Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Περί παλινόρθωσης

Η αγάπη είναι αυστηρά επαναστατική πράξη. Για αυτό και οι αντεπεναστατικοί καιροί έχουν επενδύσει πολλά στον ευτελισμό της, δηλητηριάζοντάς την με το ανεπαίσθητο φαρμάκι του κυνισμού. Σε εποχές παλινόρθωσης, η αγάπη είναι βρώμικη λέξη· βρίσκεται έγκλειστη στα κάτεργα της γλώσσας, υπό το άυπνο βλέμμα εισαγωγικών και την κατασταλτική ισχύ προϋποθέσεων.

Αυτό που η αγάπη μοιράζεται με την ποίηση και την επανάσταση είναι ότι όλες ασκούν την τέχνη της παύσης της βλακώδους κίνησης του κόσμου. Γιατί το κρυφό όνομα αυτής της κίνησης είναι πάντοτε ο θάνατος. Όπως η ποίηση και η επανάσταση, η αγάπη βουτάει τον κόσμο απ' το γιακά και τον αναγκάζει να σταματήσει το μηχανικό του χορό με την εντροπία.

Το πρόσωπο της παλινόρθωσης δεν είναι πουθενά πιο ορατό από ότι στην μηχανική επάρκεια με την οποία η ζωτικότητα της σκέψης αντικαθίσταται από κίβδηλες προσομοιώσεις της. Έχοντας γίνει εντελώς ξεδιάντροπη, η κενότητα επιδεικνύει τα κάλη της λες και είναι η βαθύτερη σοφία. Υπό τέτοιες συνθήκες, αυτός που επιμένει στην έντρομη ευθύνη και την ατρόμητη δύναμη που κουβαλάει η πραγματική σκέψη καταλήγει να γίνεται αντιληπτός ως απλά κακότροπος.

Είναι πράξη ταπεινότητας αλλά και σωφροσύνης να αποκαλεί κανείς τους καιρούς όπου ξοδεύεται η ζωή μας σήμερα με τ' όνομά τους: παλινόρθωση. Μπορεί έτσι να αναπτύξει τις αντοχές που χρειάζονται για να αντιμετωπίσει τον κυνικό ευτελισμό της αγάπης και την παρακμή της ποίησης ως συνθήκες του παρόντος και όχι ως ελείμματα που θα μπορούσαν να υπερκεραστούν μέσω των όποιων, απλόχερα προσφερόμενων, τεχνικών εκπαίδευσης. Έτσι όμως αναπτύσει συνάμα κανείς και τη αποφασιστικότητα να προστατέψει τα ονόματα που έχουν σημασία από το σφετερισμό, να αντιπαραθέσει το ερειπωμένο μεγαλείο των αληθινών ονομάτων στην ποταπή οικειότητα των κίβδηλων. Αυτό το απαρηγόρητα αρνητικό καθήκον παραμένει ζωτικό σήμερα.
 
Ο Γκράμσι είπε κάποτε ότι το καθήκον αυτών που ζουν εν μέσω αντεπαναστατικών καιρών είναι να συμφιλιωθούν με την προοπτική της μοίρας να γίνουν όχι καρπός αλλά κοπριά. Το είναι-κοπριά: ένα εγχείρημα που απαιτεί τόσο την ταπεινότητα με την οποία αναγνωρίζεις τη διαφορά σου απ' τον καρπό, όσο και την σωφροσύνη του διαχωρισμού της θέσης σου από αυτή του απλού περιττώματος.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένη ταυτότητα

«Ένα αριστερό εξτρέμ μας λείπει και δεν θα παιζόμαστε φέτος», είπε ο Γυαλάκιας τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του πέρα από τα κάγκελα του μπαλκονιού.
«Τι να το κάνετε το εξτρέμ; Έχετε τον επόπτη γραμμών σε κάθε αγώνα», κορόιδεψε ο Σίλβερ.
«Οι επόπτες δεν σεντράρουν», απάντησε ο Γυαλάκιας.
«Εντάξει, πάρτε και τον διαιτητή να σας δίνει πέτσινα πέναλτι και καθαρίσατε», είπε ο Σίλβερ. 

Ο Γυαλάκιας φόλα γαύρος κι ο Σίλβερ βάζελος, η κουβέντα περί ποδοσφαίρου λοιπόν ήταν μια κάποια λύση για τη βαρεμάρα του απογευματινού καφέ στο μπαλκόνι του Σίλβερ. Τουλάχιστον μέχρι να ξαναβγεί η γκόμενα της απέναντι πολυκατοικίας για άπλωμα εσωρούχων. Τον Σίλβερ βασικά τον λέγανε Ασημάκη και ήταν κατίμαυρος σα Βεδουίνος, αλλά η παρέα τού είχε κολλήσει το σχετικό παρατσούκλι μάλλον λόγω συνδυασμού βαφτιστικού ονόματος και χρώματος οφθαλμών -γαλαζοπράσινο. Ήταν και φιλότιμο παιδί ο Σίλβερ, έβαζε πάντα πλάτη στις δύσκολες δουλειές και φώναζε τότε η παρέα «χάι γιό Σίλβερ!» σε στυλ Λόουν Ρέιντζερ. Τον Γυαλάκια τον λέγανε έτσι επειδή ήταν γυαλάκιας -προφανώς.
«Έχει πάντως καταντήσει αηδία η κουβέντα περί διαιτησίας», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Ε, σταματήστε να στήνετε διαιτητές τότε», πρότεινε ο Σίλβερ.
«Κάτσε ρε φίλε -θες να πεις οτι δεν είμαστε καλύτερη ομάδα από σας; Αυτό θες να πεις δηλαδή;» εκνευρίστηκε ο Γυαλάκιας.
«Γιατί είσαστε καλύτεροι; Επειδή παίρνετε τα σικέ πρωταθλήματα στην Ελλάδα; Στην Ευρώπη εμάς μας βγάζουν το καπέλο κι εσάς σας έχουν για να γελάνε», είπε με σοβαρό ύφος ο Σίλβερ.
«Ε, τώρα είσαι μαλάκας! Γέλαγε μαζί μας η Βέρντερ που τη γαμήσαμε μέσα-έξω;» κόρωσε ο Γυαλάκιας.
«Σιγά τ΄αυγά!» ξεφύσησε ο Σίλβερ, βγάζοντας καπνό μέχρι κι απ΄τα αυτιά του. «Τη Βέρντερ κι εμείς για πλάκα την είχαμε».
«Ναι, αλλά τη Ρεάλ;» επέμεινε ο Γυαλάκιας.
«Τι τη Ρεάλ;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Δεν την ξεσκίσαμε μέσα στο Μπερναμπέου;»
«Εσείς;» κορόιδεψε ο Σίλβερ.
«Εμείς!» ζούληξε νευρικά το τσιγάρο του στο τασάκι ο Γυαλάκιας.
«4-2 δε χάσατε;» ρώτησε δήθεν αθώα ο Σίλβερ.
«Χάσαμε ναι. Αλλά τους ξεσκίσαμε -με 10 παίκτες παίζαμε και τους είχαμε ισοπαλία μέχρι το 80φεύγα!»
«Αλλά στο τέλος χάσατε 4-2!» επέμεινε ο Σίλβερ.
«Ε, τι σημασία έχει αυτό;» αγανάκτησε ο Γυαλάκιας.
«Έλα ντε!» γέλασε ο Σίλβερ. «Τι σημασία έχει μια ακόμα τεσσάρα για σας! Συνηθισμένοι είσαστε άλλωστε!»
«Κάτσε ρε φίλε, να το πάμε αλλιώς επειδή θα τρελαθούμε εδώ πέρα!» άναψε κολλητά το τσιγάρο του από τη γόπα του προηγούμενου ο φουντωμένος Γυαλάκιας. «Ας πάρουμε την Ελληνική Ιστορία». 

