλέον είχαν επεκταθεί λίγο-πολύ σε όλη την Αφρική, καθώς απολιθωμένα ίχνη τους έχουν βρεθεί, μεταξύ άλλων, στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Ν.Αφρική.
Τα αρχαιότερα ίχνη homo sapiens εκτός της Αφρικής χρονολογούνται πριν περίπου 100.000 χρόνια κι έχουν βρεθεί στο σημερινό Ισραήλ. Θεωρούνται ότι είναι απομεινάρια μιας ομάδας που εγκατέλειψε την Αφρική μέσω της σημερινής ερήμου Σαχάρας, στη διάρκεια μιας σύντομης χρονικής περιόδου, όταν το κλίμα ήταν πιο υγρό και η περιοχή αυτή ήταν πράσινη από βλάστηση. Σύντομα όμως το κλίμα άλλαξε ξανά, η Σαχάρα και η Μέση Ανατολή έγιναν ξανά άνυδρες περιοχές και η σύντομη "έξοδος" από την Αφρική είχε άδοξο τέλος για αυτούς τους πρωτοπόρους.
Σήμερα υπάρχουν στην Αφρική 14 πληθυσμοί διαφορετικοί από γενετική πλευρά, αλλά μόνο ένας από αυτούς φαίνεται πως επιβίωσε εκτός της Αφρικής.
Οι πιο πρόσφατες γενετικές έρευνες δείχνουν ότι πριν 70.000 χρόνια αυτή η αφρικανική ομάδα εκμεταλλεύθηκε την υποχώρηση της στάθμης των νερών της θάλασσας και πέρασε στην Αραβία. Αν και υπολογίζεται ότι ακόμα και μετά την πτώση των υδάτων, θα παρέμενε το εμπόδιο μιας στενής λωρίδας νερού στην Ερυθρά Θάλασσα, πλάτους περίπου 13 χλμ, οι τολμηροί πρόγονοί μας τη διέσχισαν - άγνωστο ακόμα πώς! Από εκεί και πέρα, βρήκαν πηγές φρέσκου νερού κατά μήκος της Αραβικής Χερσονήσου και έτσι μπόρεσαν να προχωρήσουν προς το Βορρά.
Μέχρι πρόσφατα οι επιστήμονες πίστευαν ότι η θαυμαστή ανθρώπινη επιτυχία στην εξάπλωση ανά τον κόσμο οφειλόταν στην προσαρμοστικότητα και στις κυνηγετικές ικανότητες των προγόνων μας. Αν και αυτά υπήρχαν σίγουρα, οι νέες έρευνες δίνουν έμφαση περισσότερο στην τύχη και στις ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες που συνάντησαν αυτοί οι πρωτοπόροι.
Σύμφωνα με τον γενετιστή Στέφεν Οπενχάιμερ της σχολής Ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που μελέτησε ενδελεχώς τη γενετική καταγωγή αυτών των πρώτων ταξιδευτών, το σημερινό DNA όλων των μη Αφρικανών ανήκει σε αυτό το μικρό αφρικανικό παρακλάδι των homo sapiens που διέσχισαν την ερυθρά Θάλασσα.
Όπως αναφέρει, αν ήταν εύκολο για τους τότε Αφρικανούς να κάνουν αυτό το πέρασμα, τότε σήμερα θα υπήρχαν στους μη Αφρικανούς γονιδιακά ίχνη από πολλαπλές αφρικανικές γενετικές ομάδες, όμως υπάρχουν ίχνη από μια και μόνο αφρικανική γενετική ομάδα, συνεπώς πρέπει να υπήρξε μια και μοναδική πετυχημένη έξοδος αφρικανών homo sapiens από την Αφρική.
Μέσα σε διάστημα 5.000 ετών, αυτοί οι πρωτοπόροι κατάφεραν να εξαπλωθούν προς την Ανατολή, κατά μήκος του Ινδικού Ωκεανού ως την ΝΑ Ασία, ώσπου έφθασαν μέχρι και την Αυστραλία πριν περίπου 65.000 χρόνια (επίσης άγνωστο με ποιο τρόπο).
Μια άλλη υπο-ομάδα των ίδιων ανθρώπων στράφηκε βόρεια, μέσω της Μέσης Ανατολής, προς το Πακιστάν, ώσπου έφθασε στην Κεντρική Ασία.
Τέλος, μια τρίτη ομάδα, πριν περίπου 50.000 χρόνια, άρχισε να εξαπλώνεται προς τη Δύση, διασχίζοντας τα στενά του Βοσπόρου και από εκεί (με τα πόδια!) εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη. Eκεί οι homo sapiens δεν βρήκαν μια άδεια ήπειρο - κάθε άλλο. Η Ευρώπη ήταν γεμάτη από τους Νεάντερταλ, οι οποίοι, πιο κοντοί και γεροδεμένοι, ήσαν καλύτερα προσαρμοσμένοι για το ψυχρό κλίμα και τους πάγους εκείνης της εποχής. Οι Νεάντερταλ ζούσαν στην Ευρώπη σχεδόν επί 250.000 χρόνια, αλλά, μετά την άφιξη των homo sapiens, σταδιακά άρχισαν να υποχωρούν, ώσπου 25.000 χρόνια πριν την εποχή μας είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί, είτε λόγω κλιματικών αλλαγών, είτε λόγω πιέσεων από τους εξυπνότερους homo sapiens, είτε από ένα συνδυασμό παραγόντων.
Έτσι, πριν 25.000 χρόνια οι homo sapiens έγιναν πια οι νέοι κυρίαρχοι από την Ευρώπη ως τη Σιβηρία.
Πριν από 20.000 χρόνια εκτιμάται ότι για πρώτη φορά περπάτησαν δια μέσου του Βερίγγειου πορθμού, που ήταν τότε ξηρά, και εισήλθαν στην Αλάσκα, πατώντας πλέον το πόδι τους και στην Αμερικανική ήπειρο. Το αποκορύφωμα της τελευταίας εποχής των παγετώνων, που έφθασε πριν περίπου 19.000 χρόνια, έσπρωξε τους ανθρώπους προς τα νότια κι έτσι πριν 15.000 χρόνια έφθασαν στην Νότια Αμερική, η οποία έγινε η τελευταία ήπειρος που αποίκισαν.
Αυτή η επιστημονική προσέγγιση περί "εξόδου από την Αφρική" απορρίπτει την ανταγωνιστική θεωρία ότι οι διαφορετικές σημερινές ανθρώπινες φυλές εξελίχτηκαν ξεχωριστά, έλκοντας την καταγωγή τους από διαφορετικές ομάδες των προγόνων των homo sapiens, δηλαδή των homo erectus, οι οποίοι είχαν επεκταθεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη.
Οι κινέζοι αρχαιολόγοι, για παράδειγμα, πίστευαν ότι διέθεταν ισχυρές ενδείξεις πως ο κινεζικός λαός δεν έλκει την καταγωγή του από την Αφρική, αλλά από μια ομάδα homo erectus που έφθασε στην Κίνα πριν περίπου 2 εκατ. χρόνια. Όμως μια πρόσφατη γενετική έρευνα που έγινε από το κινεζικό πανεπιστήμιο του Φουντάν στη Σαγκάη, υπό τον καθηγητή γενετικής Λι Τζιν, και η οποία μελέτησε τα χρωμοσώματα Υ χιλιάδων σύγχρονων Κινέζων, διαπίστωσε ότι όλοι ανεξαιρέτως κατάγονται από μια προγονική αφρικανική ομάδα - την ίδια από την οποία κατάγονται και οι υπόλοιποι Ασιάτες, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί.
Όπως δήλωσε ο κινέζος γενετιστής, "δεν βρήκαμε ούτε ένα άτομο στην Κίνα που να μπορεί να θεωρηθεί απόγονος του homo erectus. Τελικά, πρέπει να είμαστε χαρούμενοι με αυτό, καθώς, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει πως οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δεν είναι καθόλου διαφορετικοί μεταξύ τους".

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Ψωμί

Η ανακάλυψη του τροχού, γνωστή ως σημαντικότερη ανακάλυψη της ανθρώπινης ιστορίας, έγινε, σύμφωνα με τις περισσότερες ιστορικές εικασίες, την τέταρτη χιλιετία π.Χ σχεδόν ταυτόχρονα στην Μεσσοποταμία, τον Βόρειο Καύκασο, και την Κεντρική Ευρώπη. Η ανακάλυψη του ψωμιού τοποθετείται στην ίδια περίοδο, επίσης στην Μεσσοποταμία καθώς και στην Αίγυπτο.
Είναι ενδεικτικό της τυφλότητας των ανθρώπων για τα έργα των χεριών τους ότι ενώ ποτέ δεν παύουν να τιμούν την πρώτη –σύμβολο, φυσικά, της παραγωγής και της παραγωγικότητας, της υλικής μεταμόρφωσης του κόσμου– δίνουν ελάχιστη συμβολική σημασία στην δεύτερη, που ιδωμένη πιο προσεκτικά, αποτελεί ένα κάποιο θαύμα μετουσίωσης ίσως μεγαλύτερο, και σίγουρα ιστορικά σημαντικότερο, από τον περίφημο πολλαπλασιασμό άρτων και ιχθύων στην Καινή Διαθήκη: ο συνδυασμός ενός φυτού (σιτάρι), ενός βακτηρίου (μαγιά) και του νερού αποδεικνύεται εκ των υστέρων ως φυσικά προορισμένος για τον ανθρώπινο οργανισμό, αγαπητός σε κάθε στομάχι, από το πιο εκλεπτυσμένο ως το πιο πεινασμένο, από το πιο ευαίσθητο ως το πιο σκληραγωγημένο, και εξελίσσεται στο βασικότερο, σε όλη την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, διατροφικό είδος. Η ανθρώπινη ζωή μπορεί να συντηρηθεί χωρίς πάρα πολλά πράγματα, όχι όμως χωρίς ψωμί και νερό: το “ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος” είναι απαραίτητο ακριβώς επειδή η κοινή λογική υπαγορεύει το αντίθετο της ρήσης: είναι εφικτό να ζήσεις μόνο με ψωμί.
Η λήθη για την ανακάλυψη του ψωμιού, η απουσία εποποιίας για το μέγεθος του δώρου που κάποιοι ανώνυμοι πρόγονοί μας μάς χάρισαν, μαρτυρά την λήθη του ανθρώπου για το γεγονός ότι η φροντίδα του σώματος δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε ευκολοκατάκτητη, σαν κάποιο απλό αντανακλαστικό επιβίωσης· το ψωμί είναι το σύμβολο της ειρηνικής πρόθεσης του είδους να φροντίσει τον εαυτό του αντί να επιβληθεί στους άλλους. Η εποποιία του τροχού –άρματα, καρότσες, τροχίσματα μετάλων, μηχανές βασανισμού– είναι ουσιαστικά παραγωγική και καταστροφική με μιας: ο τροχός συνδέει την δυνατότητα μεταφοράς και εμπόρευσης του καρπού με αυτή της καταστροφής του, της λεηλασίας, και του φόνου. Το ψωμί, από την άλλη, είναι το κατ’ εξοχήν επίτευγμα της συνύπαρξης και της φροντίδας, και ο πολιτικός του ρόλος στην ιστορία είναι αδιαφοροποίητα βασισμένος στην στέρησή του: η στέρηση του ψωμιού είναι το οικουμενικό σύμβολο της στέρησης ως τέτοιας. Από τις μεσαιωνικές εξεγέρσεις σε περιόδους ασιτίας, στην γαλλική (“ας φάνε παντεσπάνι!”) και την ρωσική επανάσταση (βλ. σχετική σεκάνς για τις όλο και μικρότερες μερίδες ψωμιού στον Οκτώβρη του Άιζενσταϊν), στις σύγχρονες εξεγέρσεις στην Βόρεια Αφρική, η έλλειψη ψωμιού μεταφράζεται σε απόσυρση των βασικών προϋποθέσεων επιβίωσης του είδους, σε έλλειψη του επιούσιου, του καθημερινά απαραίτητου.
Μια υλιστική μακροϊστορία του είδους θα όφειλε να δείξει τον δέοντα σεβασμό σ’ αυτό το ταπεινό μείγμα νερού, βακτηρίων και σιταριού με το οποίο ο άνθρωπος έμαθε να θρέφει το σώμα του και το σώμα των γύρω του.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Είναι φόνος