«Τι δουλειά έχει η Ελληνική Ιστορία με τις τεσσάρες σας στην Ευρώπη;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Έχει -όλα έχουν», είπε ο Γυαλάκιας. «Πάρε ας πούμε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».
«Ωχ Παναγία μου!» αναστέναξε ο Σίλβερ.
«Λοιπόν, σε ρωτάω. Γιατί γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;» απαίτησε να μάθει ο Γυαλάκιας.
«Επειδή ξεκωλιάσαμε τους Ιταλούς και κρατήσαμε στα οχυρά τους Γερμανούς», απάντησε ο Σίλβερ.
«Ναι αλλά χάσαμε!» πανηγύρισε ο Γυαλάκιας.

«Τι μαλακίες μου λες τώρα;» απηύδησε ο Σίλβερ.
«Λέω οτι όσο ξεσκίσαμε τις Δυνάμεις του Άξονα στον Βου Παγκόσμιο, άλλο τόσο ξέσκισε κι ο Θρύλος τη Ρεάλ. Διάλεξε λοιπόν. Ή ο Θρύλος έχει ξεφτιλίσει τις μισές ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις στην Ευρώπη ή έχουμε, σαν έθνος, πάνω από 2000 χρόνια να ρεφάρουμε σε πόλεμο», είπε ο Γυαλάκιας.
«Καλά τώρα! Συγκρίνεις ανόμοια και βγάζεις ότι θες!» αγανάκτησε ο Σίλβερ.
«Γιατί;» του χώθηκε ο Γυαλάκιας. «Δεν μας πήραν τα σώβρακα οι Γερμανοί στα οχυρά;»
«Όχι ρε φίλε δεν μας τα πήραν! Γι΄αυτό άλλωστε όταν βγήκαν οι δικοί μας στάθηκε προσοχή και τους χαιρέτησε ο επικεφαλής των Γερμανών!» άρχισε να τα παίρνει με τη σειρά του ο Σίλβερ.
«Ναι ε;» ειρωνεύτηκε ο Γυαλάκιας. «Κι ο Ραούλ έτρεξε να σφίξει το χέρι του Νικοπολίδη, αλλά το γκολάκι του το είχε κολλήσει πριν. Τι να το κάνω λοιπόν; Ας μην μας έβαζε γκολ το κωλόπαιδο κι ας έβριζε μετά τις μανάδες και τις αδερφές ακόμα και των αναπληρωματικών!»
«Α, μάλιστα! Τώρα δηλαδή σε καίει το αποτέλεσμα!» ψευτοθαύμασε ο Σίλβερ.
«Εμένα δε με καίει τίποτα. Εσύ είπες προηγουμένως οτι το σκορ μετράει και όχι το αν παίξαμε καλά. Αν μετράει λοιπόν το σκορ, μας πηδάνε κανονικά από Μετά Χριστόν και δώθε επειδή δεν έχουμε κερδίσει ούτε παρτίδα τάβλι σε διεθνές επίπεδο!»
«Μαλακίες μου λες. Δεν απελευθερωθήκαμε μετά την επανάσταση του '21; Δεν κερδίσαμε στους Βαλκανικούς; Μέχρι και στους Βου Παγκόσμιο με τους νικητές ήμασταν!» ρώτησε παύλα διαπίστωσε ο Σίλβερ.
«Κάτσε λίγο να τα δούμε», είπε ο Γυαλάκιας. «Να το πάρουμε το κορδόνι από το '21 ή να πάμε παραπίσω;»
«Ξεκίνα από το '21 επειδή δουλεύω αύριο το πρωί και πρέπει να κοιμηθώ κιόλας», απάντησε ο Σίλβερ.
«Πότε πρέπει να κοιμηθείς;»
«Σε κάνα εξάωρο από τώρα, οπότε ας ξεκινήσουμε από το '21 για να μη μας βρει το ξημέρωμα», εξήγησε ο Σίλβερ.
«Το θρυλικό '21 λοιπόν -που εορτάζεται με παρελάσεις. Τι έγινε τότε;»
«Τι έγινε; Διώξαμε τους Τούρκους!» απόρησε ο Σίλβερ.
«Εμείς;» επέμεινε ο Γυαλάκιας.
«Εννοείς εγώ κι εσύ;» χαζορώτησε ο Σίλβερ.
«Εννοώ οτι οι ηρωικοί αγωνιστές μας είχανε φάει ήττα μεγάλη κι αν δεν ήταν οι Ξένες Δυνάμεις να βομβαρδίσουν τον τουρκικό στόλο ακόμα θα είχαμε κανένα Τουρκαλβανό Σουλτάνο με γραφικό όνομα, του τύπου Καραμάν Αλής, πάνω απ΄τα κεφάλια μας».
«Μα Καραμανλή λένε τον πρωθυπουργό εδώ και χρόνια!» παρατήρησε ο Σίλβερ.
«Άσχετο», είπε ο Γυαλάκιας. «Το γεγονός είναι οτι χάναμε χοντρά και μας σώσανε οι Μεγάλες Δυνάμεις, για δικούς τους σκοπούς υποθέτω και όχι λόγω φιλελληνισμού».
«Εντάξει, ακόμα κι έτσι -πριν δε μου έλεγες οτι το αποτέλεσμα μόνο μετράει;» πετάχτηκε ο Σίλβερ.
«Εγώ δεν έλεγα τίποτα, εσύ το έλεγες αυτό. Αλλά αν μετράει μόνο το αποτέλεσμα τότε, λόγω αποτελέσματος, δικαιώνεται η Θρυλάρα που παίρνει τόσα χρόνια το πρωτάθλημα. Σ' έσκισα Μουστάκια!» πανηγύρισε ο Γυαλάκιας -όχι δηλαδή οτι είχε τίποτα μουστάκι ο Σίλβερ, ατάκα από τα «Κίτρινα γάντια» ήταν το «Μουστάκιας».
«Όχι ρε φίλε! Πάλι συγκρίνεις ανόμοια!» διαμαρυρήθηκε ο Σίλβερ.
«Εγώ δεν συγκρίνω ανόμοια. Λέω απλώς οτι σ΄αυτή εδώ την κωλοχώρα το παίζουμε μια Αμερικάνοι, μια Ευρωπαίοι επειδή ντρεπόμαστε να πούμε οτι δεν έχουμε δική μας ταυτότητα», είπε ο Γυαλάκιας.
«Πως δεν έχουμε; Εγώ έχω και μάλιστα καινούργια -Ευρωπαϊκή πλενόμενη», γέλασε ο Σίλβερ.
«Ρε παιδί μου, εννοώ οτι είμαστε κολαούζοι. Τη μια λέμε ο πρώτος είναι τα πάντα, ο δεύτερος τίποτα' σαν κακέκτυπα του Χόλυγουντ. Την άλλη λέμε η προσπάθεια μετράει, το αποτέλεσμα είναι στο χέρι του Θεού΄ σαν στραβοχυμένοι Καλβινιστές...»
«Τι είναι οι Καλβινιστές;» διέκοψε ο Σίλβερ.
«Αυτοί που φοράνε Κάλβιν Κλάιν και μη με διακόπτεις», συνέχισε ο Γυαλάκιας. «Το θέμα είναι οτι δεν έχουμε αυτό που λέγεται πολιτιστική κληρονομιά' και ψάχνουμε να πάρουμε δανεική από τους άλλους».
«Ε, τώρα το έχεσες εντελώς!» διαμαρτυρήθηκε ο Σίλβερ. «Αν δεν έχουμε εμείς πολιτιστική κληρονομιά, εμείς που χτίζαμε Παρθενώνες όταν οι άλλοι ήταν ακόμα στα δέντρα...»
«Ώπα, φρένο!» τον φρέναρε ο Γυαλάκιας. «Λες δηλαδή οτι έχουμε επιρροές από την Αρχαία Ελλάδα και είμαστε οι συνεχιστές της, ας πούμε;»
«Άμα δεν είμαστε εμείς, ποιος είναι; Οι ιθαγενείς του Αμαζονίου;»
«Κοντά έπεσες», υποστήριξε ο Γυαλάκιας. «Για πες μου τώρα -οι Αιγύπτιοι είχαν έναν μεγάλο πολιτισμό;»
«Είχαν -και τι μ΄αυτό;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Οι Κινέζοι πάλι, τι σου λένε;»
«Τι να μου πουν;» αναρωτήθηκε ο Σίλβερ.
«Πολιτισμικώς εννοώ. Είχαν;»
«Είχαν».
«Οι ιθαγενείς του Περού;»
«Τι κάνανε πάλι αυτοί;» αγανάκτησε ο Σίλβερ.
«Είχαν βαρβάτο πολιτισμό! Απόγονοι των Ίνκας!»
«Που θες να καταλήξεις;» απόρησε ειλικρινά ο Σίλβερ.
«Στο ότι όλοι οι προαναφερθέντες είναι, ας πούμε, απόγονοι μεγάλων πολιτισμών και τη σήμερον ημέρα τυγχάνουν γλίτσηδες που ούτε να τους φτύσεις», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Ε και;» έκανε ο Σίλβερ.
«Πάει να πει οτι τα έθνη με αρχαία ιστορία καταλήγουν συνήθως έσχατοι των εσχάτων, γαλαρία, δίπλα στις τουαλέτες», είπε ο Γυαλάκιας. «Ενώ τα έθνη με μεταγενέστερη ιστορία -αυτοί που κατέβηκαν αργότερα απ΄τα δέντρα, να πούμε -καταλήγουν πολιτισμικά κυρίαρχα. Όπως Αμερική!»
 