Στη Βιρτζίνια το Σεπτέμβριο του 2010, η Τερέζα Λιούις εκτελέστηκε με θανατηφόρο ένεση. Ουδείς θα τιμωρηθεί για τη δολοφονία της, επειδή είχε καταδικαστεί νομίμως σε θάνατο. Είχε οργανώσει τη δολοφονία του συζύγου της και του θετού γιου της - κάτι που βεβαίως είναι αντίθετο με τον νόμο-, ενώ εκείνοι που τη σκότωσαν το έκαναν με την ευλογία των Αρχών. 
Θα έπρεπε ίσως να επαναδιατυπώσουμε την Εκτη Εντολή ως εξής: «Ου φονεύσεις άνευ αδείας». Στο κάτω-κάτω, επί αιώνες λατρέψαμε τις σημαίες που έφεραν οι στρατιώτες, οι οποίοι στον πόλεμο είχαν την άδεια να σκοτώνουν, όπως ακριβώς και ο Τζέιμς Μποντ. 
Και σήμερα ο ιρανός πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ έχει, σύμφωνα με πληροφορίες, ανταποκριθεί στις εκκλήσεις από τη Δύση για επιείκεια υπέρ μιας γυναίκας που φέρεται να έχει διαπράξει μοιχεία και έχει καταδικαστεί σε θάνατο διά λιθοβολισμού. Η εκτέλεση της ποινής έχει ανασταλεί, αλλά οι ιρανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι παραμένει σε ισχύ λέγοντας στην πραγματικότητα: Διαμαρτύρεστε επειδή θέλουμε να σκοτώσουμε νόμιμα μια ιρανή γυναίκα, όταν εσείς σκοτώνετε νόμιμα μια Αμερικανίδα; 
Μια πρώτη αντίδραση στη λογική του Αχμαντινετζάντ είναι ότι η Αμερικανίδα σχεδίασε τη δολοφονία του συζύγου της, ενώ η Ιρανή, η Σακινέχ Μοχαμάντι Αστιάνι, ήταν απλώς άπιστη στον άνδρα της. Και η Αμερικανίδα πέθανε χωρίς να πονέσει, ενώ η Ιρανή κινδυνεύει να πεθάνει με έναν άγριο τρόπο. Μια απάντηση τέτοιου είδους υποδηλώνει δύο πράγματα: ότι ενώ μια άπιστη σύζυγος θα έπρεπε να τιμωρηθεί με ένα διαζύγιο χωρίς διατροφή, είναι αποδεκτό να τιμωρείς μια δολοφόνο με τη θανατική ποινή - εφόσον ο τρόπος της εκτέλεσης δεν είναι πολύ οδυνηρός.
Αν η κρίση μας δεν ήταν τόσο νεφελώδης, θα έπρεπε ίσως να δούμε το ευρύτερο επιχείρημα: ότι ακόμη και οι δολοφόνοι δεν πρέπει να καταδικάζονται σε θάνατο, ότι οι κοινωνίες δεν πρέπει να σκοτώνουν τους πολίτες τους- ακόμη και αν η διαδικασία είναι σχετικά ανώδυνη. Πώς θα μπορούσαν οι πολίτες των δημοκρατικών χωρών να απαντήσουν στον ηγέτη μιας μάλλον μη δημοκρατικής χώρας όταν μας ζητάει να μην επικρίνουμε τη θανατική ποινή στο Ιράν - δεδομένου ότι ορισμένες δυτικές χώρες διατηρούν τη θανατική ποινή;
 

Η κατάσταση είναι μάλλον άχαρη και θα ήθελα να μάθω αν εκείνοι οι Δυτικοί - στους οποίους περιλαμβάνεται η πρώτη κυρία της Γαλλίας Κάρλα Μπρούνι-Σαρκοζί - που διαμαρτύρονται για τη θανατική ποινή στο Ιράν έχουν διαμαρτυρηθεί και για την ίδια ποινή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποψιάζομαι ότι πολλοί δεν το έχουν κάνει. Οι Δυτικοί έχουν γίνει εντελώς αναίσθητοι μπροστά στον μεγάλο αριθμό νόμιμων εκτελέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μας προξενεί ωστόσο φρίκη η ιδέα ότι μια γυναίκα μπορεί να πεθάνει με τόσο μαρτυρικό τρόπο στο Ιράν.
Δεν είμαι απαθής μπροστά σε αυτό: Οταν μου έστειλαν να υπογράψω μια έκκληση διαμαρτυρίας για τον λιθοβολισμό της Αστιάνι, την υπέγραψα αμέσως. Την ίδια στιγμή παρέβλεψα το γεγονός ότι η Τερέζα Λιούις από τη Βιρτζίνια θα οδηγούνταν σε εκτέλεση. Εμείς στη Δύση θα είχαμε άραγε διαμαρτυρηθεί το ίδιο αν η Αστιάνι είχε καταδικαστεί σε θάνατο με θανατηφόρο ένεση; Είμαστε αγανακτισμένοι με τον λιθοβολισμό ή με την εκτέλεση όσων παραβιάζουν την Εβδομη Εντολή - «Ου μοιχεύσεις» - και όχι την Εκτη; Δεν ξέρω, αλλά είναι γεγονός ότι οι ανθρώπινες αντιδράσεις είναι συχνά ενστικτώδεις και παράλογες.

Τον περασμένο Αύγουστο έπεσα επάνω σε έναν διαδικτυακό τόπο που περιέγραφε αρκετούς τρόπους για να μαγειρέψεις μια γάτα. Είτε επρόκειτο περί αστείου είτε για κάτι σοβαρό, οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των ζώων από όλον τον κόσμο ξεσηκώθηκαν. Λατρεύω τις γάτες. Είναι από τα λίγα πλάσματα που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τα αφεντικά τους - αντιθέτως εκμεταλλεύονται τα αφεντικά τους με ολύμπιο κυνισμό - και η αγάπη τους για το σπίτι σκιαγραφεί μια μορφή πατριωτισμού. Ετσι θα επαναστατούσα αν μου έφερναν ένα πιάτο με γάτα ψητή. Από την άλλη πλευρά, θεωρώ τα κουνέλια το ίδιο χαριτωμένα με τις γάτες, αλλά δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να τα φάω. Σκανδαλίζομαι που βλέπω σκυλιά να τρέχουν ελεύθερα σε κινεζικά σπίτια και να παίζουν με τα παιδιά, όταν όλοι γνωρίζουν ότι θα φαγωθούν στο τέλος της χρονιάς. Αλλά τα γουρούνια - ζώα ιδιαιτέρως ευφυή, όπως μου λένε - κυκλοφορούν στις φάρμες της Δύσης και ελάχιστοι άνθρωποι ανησυχούν για το γεγονός ότι προορίζονται για ζαμπόν. Τι μας αναγκάζει να θεωρούμε ότι ορισμένα ζώα δεν είναι για φάγωμα όταν τους δίνουμε ανθρώπινη μορφή, ενώ βρίσκουμε άλλα αξιολάτρευτα δημιουργήματα - μοσχαράκια, για παράδειγμα ή αρνάκια - εύγευστα;
Εμείς οι άνθρωποι είμαστε περίεργα πλάσματα, ικανοί να δώσουμε πολλή αγάπη αλλά και να επιδείξουμε τρομακτικό κυνισμό, έτοιμοι να προστατεύσουμε ένα χρυσόψαρο και να βράσουμε ζωντανό έναν αστακό, να συνθλίψουμε μια σαρανταποδαρούσα χωρίς τύψεις και να χαρακτηρίσουμε βάρβαρο τον φόνο μιας πεταλούδας. Ομοίως, υιοθετούμε διαφορετική στάση μπροστά σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις θανατικής ποινής - μας σκανδαλίζει η μία, ενώ κλείνουμε τα μάτια στην άλλη.
Μπαίνω καμιά φορά στον πειρασμό να συμφωνήσω με τον ρουμάνο συγγραφέα Εμίλ Μιχάι Σιοράν, ο οποίος υποστήριζε ότι η δημιουργία, από τη στιγμή που ξέφυγε από τα χέρια του Θεού, πρέπει να αφέθηκε στα χέρια ενός άλλου Δημιουργού: σε έναν αδέξιο μαστροχαλαστή, ίσως και λίγο μπεκρούλιακα, που έπιασε δουλειά έχοντας πολύ μπερδεμένες ιδέες στο μυαλό του.


του Ουμπέρτο Έκο, Νοέμβριος 2010

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Χάουαρντ Ζιν

«Οι μικρές πράξεις αντίστασης στην εξουσία, αν δεν το βάζεις κάτω, μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Συνηθισμένοι άνθρωποι είναι ικανοί για ασυνήθιστες πράξεις θάρρους».

«Δεν μπορείς να μένεις ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται».  