«Αφού ρε βλάκα, όλος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχτηκε στους Αρχαίους Έλληνες και οι Αμερικάνοι στηρίχτηκαν στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, άρα, συνεπάγεται και αντιστρόφως, ο αριθμητής δια του παρονομαστή, η υποτείνουσα επί της μεσοκαθέτου και παρ' τ΄αρχίδια μου!» συμπέρανε οργισμένος ο Σίλβερ.
«Ναι, μάλιστα!» κορόιδεψε ο Γυαλάκιας. «Σε ποιον Αρχαίο Πολιτισμό στηρίχτηκε η Ευρώπη;»
«Τι σε ποιον' Υπήρχαν πολλοί;» ρώτησε ο Σίλβερ.
«Αμέ! Υπήρχε αυτός που άνθισε στη φιλόξενη ελληνική γη' που λέγανε και στην ΥΕΝΕΔ, ο άλλος ο Μικρασιατικός ο εισαγόμενος και οι γραπτές πηγές όλων αυτών που σώθηκαν μετά την κατραπακιά του κοντού με το Βουκεφάλα. Από όσα σώθηκαν, κάποια διάλεξαν οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα και δώθε, τα μετάφρασαν όπως γούσταραν και μας τα πλάσαραν για ελληνικούρες. Αυτό φίλε μου είναι Ευρωπαϊκός Πολιτισμός που στηρίχτηκε σε επιλεγμένα αρχαία κείμενα. Αν αύριο, ας πούμε, τα εγγόνια μας ξεθάψουν το αρχείο του Πρωταθλητή ο κόσμος θα νομίζει οτι το ποδόσφαιρο γνώρισε στιγμές άφταστης δόξας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Αν πάλι βρουν το αρχείο της Πράσινης, τότε θα αποφανθούν οτι ο 20ος αιώνας ήταν ο μεσαίωνας του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Αν τώρα υποθέσουμε οτι τα εγγόνια μας είναι βάζελοι και θέλουν να αποδείξουν οτι όσο δεν έπαιρνε πρωτάθλημα η ομάδα τους υπήρχε μεσαίωνας -πες μου εσύ ποιο από τα δυο αρχεία θα αναδείξουν!»
Εκείνη τη στιγμή βγήκε η γειτόνισσα στο απέναντι μπαλκόνι, οπότε ο Γυαλάκιας σώπασε απότομα κι ο Σίλβερ άναψε τσιγάρο όσο έπαιρνε βολικότερη θέση παρατήρησης. Η γειτόνισσα άρπαξε μια σφουγγαρίστρα χωρίς, δυστυχώς, να σκύψει και ξαναμπήκε μέσα.
«Τζίφος!» είπε ο Σίλβερ. «Λοιπόν τι λέγαμε;»
«Για τους μαλάκες τους Έλληνες λέγαμε», απάντησε ο Γυαλάκιας. «Ξέρεις οτι μου ζητήσανε χαρτιά κάτι φασιστόμουτρα τις προάλλες που πέρναγα από τον Άγιο Παντελεήμονα;»
«Τι δουλειά έχει αυτό τώρα;» μπερδεύτηκε ο Σίλβερ.
«Έχει και παραέχει. Επειδή φίλε, οι συμπατριώτες μας είναι αποδεδειγμένοι καρπαζοεισπράκτορες 2000 χρόνια τώρα. Μέχρι που αναγκάστηκαν να πουν οτι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδας επειδή κάποιος Ρωμαίος Φλάβιος Βαλέριος Μούσμουλους την είδε διασπαστής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας...»
«Στάκα, ποιος είναι αυτός ο Φλάβιος;» κόλλησε ο Σίλβερ.
«Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας αδερφάκι μου. Ρωμαίος απ΄αυτούς που μόλις είχαν κατέβει από τα δέντρα που τον πήραμε μεταγραφή οι Ελληνοχριστιανοί μπας και δούμε κάνα πρωτάθλημα. Κλασσική περίπτωση Ρότσα-Μπουμπλή δηλαδή!» διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Τέλος πάντων -φτάσε στο προκείμενο!» αγανάκτησε ο Σίλβερ.
«2000 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα είναι πολλά -νομίζω; Ειδικά αν τα προηγούμενά σου πρωταθλήματα ήταν στο περιφερειακό, Αθήνα -Σπάρτη σημειώσατε Χι. Και το μόνο που είχες να επιδείξεις ήταν κάτι σκονισμένες νίκες με τους Πέρσες σαν τον Θρύλε των γηπέδων Ολυμπιακέ -που νίκησες τη Σάντος, την ομάδα του Πελέ', με εννοείς; Γι΄αυτό λοιπόν ήταν στην τσίλια οι ιθαγενείς του Ελλαδιστάν, περιμένανε ποιον να βρούνε να του τα ρίξουν. Είχανε κάτι γύφτους, βολεύονταν, αλλά τι να σου κάνουν και οι γύφτοι; Δεν μπορούσες να τους πάρεις υπηρετικό προσωπικό, να τους επιδείξεις, να κάνεις το κομμάτι σου σαν πολιτισμένο άτομο ρε παιδί μου! Είχανε και κάτι Τούρκους στη Θράκη...»
«Έλληνες μουσουλμάνους», πετάχτηκε ο Σίλβερ.
«'σου πω ρε λεβέντη μου! Η παροικία στην Κωνσταντινούπολη τι είναι; Έλληνες; Ή μήπως Τούρκοι χριστιανοί;»
«Χέσε μας τώρα -Έλληνες είναι!»
«Ε, τότε και οι άλλοι στη Θράκη είναι Τούρκοι και άσε με να ολοκληρώσω!» κόρωσε ο Γυαλάκιας. «Όταν ήρθαν οι πρώτοι μετανάστες ανυψώθηκε το ηθικό των Ελληναράδων. Πλέον θα είχαμε κι εμείς δούλους, όπως οι πολιτισμένοι Γερμανοί είχαν δούλους τους θείους μας. Θα μπορούσαμε να τους κοροϊδέψουμε, να τους κλέψουμε, να τους πιούμε το αίμα -ε, ρε γλέντια! Η Ελλάδα έγινε επιτέλους Ευρώπη! Αλλά το κόλπο ξέρεις ποιο είναι;» ο Γυαλάκιας κοίταξε τον Σίλβερ περιμένοντας.
«Αφού θα μου την πεις την παπαριά σου -τι περιμένεις;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Το κόλπο είναι η εθνική ταυτότητα. Σου λέει ας πούμε ο Ινδός εγώ φοράω το σαρίκι μου και χαζεύω αγελάδες στον Γάγγη΄ -σωστός ο Ινδός. Σου λέει ο Γάλλος εγώ τρώω το σκόρδο μου και γυρίζω τον κόσμο με πέδιλο και κάλτσα από μέσα' -σωστός ο Γάλλος. Φτάνει και η σειρά του Έλληνα -τι να σου πει; Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγονται παίδες δύο' τι διάολο σημαίνει αυτό; Ούτε κι ίδιος δεν γνωρίζει. Όταν πήγαινε σχολείο την κοπάναγε στα Αρχαία και τώρα σκίζεται για την Αρχαία μας Κληρονομιά. Θεωρεί οτι οι πιο σέξυ γκόμενες είναι οι Σλάβες και σκίζεται για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής. Αγοράζει τζιπ Τσερόκι και βρίζει τους Αμερικάνους. Κοινωνική σχιζοφρένεια! Μέχρι που εφευρέθηκαν οι μετανάστες!»
«Τι εφευρέθηκαν'; Θα μας τρελάνεις ρε!» θύμωσε ο Σίλβερ.
«Εφευρέθηκαν φίλε μου. Διότι μια ζωή στο Ελλαδιστάν έρχεται κόσμος απέξω. Μην στο πιάσω από Αρχαιοτάτων, να το πάμε από τη Μικρασία και δώθε. Ήρθαν οι Μικρασιάτες και ο ντόπιος τους είχε για χασικλήδες κι αποβράσματα. Ήρθαν μετά οι Ρωσοπόντιοι -μια από τα ίδια. Ήρθαν οι Βορειοηπειρώτες -ξου παραδίπλα βρομιάρηδες! Αλλά ήταν «Έλληνες αδελφοί!» Λες και σε Τουρκία, Ρωσία, Αλβανία είχανε το ελληνικό φύλο σε γυάλα -να διατηρηθεί καθαρό μέχρι να μας το στείλουν πίσω! Τώρα όμως αυτοί που έρχονται δεν έχουν ελληνική ρίζα άρα βολεύουν. Διότι αυτοί είναι οι Άλλοι' κι εμείς είμαστε οι Καθαροί'. Βρήκαμε επιτέλους κάτι για να ξεχωρίζουμε, εμείς είμαστε οτι δεν είναι οι μετανάστες!» ολοκλήρωσε ο Γυαλάκιας.
«Μάλιστα -αλλά ακόμα δεν κατάλαβα που θες να καταλήξεις», είπε ο Σίλβερ.
«Στο οτι Ολυμπιακός και Ελλάδα είναι ένα και το αυτό για την κοινή γνώμη. Τι είναι ο Ολυμπιακός; Ρωτάω εσένα τον βάζελο».
«Η ομάδα που αδικεί τις μικρότερες και τρώει σφαλιάρες σε ευρωπαϊκό επίπεδο», είπε αβίαστα ο Σίλβερ.
«Το ίδιο είναι και η Ελλάδα», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας ανάβοντας τσιγάρο.
«Τόσες παπαριές είχα χρόνια ν΄ακούσω!» θαύμασε ο Σίλβερ.
Κι ο Γυαλάκιας θα του απαντούσε, αλλά χτύπησε το κινητό του και θυμήθηκε οτι έπρεπε να προλάβει τα μαγαζιά ανοιχτά, επειδή αλλιώς θα τρώγανε πατούσες για βραδινό στο σπίτι του. Σηκώθηκε λοιπόν βιαστικός.
«Αν τύχει να απλώσει τίποτα εσώρουχα η απέναντι, βγάλτη στο κινητό και στείλτη μου», ζήτησε από τον Σίλβερ. 