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

«Μπήκα στην Πολεμική Αεροπορία αρχές του 1943-είκοσι χρονών- έτοιμος να πολεμήσω τους Ναζί».
Έτσι αρχίζει ένα ακόμα κεφάλαιο της πολυτάραχης ζωής του Χάουαρντ Ζιν που συνδέθηκε και με τη γνωριμία του με τη Ροζλίν Σέχτερ, το κορίτσι με πρόσωπο Ρωσίδας καλλονής, με το οποίο μοιράζονταν «κοινές απόψεις για τον κόσμο, τον πόλεμο, το φασισμό και το σοσιαλισμό» και έμελλε να γίνει η σύντροφος της ζωής του.
Μετά το μήνα του μέλιτος και ενώ ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η μονάδα του Ζιν μεταφέρθηκε στην Αγγλία. Όπως περιγράφει ο ίδιος: «Ένα βράδυ μας ξύπνησαν στη 1π.μ. και είπαν ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε για μια ακόμη αποστολή. Δεν ήταν όπως στις ταινίες, όπου ο Ρόμπερτ Τέιλορ σηκώνεται απ' το κρεβάτι, ορμάει στο πιλοτήριο και φεύγει. Πέντε ώρες πέρασαν από το ξύπνημα μέχρι την απογείωση, την αυγή. Ο αρμόδιος αξιωματικός μάς ενημέρωσε για την αποστολή. Επρόκειτο να βομβαρδίσουμε μια μικρή πόλη ονόματι Ρουαγιάν κοντά στο Μπορντό, στις ακτές του Ατλαντικού. Κοιταχτήκαμε: να βομβαρδίσουμε μια γαλλική πόλη; Τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη περάσει τη Γαλλία, είχαν μπει για καλά στη Γερμανία. Η εξήγηση δόθηκε: υπήρχαν μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες που είχαν καταφύγει στη Ρουαγιάν περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος κι εμείς έπρεπε να τους βγάλουμε απ' τη μέση. Και δεν θα είχαμε στη βομβοθήκη μας το σύνηθες φορτίο από δώδεκα βόμβες ισοπέδωσης βάρους διακοσίων κιλών η καθεμία. Αντ' αυτού κάθε βομβοθήκη είχε κάτι καινούργιο: 30 κάνιστρα, 45 κιλών το καθένα, με "πηχτή βενζίνη"-κολλώδες πυρ. Δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη, αλλά πολύ μετά τον πόλεμο συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για πρώιμη χρήση ναπάλμ.
Έτσι καταστρέψαμε τις γερμανικές δυνάμεις (1200 "ιπτάμενα φρούρια" βομβάρδισαν αρκετές χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες!)-καθώς και τον γαλλικό πληθυσμό της Ρουαγιάν. Μετά τον πόλεμο, διάβασα ένα άρθρο του ανταποκριτή των "New York Times" στην περιοχή: "Περί τους 350 άμαχους, ζαλισμένοι ή πληγωμένοι...σύρθηκαν από τα ερείπια και είπαν αργότερα ότι η αεροπορική επίθεση ήταν "μια κόλαση που ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε".
Στα ύψη από τα οποία οποία κάναμε το βομβαρδισμό -8-9 χιλιάδες μέτρα- δεν βλέπαμε κόσμο, δεν ακούγαμε κραυγές, δεν βλέπαμε αίμα και κομμένα μέλη. Θυμάμαι μόνο να βλέπω τα κάνιστρα ν' ανάβουν σαν σπίρτα και να πέφτουν φλεγόμενα στο έδαφος. Ψηλά στον ουρανό, εγώ απλώς "έκανα τη δουλειά μου" -η εξήγηση που δίνεται σε όλη την Ιστορία, κάθε φορά που οι πολεμιστές διαπράττουν φρικαλεότητες.
Ο πόλεμος τέλειωσε σε τρεις εβδομάδες. Δεν άκουσα κανέναν ν' αμφισβητεί την επιδρομή στη Ρουαγιάν, το γιατί ήταν απαραίτητη. Ούτε εγώ την αμφισβήτησα. Δεν θα μου περνούσε απ' το μυαλό να σηκωθώ εκείνο το πρωί, καθώς γινόταν η ενημέρωση, και να ρωτήσω: Γιατί σκοτώνουμε κι άλλο κόσμο, αφού ο πόλεμος τέλειωνε;
(...) Μόνο μια στιγμή σ' ολόκληρο τον πόλεμο μπήκαν στο μυαλό μου κάποιες αμφιβολίες για την απόλυτη ορθότητα των πράξεών μας. Είχα πιάσει φιλίες μ' ένα πυροβολητή από άλλο πλήρωμα. Είχαμε κάτι κοινό σ' εκείνη τη λογοτεχνική έρημο της αεροπορικής βάσης: κι οι δυο μας διαβάζαμε και μας ενδιέφερε η πολιτική. Κάποια στιγμή με κατέπληξε λέγοντας, "Ξέρεις, αυτός δεν είναι πόλεμος ενάντια στο φασισμό. Είναι πόλεμος επικράτησης. Αγγλία, Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ένωση είναι όλα διαφθαρμένα κράτη, δεν έχουν κανένα ηθικό ενδοιασμό με τον χιτλερισμό, απλώς θέλουν κι αυτοί να κυβερνήσουν τον κόσμο. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος".
"Κι εσύ γιατί βρίσκεσαι εδώ;" ρώτησα.
"Για να μιλώ σε ανθρώπους σαν και σένα".
Εκείνον τον καιρό δεν πείστηκα για όσα έλεγε, όμως με έβαλαν σε σκέψεις και ποτέ δεν τα ξέχασα (...) Η Χιροσίμα και η Ρουαγιάν έπαιξαν βασικό ρόλο στο να επανεξετάσω σταδιακά όσα άλλοτε αποδεχόμουν χωρίς αμφισβήτηση - την απόλυτη ηθική ορθότητα του πολέμου ενάντια στο φασισμό. (...) Δεν υπάρχει, στους νεότερους χρόνους, άλλος πόλεμος που να έχει γίνει πιο αποδεκτός ως δίκαιος, σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι φασίστες εχθροί ήταν τόσο απόλυτα σατανικοί ώστε απαγόρευαν κάθε αμφισβήτηση. Ήταν αναντίρρητα οι "κακοί" κι εμείς ήμασταν οι "καλοί", οπότε, άπαξ και είχαμε λάβει αυτήν την απόφαση, δεν υπήρχε καμία εμφανής ανάγκη να σκεφτούμε αυτό που κάναμε. Όμως, επανεξετάζοντας τις πολεμικές μου εμπειρίες και διαβάζοντας ιστορία, είχα καταλάβει πώς το περιβάλλον του πολέμου αρχίζει να κάνει τους αντίπαλους πανομοιότυπους.
Αυτό ίσχυε από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης τον 5ο αι. π.Χ. Η Αθήνα, το "λίκνο της δημοκρατίας", ένας παράδεισος εξαιρετικής τέχνης και λόγου, ήταν οι "καλοί". Η Σπάρτη, απολυταρχική και βλοσυρή, ήταν οι "κακοί". Όμως, καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, οι Αθηναίοι διέπρατταν όλο και περισσότερες φρικαλεότητες - σφάζοντας αδιακρίτως και υποδουλώνοντας γυναικόπαιδα.
Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εμείς -οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Αγγλία, ο "πολιτισμένος κόσμος"- είχαμε διατρανώσει τη φρίκη μας απέναντι στο νέο φαινόμενο του σύγχρονου εναέριου πολέμου, τον αδιάκριτο βομβαρδισμό του άμαχου πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Ο βομβαρδισμός της Σαγκάης από τους Ιάπωνες, ο βομβαρδισμός άοπλων Αφρικανών στην Αιθιοπία από τους Ιταλούς, οι βόμβες που ρίχτηκαν κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο στη Μαδρίτη, οι βομβαρδισμοί του Κόβεντρι και του Ρότερνταμ από τους Γερμανούς. Μα, βέβαια, τι μπορείς να περιμένεις από φασίστες!
Έπειτα μπήκαμε κι εμείς στον πόλεμο και κάναμε το ίδιο πράγμα, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Η Ρουαγιάν ήταν ένα γεγονός ήσσονος σημασίας. Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης από βρετανικά και αμερικανικά αεροσκάφη (συμβάν που πραγματεύεται ο Κερτ Βόνεγκατ με τον ιδιότυπο τρόπο του στο αξέχαστο "Σφαγείο Νο 5") σκότωσε τουλάχιστον 35.000, ίσως μέχρι και 100.000, ανθρώπους. Εμπρηστικές βόμβες αφαίρεσαν όλο το οξυγόνο από την πόλη, φέρνοντας θυελλώδεις ανέμους που έκαναν τις φλόγες να λυμαίνονται τους δρόμους, σ' αυτό το φαινόμενο που ονομάστηκε πύρινη λαίλαπα. Ο βομβαρδισμός των εργατικών συνοικιών των γερμανικών πόλεων -με φόρο αίματος που έφτασε ίσως το μισό εκατομμύριο νεκρούς- υπήρξε συνειδητή επιλογή του Ουίνστον Τσόρτσιλ και των συμβούλων του, με την οποία συμφώνησε η αμερικανική ανώτερη διοίκηση, για να σπάσουν το ηθικό του γερμανικού έθνους.
Όσο περισσότερα διάβαζα, όσο περισσότερο σκεφτόμουν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο ενισχυόταν η πίστη μου ότι η ατμόσφαιρα του πολέμου αποκτηνώνει όλους τους εμπλεκόμενους, γεννάει ένα φανατισμό, στον οποίο ο αρχικός ηθικός παράγοντας θάβεται κάτω από τη σωρεία των αγριοτήτων που διαπράττονται απ' όλες τις πλευρές.
Τη δεκαετία του '60 η παλιά μου πίστη σ' έναν "δίκαιο πόλεμο" κατέρρεε. Έφτανα στο συμπέρασμα ότι, ενώ σαφώς υπάρχουν στον κόσμο εχθροί της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ο ίδιος ο πόλεμος είναι ο πιο άθλιος απ' όλους τους εχθρούς. Κι ότι, παρόλο που κάποιες κοινωνίες μπορούν εύλογα να ισχυριστούν ότι είναι πιο φιλελεύθερες, πιο δημοκρατικές και ανθρωπιστικές από άλλες, η διαφορά δεν είναι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογήσει τη μαζική, αδιάκριτη σφαγή που περιλαμβάνει ο σύγχρονος πόλεμος».