«Άκουσα πάντως οτι είναι Ρουμάνα», είπε εκείνος.
«Ακόμα καλύτερα -εγώ σαν ανοιχτόμυαλο άτομο δεν έχω κολλήματα με το μεταναστευτικό ζήτημα», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Το μεταναστευτικό αφορά τους βρομιάρηδες της Ομόνοιας, όχι τις γκομενάρες των Νοτίων Προαστίων ρε ηλίθιε!» φώναξε ο Σίλβερ.
«Σωστό κι αυτό», παραδέχτηκε ο Γυαλάκιας και έφυγε τρέχοντας.
 


ευθυμογράφημα από το "λευκό θόρυβο" το 2009... ή το 1999;...ή το 2019;... 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Σιέστα

Η λέξη σιέστα είναι ισπανική και προέρχεται από τα λατινικά sexta (hora), "η έκτη ώρα", δηλαδή το μέσον της ημέρας, "το μεσημέρι". Οι Ρωμαίοι χώρισαν την ημέρα, από την αυγή μέχρι το ηλιοβασίλεμα, σε δώδεκα "ώρες" ίσες μεταξύ τους αλλά άνισες όσον αφορά τις "εποχές".
Ο Τιερύ Πακό συνθέτει το εγκώμιο της σιέστας. Μιλάει για τις προσωπικές του εμπειρίες, ανατρέχει στην ιστορία, στην κοινωνιολογία, στην ζωγραφική, στις έννοιες του χρόνου και της εργασίας, για να καταλήξει σε ένα κεφάλαιο με τον υπέροχο τίτλο: "Η σιέστα ως αντίσταση".
Εναντίον τίνος; Εναντίον του "παγκόσμιου χρόνου", αυτού του παράγωγου της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που διεισδύει παντού και, δίχως δυσκολία, προβάλλεται ως προφανές, ως αυταπόδεικτο, ως αδιαμφισβήτητο. Κι όμως, είναι η οικονομική οργάνωση -όπου όλα είναι καταγεγραμμένα λογιστικά, προσδιορισμένα ποσοτικά, ανακυκλώσιμα- που μας αποστερεί από τη χρήση αυτού του τόσο πολύτιμου αγαθού: του χρόνου.
Σύμφωνα με τον Λιούις Μάμφορντ, "η μηχανή-κλειδί της εποχής της εκβιομηχάνισης δεν είναι η ατμομηχανή αλλά το ρολόϊ... Η κανονικότητα του χρόνου που περνά επιβάλλει προοδευτικά πειθαρχία στους ανθρώπινους ρυθμούς και ρυθμίζει τους κανόνες εργασίας... Όταν θεωρούμε τη μέρα ως ένα αφηρημένο απόσπασμα χρόνου προς χρήση, δε θα κοιμηθούμε με τις κότες τα βράδια του χειμώνα. Θα εφεύρουμε τα κεριά, τό φωταέριο, τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, για να επωφεληθούμε απ' όλες τις ώρες της μέρας. Όταν αντιλαμβανόμαστε το χρόνο όχι ως μια διαδοχή εμπειριών, αλλά ως μια συλλογή ωρών, λεπτών, δευτερολέπτων, αποκτάμε τη συνήθεια να τον επιμηκύνουμε ή να τον αποταμιεύουμε... Απελευθερωμένος από τους φυσικούς κύκλους -τη μέρα και τη νύχτα, τις εποχές, τους χρόνους της ζωής κ.λπ.- ο πολίτης υποτάσσεται στον εξαναγκαστικό χρόνο, τον ορισμένο από τον αμείλικτο αυτοματισμό..."
Η λέξη "ελευθερία" δεν έχει νόημα παρά μόνο αν υπάρχει έλεγχος του καθενός στο χρόνο του. Η ελεύθερη διάθεση του χρόνου του είναι η εγγύηση της αυτονομίας του. Αυτή η εξατομίκευση του χρόνου δε σημαίνει έλλειψη πολιτικής συνείδησης, άρνηση σεβασμού των "κανόνων" που όλη η ζωή μέσα στην κοινωνία υπαγορεύει, περιφρόνηση του άλλου, αναδίπλωση στις ατομικές μικροανέσεις, μα αντίθετα, δηλώνει τη θέληση να είναι κανείς συμβατός με το χρόνο του, με σκοπό να διασφαλίζει την παρουσία του στον κόσμο, μαζί και μέσω άλλων.
Σιέστα σημαίνει να συνθηκολογήσουμε με τον ημερήσιο ύπνο, να αποτίσουμε φόρο τιμής σ' αυτόν, να αποδεχτούμε τη συντροφιά του αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή στην ονειροπόληση... Η σιέστα είναι ένας χρόνος που εμπεριέχει την τέχνη της ζωής!
Μια κοινωνία που επιβάλλει σε όλους να αναπνέουν εν χορώ, να εργάζονται με τα ίδια ωράρια, να ζουν ομοιογενώς, είναι μια κοινωνία απολυταρχική καταδικασμένη στην παρακμή... Η σιέστα είναι μια επανιδιοποίηση του δικού μας χρόνου, έξω από τον έλεγχο του ρολογιού. Η σιέστα είναι μέσον χειραφέτησης.
Η σιέστα δεν χρειάζεται καμιά ρασιοναλιστική, λογική, κανονιστική εξήγηση. Γεννιέται πάλι και πάλι. Έρχεται κοντά μας και αρραβωνιάζεται τη ραθυμία μας, μας πειράζει, μας στέλνει τις ακτίνες της, μας δυναμώνει. Είναι αυτός ο νεκρός μα τόσο ζωντανός χρόνος.
Το να χορεύει κανείς τη ζωή του σημαίνει να αντιλαμβάνεται τους ρυθμούς, να εξοικειώνεται με τα νευρο-βιολογικά του "ρολόγια", να δημιουργεί τα "βήματα" που ταιριάζουν καλύτερα στην προσωπικότητά του, να αφυπνίζει τη μικρή μουσική του που τραγουδά μέσα του. Το μοίρασμα του εικοσιτετραώρου στα δύο -σε μέρα και νύχτα- κι έπειτα σε "στιγμές", το περιεχόμενο των οποίων μας έχει υπαγορευτεί, δεν μπορεί να αντιβαίνει στη δική μας κυριαρχία πάνω στους χρόνους μας. Το να θέσουμε το ζήτημα της σιέστας σημαίνει να αναρωτηθούμε σχετικά με το χρόνο εργασίας.    
Ουτοπική πεποίθηση ίσως αλλά οι διεκδικήσεις των εργαζομένων (κι όχι των καταναλωτών) θα έπρεπε να στοχεύουν περισσότερο στη δραστική μείωση του χρόνου εργασίας απ' ότι στην αύξηση μισθού. Εξασφαλίζοντας μια αξιοπρεπή διαβίωση θα μπορούσαν να εργάζονται όλοι και να απολαμβάνουν, κατά βούληση, τον ελεύθερο χρόνο τους! 

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Μικρή αγγελία

Αιτήσεις για την τετράμηνη θέση φύλακα του νοτιότερου φάρου της γης γίνονται δεκτές από τις λιμενικές αρχές της Τασμανίας. Το νησί Maatsuyker φωτίζει από τον νοτιοδυτικό όρμο του τον ωκεανό ανάμεσα στην Αυστραλιανή ήπειρο και τον Νότιο Πόλο. Το νησί χαρακτηρίζεται από μοναδική βλάστηση και ακατάπαυστους πελαγίσιους ανέμους.
Η σχετική ανακοίνωση διευκρινίζει ότι η συνέντευξη με τους υποψήφιους περιλαμβάνει συζήτηση με αρμόδιο ψυχολόγο, και ότι όποιος επιλεγεί, καλό θα ήταν να πάρει μαζί του στο νησί μια μεγάλη συλλογή βιβλίων. Αν ποτέ έκανα αίτηση για να περάσω από συνέντευξη.., γνωρίζω τουλάχιστον τι ερώτηση θα έθετα εγώ, με τη σειρά μου, στην επιτροπή: "Μα γιατί μόνο τέσσερις μήνες..."

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Επικίνδυνες σχέσεις

Ολες οι σχέσεις εξελίσσονται με το χρόνο. Ακόμα και οι πιο στενές, όπως της μητέρας με το παιδί της, με τον καιρό οδεύουν προς την αμοιβαία ανεξαρτητοποίηση. Αλλιώς, η μητέρα αποδεικνύεται τυραννική και το παιδί καταλήγει ένας μπούλης και μισός. Στις σχέσεις Εκκλησίας - κράτους, η μητέρα (αν και δεν συνεισέφερε ιδιαίτερα στη γέννηση του κράτους) είναι σίγουρα η Εκκλησία. Το παιδί μένει να δούμε αν θα συνεχίσει να είναι μαμόθρεφτο...
Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το θεό του, ότι κανείς δεν χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν για την πίστη ή τη θρησκεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την απόφαση ολόκληρου του αμερικανικού λαού, που όρισε ότι οι νομοθέτες του δεν θα φτιάξουν κανέναν νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε Εκκλησία και κράτος».
Μ' αυτήν τη φράση από μια επιστολή του προς την Ενωση Βαπτιστών του Ντάνμπουρι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον προσδιόρισε την έννοια του «χωρισμού Εκκλησίας και κράτους». Αυτά στην Αμερική του 1802. Στην Ελλάδα του 2010 ακόμα το συζητάμε.
Η σχέση κράτους και Εκκλησίας (μία είναι η Εκκλησία όταν αναφερόμαστε σε τέτοια ζητήματα, η Ορθόδοξη) είναι παλιά όσο και το κράτος που γεννήθηκε μετά την Επανάσταση του 1821. Από τότε το κράτος εναγκαλίστηκε την Εκκλησία και εκείνη ανταπέδωσε τον εναγκαλισμό σε έναν νομοθετικό και πολιτικό δεσμό τόσο ισχυρό, που καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να θίξει. Κάθε τόσο, από τη συνταγματική αναθεώρηση του '75 και μετά, κυβερνήσεις μάταια προσπαθούν να «αναθεωρήσουν», να «επαναπροσδιορίσουν» ή, έστω, να «επαναδιατυπώσουν» αυτές τις σχέσεις. Η τελευταία προσπάθεια της καινούργιας κυβέρνησης για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και οι οργίλες αντιδράσεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας (που εσχάτως ζητά και επιστροφή χρημάτων από το κράτος), αναδεικνύουν για άλλη μια φορά το ακανθώδες σύμπλεγμα, που ξεκινά από το σύνταγμα και φτάνει μέχρι την καθημερινότητά μας.
Πόσο πολύ έχει παρεισφρήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη ζωή μας; Αρκεί να δείτε τους βουλευτές που σηκώνουν το χέρι για να ορκιστούν μπροστά σε ιερείς. Ή τις εικόνες του Χριστού στα δικαστήρια (όπου μπορεί να έχει κατοχυρωθεί η εναλλακτική του πολιτικού όρκου, αλλά κανένας σώφρων δικηγόρος δεν θα σας συμβουλέψει να τον επιλέξετε). Ή τη μεγάλη διαμάχη του εκάστοτε υπουργού Εθνικής Παιδείας ΚΑΙ Θρησκευμάτων για την καθιέρωση του μαθήματος σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία, η οποία προαναγγέλλεται και παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες από το 1964. Αυτά, όμως, είναι η επιφάνεια των πραγμάτων, συμβολικές κινήσεις που στόχο έχουν να δείχνουν σε κάθε ενδιαφερόμενο τη δύναμη της Εκκλησίας και του ποιμνίου της, αυτού που ο Χριστόδουλος αποκαλούσε «Δεξιά του Κυρίου».
Μια δύναμη που όλες οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οδεύει προς τον εκφυλισμό, ωστόσο καμία κυβέρνηση δεν πήρε το ρίσκο να αμφισβητήσει στην πράξη. Τρία χρόνια μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε στους κόλπους της Εκκλησίας, ένα άλλο σκάνδαλο ξεσπά το 2008. Βατοπέδι. Ξανά στο προσκήνιο οι δεσμοί της Εκκλησίας με το κράτος, ξανά στη δημόσια διαβούλευση η εξουσία που ο Κλήρος έχει από το Σύνταγμα και τη νομολογία, ξανά επί τάπητος το ερώτημα εάν έφτασε η ώρα για το χωρισμό τους, ξανά το ερώτημα «είναι ώριμη η ελληνική κοινωνία;».
Ο βουλευτής τής τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκος Σηφουνάκης μιλάει στην «Ελευθεροτυπία» για την «τριτοκοσμική σχέση κράτους - Εκκλησίας» και προσθέτει: «Εξαιτίας της ατολμίας χάθηκαν ευκαιρίες στη συνταγματική αναθεώρηση. Με λυπεί να παρουσιάζει η χώρα μας ανά την υφήλιο την εικόνα ενός θεοκρατικού κράτους κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής. Μόνο με το Ιράν συγκρινόμαστε. Ούτε καν με την Τουρκία του Κεμάλ, που καθιέρωσε το λαϊκό κράτος».
Μόνο που ο βουλευτής «ξεχνάει» πως στη διαδικασία της αναθεώρησης συμμετείχε και το δικό του κόμμα, με εισηγητές δύο κορυφαίους συνταγματολόγους, που και οι δύο δήλωναν: «Δεν πρέπει να υπάρξει διαχωρισμός κράτους - Εκκλησίας. Θεωρούσαμε επιβεβλημένο αυτόν το διαχωρισμό τον καιρό που στην Ελλάδα είχαμε βαρύτατες προσβολές των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ειδικά του δικαιώματος της θρησκευτικής συνείδησης».
Δεν φυλακίζουμε, λοιπόν, πια τους αντιρρησίες συνείδησης Μάρτυρες του Ιεχωβά, και όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί; Δύο χρόνια πριν, ο αρχηγός τής τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης σε συνέντευξή του («Ελευθεροτυπία», 5/11/08) τίθεται με σαφήνεια υπέρ μιας «συνολικής αναθεώρησης των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί πλήρως η ανεξαρτησία του ενός απέναντι στον άλλο» και δεσμεύεται ότι «θα επανεξεταστούν όλες οι ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις που αφορούν την Εκκλησία». Εγκριτοι νομικοί περιγράφουν το καθεστώς «φορολογικού παραδείσου που απολαμβάνουν η Εκκλησία και οι μονές, νομικά όμοιο με αυτό off shore εταιρειών στη Λιβερία ή στον Παναμά».