ΑΡΧΙΣΤΕ ΜΕ ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Φύσει αισιόδοξος ο Αμερικανός διανοούμενος αναφέρεται στο τέλος της αυτοβιογραφίας του σε έναν κόσμο που αλλάζει, εφόσον αλλάζουν οι συνειδήσεις των ανθρώπων.
«Το φυλετικό μίσος και οι διακρίσεις βάσει του φύλου παραμένουν, ο πόλεμος και η βία εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον πολιτισμό μας, έχουμε μια μεγάλη κατώτερη κοινωνικά τάξη από φτωχούς κι απελπισμένους ανθρώπους, κι υπάρχει ένας βαθύς πυρήνας του πληθυσμού που είναι ικανοποιημένος με το πώς έχουν τα πράγματα και φοβάται την αλλαγή.
Αν όμως βλέπουμε μόνο αυτό, έχουμε χάσει την ιστορική προοπτική και τότε είναι σαν να γεννηθήκαμε χθες και να ξέρουμε μόνο τις καταθλιπτικές ειδήσεις στις σημερινές εφημερίδες, στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των βραδινών δελτίων.
Ας σκεφτούμε την εκπληκτική μεταμόρφωση, μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, στην ιδέα που έχει ο κόσμος για το ρατσισμό, στη θαρραλέα παρουσία των γυναικών που διεκδικούν τα δικαιώματά τους, στην αναπτυσσόμενη δημόσια αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν αποτελούν αξιοπερίεργα αλλά ανθρώπους που συναντάμε γύρω μας, στον μακροπρόθεσμα αναπτυσσόμενο σκεπτικισμό σχετικά με τη στρατιωτική παρέμβαση, παρά το σύντομο κύμα φιλοπόλεμης μανίας κατά τον πόλεμο του Κόλπου.
Αυτή τη μακροπρόθεσμη αλλαγή πιστεύω πως πρέπει να λάβουμε υπόψη αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε κάθε ελπίδα (...)
Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά σ' αυτόν τον αιώνα αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στη σκέψη των ανθρώπων, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από την ταχεία καθίζηση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.
Τα δεινά που συμβαίνουν είναι επαναλήψεις δεινών που συνέβαιναν πάντα -πόλεμος, ρατσισμός, κακομεταχείριση γυναικών, θρησκευτικός και εθνικιστικός φανατισμός, πείνα. Τα καλά που συμβαίνουν είναι απρόσμενα.
Απρόσμενα κι όμως ερμηνεύσιμα βάσει κάποιων αληθειών που αντιλαμβανόμαστε πότε πότε, αλλά που τείνουμε να ξεχνάμε: Η πολιτική δύναμη, οσοδήποτε τρομερή, είναι πιο εύθραυστη απ' όσο νομίζουμε (παρατηρήστε τη νευρικότητα εκείνων που την κατέχουν).
Τους απλούς ανθρώπους μπορεί κανείς να τους εκφοβίσει για ένα διάστημα, μπορεί επίσης να τους περιπαίξει για ένα διάστημα, όμως έχουν έναν βαθιά εμπεδωμένο κοινό νου και αργά ή γρήγορα θα βρουν τρόπο να αμφισβητήσουν την εξουσία που τους καταπιέζει. Οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως βίαιοι, σκληροί ή άπληστοι, μολονότι μπορούν να γίνουν τέτοιοι. Οι άνθρωποι, παντού, θέλουν τα ίδια πράγματα: συγκινούνται από τη θέα εγκαταλελειμμένων παιδιών, άστεγων οικογενειών, θυμάτων πολέμου. Θέλουν ειρήνη, φιλία και στοργή, πέραν των φυλετικών κι εθνικών διαχωρισμών.
Η επαναστατική αλλαγή δεν έρχεται σε μία κατακλυσμική στιγμή (τέτοιες στιγμές πρέπει να τις φοβόμαστε!) αλλά σε μία ατέρμονη σειρά εκπλήξεων, διαγράφοντας μια τεθλασμένη γραμμή προς μια καλύτερη κοινωνία.
Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγαλεπήβολες, ηρωικές πράξεις για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται επί εκατομμύρια ανθρώπων, μπορούν ν' αλλάξουν τον κόσμο.
Το να ελπίζει κανείς σε κακές εποχές δεν είναι ανόητα ρομαντικό. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη Ιστορία δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους, ευγένειας. Ο,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και χρόνους -κι είναι τόσο πολλοί- που οι άνθρωποι φέρθηκαν εκπληκτικά, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Κι αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα, και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα κακά γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη».

ΝΤΙΚΕΝΣ

Μεγαλώνοντας στη φτωχογειτονιά του Μπρούκλιν, στη δεκαετία του '30, ο μικρός Χάουαρντ ήταν φανατικός βιβλιοφάγος. «Δεν υπήρχαν βιβλία στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου δεν είχε ποτέ διαβάσει ούτε ένα. Η μητέρα μου διάβαζε αισθηματικά περιοδικά. Κι οι δυο τους διάβαζαν εφημερίδα. Γνώριζαν ελάχιστα για την πολιτική, πέραν του ότι ο Φράνκλιν Ρούζβελτ ήταν καλός άνθρωπος γιατί βοηθούσε τους φτωχούς.
 Όταν όμως ήμουν δέκα χρονών η "New York Post" πρόσφερε ένα σετ με τα άπαντα του Τσαρλς Ντίκενς (που εκείνοι δεν είχαν ακουστά, εννοείται). Χρησιμοποιώντας κουπόνια που έκοβαν από την εφημερίδα, έπαιρναν έναν τόμο την εβδομάδα για λίγα σεντ. Γράφτηκαν συνδρομητές γιατί ήξεραν ότι μ' άρεσε το διάβασμα. Κι έτσι διάβασα τον Ντίκενς στη σειρά με την οποία λαμβάναμε τα βιβλία, αρχίζοντας με τον "Ντέιβιντ Κόπερφιλντ", κατόπιν "Ολιβερ Τουίστ", "Μεγάλες προσδοκίες", "Τα έγγραφα Πίκγουικ", "Δύσκολοι καιροί", "Ιστορία δυο πόλεων".
Δεν ήξερα τι θέση είχε ο Ντίκενς στην ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας, αφού ήταν ο μόνος γνωστός μου εκπρόσωπος αυτής της λογοτεχνίας. Δεν ήξερα ότι ήταν ο δημοφιλέστερος, μάλλον, μυθιστοριογράφος στον αγγλόφωνο κόσμο (κι ίσως σε όλον τον κόσμο) περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ούτε ότι ήταν μεγάλος ηθοποιός κι έκανε αναγνώσεις των έργων του προσελκύοντας πλήθη ανθρώπων, ούτε ότι, όταν στα τριάντα του, επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1842, αποβιβάστηκε στη Βοστόνη, όπου κάποιοι από τους αναγνώστες του είχαν έρθει από την άγρια Δύση, ταξιδεύοντας τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον δουν.
Αυτό που ήξερα ήταν ότι μου ξυπνούσε θυελλώδη αισθήματα. Κατ' αρχάς, οργή για την αυθαίρετη εξουσία, φουσκωμένη από τα πλούτη και διατηρημένη χάρη στο νόμο. Προπάντων όμως μια βαθύτατη συμπόνια για τους φτωχούς. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου φτωχό με την έννοια που ήταν φτωχός ο Όλιβερ Τουίστ. Δεν συνειδητοποιούσα ότι η ιστορία του με συγκινούσε τόσο επειδή η ζωή του άγγιζε χορδές της δικής μου ζωής.
Πόσο σοφός ήταν ο Ντίκενς, να κάνει τους αναγνώστες του να αισθανθούν τη φτώχεια και τη σκληρότητα μέσα από τη μοίρα των παιδιών, που δεν είχαν αγγίξει την ηλικία στην οποία οι υποκριτικές και ευκατάστατες τάξεις θα μπορούσαν να τα κατηγορήσουν ότι ήταν υπαίτια για τη μιζέρια τους.
Σήμερα, διαβάζοντας πλαδαρά, μουδιασμένα μυθιστορήματα περί "σχέσεων" ανακαλώ την αδιάντροπη διέγερση των συναισθημάτων από τον Ντίκενς, τους ξεκαρδιστικά αστείους χαρακτήρες του, τα επικά σκηνικά του -πόλεις γεμάτες πείνα κι εξαθλίωση, χώρες επαναστατημένες, όπου διακυβεύονταν η ζωή κι ο θάνατος, όχι μόνο για μια οικογένεια, αλλά για χιλιάδες(...)
Για τα γενέθλιά μου όταν έκλεινα τα δεκατρία, οι γονείς μου, που ήξεραν ότι έγραφα σε σημειωματάρια, μου αγόρασαν μία ανακατασκευασμένη/ μεταχειρισμένη γραφομηχανή Underwood. Μαζί υπήρχε κι ένα βιβλίο πρακτικής για τη μάθηση του τυφλού συστήματος και σύντομα έγραφα ανασκοπήσεις/περιλήψεις όλων των βιβλίων που διάβαζα και τις έβαζα στο συρτάρι μου. Ποτέ δεν τις έδειξα σε κανέναν. Μου έδινε χαρά και περηφάνια το να ξέρω ότι είχα διαβάσει αυτά τα βιβλία κι έγραφα γι' αυτά -σε μια γραφομηχανή».