Πόσο αλλάζουν πολλοί πολιτικοί και κόμματα όταν βρεθούν στην κυβέρνηση; Τον περασμένο Δεκέμβριο, μετά τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την Εκκλησία «κοινωφελές ίδρυμα», ο πρωθυπουργός - πλέον - Γιώργος Παπανδρέου προσκαλεί τον Αρχιεπίσκοπο στο υπουργικό συμβούλιο και οι δύο τους δηλώνουν ότι επιθυμούν τη συνεργασία κυβέρνησης - Εκκλησίας. Ο κ. Παπανδρέου διαβεβαίωσε τον κ. Ιερώνυμο ότι θα προηγηθεί διάλογος για τις τυχόν αλλαγές και συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
Και όμως, υπάρχουν κάποιοι που δεν αλλάζουν θέση. Είναι οι νομικοί της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (ΕΕΔΑΠ). Αυτοί οι «αυτόκλητοι και αυτοσχέδιοι μάγοι της αλλοτρίωσης», όπως τους χαρακτηρίζει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, είναι η παλαιότερη μη κυβερνητική οργάνωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπάρχει στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 1953 και, έκτοτε, στο προεδρείο της στρατεύθηκαν προσωπικότητες, όπως Αλέξανδρος Σβώλος, Στρατής Σωμερίτης, Αγνή Ρουσοπούλου, Αριστόβουλος Μάνεσης.
Η δικτατορία του 1967 διέλυσε την ΕΕΔΑΠ, η οποία ανασυγκροτήθηκε στο τέλος του 1974. Και εσχάτως προκαλεί πονοκεφάλους στην εκκλησιαστική ιεραρχία, σύμφωνα με την οποία επιδιώκει τη «βάναυση μετατροπή της χώρας σε άθρησκη πολιτεία, χωρίς, βέβαια, τη συναίνεση του λαού». (σ.σ.: Ο λαός και η άποψή του εκδηλώθηκαν εκτενώς μετά το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσίευσε το «Εθνος της Κυριακής», υπέρ του διαχωρισμού κράτους - Εκκλησίας τάχθηκε το 61,6% των πολιτών, ενώ το 88,5% τάσσεται υπέρ της φορολόγησης της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σε έρευνα της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», την ίδια περίοδο, 48% των πολιτών υποστηρίζουν το διαχωρισμό.) Πώς η χώρα θα γίνει πολιτεία; Και πώς σκέφτονται να την αλλοτριώσουν οι μάγοι; Τους αναζητήσαμε στα λημέρια τους, εκεί όπου επεξεργάστηκαν το μοναδικό ολοκληρωμένο σχέδιο νόμου για το διαχωρισμό κράτους - Εκκλησίας.
«Πώς αντιλαμβανόμαστε ότι ένα κράτος δεν είναι κοσμικό; Παρατηρούμε την Ελλάδα». Την πρώτη φορά που το άκουσα αυτό κεραυνοβολήθηκα, μέχρι που ο καθηγητής μας Συγκριτικού Συνταγματικού Δικαίου στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ άρχισε να μας εξηγεί: εικόνες του Χριστού κοσμούν σχολεία, δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες, οι βουλευτές δίνουν θρησκευτικό όρκο, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό, η βλασφημία συνιστά ποινικό αδίκημα.
Στην Ελλάδα, η ευλάβεια παύει να είναι ιδιωτική υπόθεση και μετατρέπεται σε δημόσια υποχρέωση, ιδιαίτερα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Και, μάλιστα, οι ένστολοι υποχρεώνονται να παρίστανται σε θρησκευτικές τελετές ως εκπρόσωποι του κρατικού μηχανισμού Τι σχέση έχουν οι πρακτικές αυτές με τη θρησκευτική πίστη του καθενός και την άσκηση της θρησκευτικής του λατρείας; Μας απαντά η δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κλειώ Παπαπαντολέων: «Καμία. Οι πρακτικές αυτές αποτελούν την πανηγυρική διακήρυξη (από την πλευρά του κράτους) της πρωτοκαθεδρίας της χριστιανικής ορθόδοξης θρησκείας. Το πρόβλημα αφορά τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων σε ένα περιβάλλον του οποίου η καθημερινότητα κυριαρχείται από την επιβολή και υποβολή της ορθόδοξης πίστης. Και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στους "μη ορθόδοξους", αλλά και στη στατιστικά αδιόρατη, πλην ποιοτικά και ποσοτικά εξαιρετικά κρίσιμη μερίδα συμπολιτών μας, που ναι μεν τυπικά ανήκουν στο ποίμνιο, αλλά συνειδησιακά είτε είναι εκτός είτε τοποθετούν το ζήτημα της πίστης τους στο αυστηρώς ιδιωτικό τους πεδίο».
Η αφετηρία αυτού του ασφυκτικού εναγκαλισμού θρησκείας και πολιτικής τοποθετείται συμβατικά στα 1833, όταν με βασιλικό διάταγμα η Εκκλησία της Ελλάδος αποσπάσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τέθηκε υπό την εξουσία του Βασιλείου της Ελλάδος, ως κλιμάκιο του διοικητικού του μηχανισμού. Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχουν επέλθει παρά μόνον ελάχιστες ουσιώδεις μεταβολές, όπως θα μας εξηγήσει ο νομικός Μιχάλης Τσαπόγας. «Μετά τη συνταγματική αναγνώριση "επικρατούσης θρησκείας" το 1844, όλοι επαναπαύθηκαν στο καθεστώς πολιτειοκρατίας, το οποίο εξασφάλιζε στη μεν Πολιτεία τη δυνατότητα ασφυκτικού ελέγχου, στη δε Εκκλησία το προνόμιο δημόσιου οργανισμού. Οι παρενέργειες δεν άργησαν να φανούν: η μεν Πολιτεία καθηλώθηκε σε χρόνιες νομοθετικές αγκυλώσεις για μια σειρά από πεδία που θα έπρεπε να ανήκουν στη δική της αποκλειστική αρμοδιότητα (οικογενειακό δίκαιο, εκπαίδευση, ελευθερία θρησκευτικών μειονοτήτων), η δε Εκκλησία υποχρεώθηκε σε απόκλιση από τους δικούς της κανόνες για σειρά από θέματα που ανάγονται στην εσωτερική της οργάνωση».
Η Μεταπολίτευση, που ευαγγελίστηκε σαρωτικές αλλαγές στην οργάνωση και τις δομές της χώρας, έφερε την Πολιτεία πιο κοντά παρά ποτέ σε ένα διαζύγιο με την Εκκλησία. «Παρά ταύτα, ο νομοθέτης δεν έκανε το μεγάλο βήμα» παρατηρεί ο Μιχάλης Τσαπόγας. «Ακόμη και στα πρακτικά του Συντάγματος του 1975 οι πάντες παραδέχονται ότι χρειάζονται μείζονες αλλαγές και αμφιβάλλουν μόνο για την προοπτική κοινωνικής αποδοχής τους. Η διστακτικότητα αυτή οφείλεται κυρίως στη σφοδρή αντίδραση της ίδιας της Εκκλησίας, η οποία εκτιμά ότι ενδεχόμενη αναθεώρηση της διασύνδεσής της με το κράτος θα διετάρασσε βιαίως τη σχέση της με την κοινωνία και το έθνος: εκτίμηση αβάσιμη, καθώς η ισχύς των θρησκειών δεν στηρίζεται στην πολιτειακή τάξη προβαδίσματος, παρά μόνο στην παράδοση και την πειθώ».