Η ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Μόλις είχε πάρει το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια όταν, τον Αύγουστο του 1956, ο Ζιν αποφάσισε να αναλάβει στο «μαύρο κολέγιο» Σπέλμαν της Τζόρτζια το τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικών Επιστημών.
«Ήταν σάμπως να υπήρχε μια άγραφη, ανείπωτη συμφωνία ανάμεσα στη λευκή δομή εξουσίας της Ατλάντα και τις διευθύνουσες αρχές των κολεγίων της μαύρης κοινότητας: Εμείς οι λευκοί θ' αφήσουμε εσάς του έγχρωμους να έχετε το κολεγιάκι σας. Μπορείτε να εκπαιδεύετε τα έγχρωμα κορίτσια σας για να υπηρετούν την κοινότητα των νέγρων, να γίνονται δασκάλες και κοινωνικές λειτουργοί, ίσως ακόμη και γιατροί και δικηγόροι. Δεν θα σας πειράξουμε. Μπορείτε ακόμη και να έχετε κάποιους λευκούς στο προσωπικό σας. Τα Χριστούγεννα, κάποιοι από μας τους λευκούς μπορεί να έρθουμε στο Σπέλμαν και ν' ακούσουμε την περίφημη χορωδία του. Ως αντάλλαγμα, εσείς δεν θ' ανακατεύεστε με τον δικό μας τρόπο ζωής.
Επικυρώνοντας και συμβολικά αυτή τη συμφωνία, ο χώρος του κολεγίου περιβαλλόταν από έναν πέτρινο τοίχο ύψους τριάμισι μέτρων, που σε κάποια σημεία έδινε τη θέση του σε αγκαθωτό συρματόπλεγμα.
(...) Ήμουν ήδη ένα εξάμηνο στο Σπέλμαν, όταν, τον Ιανουάριο του 1947, οι φοιτήτριες μου κι εγώ είχαμε μια μικρή αντιπαράθεση με το νομοθετικό σώμα της Τζόρτζια. Είχαμε αποφασίσει να παρακολουθήσουμε μια συνεδρία του. Ο σκοπός μας ήταν απλώς να δούμε τους νομοθέτες να κάνουν τη δουλειά τους. Όταν όμως φτάσαμε, είδαμε κάτι που έπρεπε να περιμένουμε: ότι υπήρχε ένας μικρός χώρος στο πλάι της αίθουσας με την ένδειξη: "έγχρωμοι". Οι φοιτήτριες το συζήτησαν για λίγο κι αποφάσισαν ν' αγνοήσουν τα σήματα και να καθίσουν στον κεντρικό χώρο, που ήταν λίγο-πολύ άδειος. Μόλις η ομάδα μας, περίπου 30 άτομα, κάθισε στις θέσεις, ξέσπασε πανικός. Το νομοσχέδιο περί αλιείας λησμονήθηκε. Ο πρόεδρος του Σώματος έμοιαζε να είχε πάθει κρίση αποπληξίας. Όρμησε στο μικρόφωνο και φώναξε, "Αραπίνες, πηγαίνετε στο χώρο σας! Στην Πολιτεία της Τζόρτζια έχουμε διαχωρισμό".
Τα μέλη του νομοθετικού σώματος είχαν τώρα σηκωθεί όρθια και μας φώναζαν, αντηχώντας αλλόκοτα στη μεγάλη, θολωτή αίθουσα. Η αστυνομία δεν άργησε να φανεί και να προχωρήσει απειλητικά προς το μέρος μας. Και πάλι το συζητήσαμε, ενώ η ένταση στην αίθουσα αυξανόταν. Αποφασίσαμε να βγούμε στον προθάλαμο κι έπειτα να ξαναμπούμε και να καθίσουμε στο χώρο για τους "έγχρωμους", εμού συμπεριλαμβανομένου.
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από εκείνες τις παράξενες σκηνές που δημιουργούνταν συχνά από τα παράδοξα του ρατσιστικού όσο και αβρού Νότου. Ήρθε προς το μέρος μου ένας φρουρός και με ατένισε πολύ προσεκτικά, προφανώς επειδή αδυνατούσε να αποφανθεί αν ήμουν "λευκός" ή "έγχρωμος", και κατόπιν ρώτησε από πού προερχόταν αυτή η ομάδα επισκεπτών. Του απάντησα. Αμέσως μετά, ο πρόεδρος του Σώματος πήγε στο μικρόφωνο, διακόπτοντας και πάλι κάποιον νομοθέτη και δήλωσε με επίσημο τόνο, «Τα μέλη του νομοθετικού σώματος της Πολιτείας της Τζόρτζια θα ήθελαν να απευθύνουν ένα θερμό καλωσόρισμα προς την επισκεπτόμενη αντιπροσωπεία του Κολεγίου Σπέλμαν"».

αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Ανθρώπου Χάουαρντ Ζιν