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι ένα από τα ονόματα που συναντά κανείς συχνά στις εφημερίδες της ακροδεξιάς και στις φασιστικές ιστοσελίδες. Σχεδόν επικηρυγμένος από τους «πατριώτες», ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου είναι ο πρόεδρος της ΕΕΔΑΠ. Και αν - όπως λέγουν οι ιεράρχες, όπως υποστηρίζουν κυβερνώντες συνταγματολόγοι και όπως βοούν οι εθνικιστές - πρόβλημα με την Εκκλησία δεν υπάρχει, μήπως είστε απλώς εμμονικοί εναντίον της Ορθοδοξίας, κύριε πρόεδρε; «Το πρώτο πρόβλημα αφορά το έλλειμμα λογοδοσίας που εδράζεται στις λεγόμενες "υπόγειες διαδρομές" κράτους - Εκκλησίας μέσα σε κραυγαλέες λογιστικές και θεσμικές ανεπάρκειες» επισημαίνει ο καθηγητής. «Οι ανεπάρκειες αυτές αναδείχθηκαν με τον πλέον τραυματικό για το πολίτευμα τρόπο στο λεγόμενο σκάνδαλο Βατοπεδίου. Οι "υπόγειες διαδρομές" αφορούν άτυπες σχέσεις και δίκτυα εκκλησιαστικών ταγών με κρατικούς αξιωματούχους, από τα σχολεία και τα υπουργεία ώς τα δικαστήρια».
Ο Νίκος Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εις εκ των... ζηλωτών για τη «βάναυση μετατροπή της χώρας σε άθρησκη πολιτεία». Ο... σατανικός αυτός σκοπός παρουσιάστηκε με τη μορφή σχεδίου νόμου τον Οκτώβριο του 2005. Τι έγινε με την πρότασή σας, κύριε καθηγητά; τον ρωτήσαμε.
«Την υιοθέτησαν αυτούσια και την κατέθεσαν λίγο αργότερα στη Βουλή ο Στέφανος Μάνος και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, ανεξάρτητοι βουλευτές, εκλεγμένοι τότε με το ΠαΣοΚ. Το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός ακολούθησαν, αφού επέφεραν μερικές μικροαλλαγές. Η Ν.Δ. και το ΠαΣοΚ απέρριψαν την πρόταση με το σκεπτικό ότι θα έπρεπε τάχα να προηγηθεί αναθεώρηση του Συντάγματος. Η Μαριέττα Γιαννάκου, πάντως, αρμόδια υπουργός τότε, μίλησε με νόημα για τη "διαπλοκή" που υπάρχει "σε πάρα πολλούς χώρους" και για την οποία υπεύθυνοι είναι προ πάντων οι άνθρωποι και λιγότερο οι νόμοι».
Ο διαχωρισμός Εκκλησίας - κράτους, για άλλη μια φορά, δεν πέρασε από την ελληνική Βουλή· ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι αρκετά από τα επί μέρους σημεία της πρότασης πέρασαν. Ο καθηγητής Αλιβιζάτος κάνει τον απολογισμό:
* Καταργήθηκε η απαλλαγή των κληρικών και των μοναχών από τη στρατιωτική τους υποχρέωση.
* Θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα αποτέφρωσης των νεκρών με νόμο. Η έκδοση, πάντως, του σχετικού διατάγματος καθυστέρησε - και η σχετική ρύθμιση δεν έχει ακόμη εφαρμοσθεί.
* Καταργήθηκε η εμπλοκή του επιχώριου μητροπολίτη στην αδειοδότηση ναών και ευκτήριων οίκων.
* Απαγορεύθηκε η εξομολόγηση μαθητών μέσα στα σχολεία. Αντίθετα, παραμένει υποχρεωτική η κατηχητική διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.
* Το κράτος ανέλαβε την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα, ιδίαις δαπάναις.
Ενα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα στην υπόθεση του διαχωρισμού κράτους - Εκκλησίας είναι η οικονομική τους εμπλοκή. Ο Γιάννης Κτιστάκις, λέκτορας στη Νομική Σχολή Κομοτηνής, κάνει τον απολογισμό της σύνδεσης Πολιτείας και Εκκλησίας και είναι κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει κανένα "λογιστικό" υπόλοιπο. Δεν χρωστάει η Πολιτεία στην Εκκλησία από το παρελθόν». Η ιεραρχία της Εκκλησίας ισχυρίζεται ότι καλώς οι ιερείς της πληρώνονται από τον δημόσιο κορβανά, αφού αυτό είναι το αντιστάθμισμα της σταδιακής αφαίρεσης μεγάλης ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας χωρίς αποζημίωση. Ανακριβής ο ισχυρισμός, κατά τον κύριο Κτιστάκι: «Η σύμβαση του 1952 ήταν αμφοτεροβαρής: το κράτος απέκτησε την κυριότητα αγροτεμαχίων και βοσκοτόπων εκτός Αττικής (αξίας 97 δισεκατομ- μυρίων δραχμών) έναντι ίσης αξίας αστικών ακινήτων και μετρητών που απέκτησε η Εκκλησία».
Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος υποστηρίζει πως «το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας παραχωρήθηκε από την Εκκλησία στο κράτος ή αυτό την άρπαξε με διάφορους τρόπους». Τι απαντάτε σ' αυτό, κύριε Κτιστάκι; «Ούτε τούτο είναι απολύτως ακριβές. Ο Αρχιεπίσκοπος έχει αναφέρει ως παραδείγματα την αμερικανική πρεσβεία και το Νοσοκομείο "Α. Συγγρός". Από έναν δειγματοληπτικό έλεγχο που πραγματοποίησα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, προκύπτει ότι η μεν έκταση όπου οικοδομήθηκε η αμερικανική πρεσβεία απαλλοτριώθηκε νομίμως από το Δημόσιο, το δε Νοσοκομείο "Α. Συγγρός" οικοδομήθηκε από τον δωρητή Ανδρέα Συγγρό σε έκταση του Δημοσίου».
Εν τέλει, οφείλουμε ως φορολογούμενοι να πληρώνουμε τους ορθόδοξους ιερείς ή όχι; «Αυτή η πρακτική καθιερώθηκε το 1945, προκειμένου η κεντρική κυβέρνηση να ελέγχει τον κλήρο εν όψει του εμφύλιου πολέμου» θα μας πει ο κύριος Κτιστάκις. «Ο αναγκαστικός νόμος προέβλεπε μεν την κρατική μισθοδοσία, αλλά προέβλεπε, ταυτοχρόνως, και υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος έλεγχε τον κλήρο πληρώνοντας τους μισθούς του με τα έσοδα των ναών - που σχηματίζονταν, όμως, από τις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών».
Η ιστορία της πρότασης της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη ανατρέχει σε αυτούς τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Θα μπορούσε κανείς εύλογα να αντιτάξει: μα η πρόταση αυτή κατ' εξοχήν θίγει τα δικαιώματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, εφόσον τη θέτει εν γένει εκτός απυροβλήτου. «Το δικαίωμα της Εκκλησίας να εισπράττει από τα υπάρχοντά της δεν θίγεται. Θίγεται το καθεστώς off shore εταιρείας που έχει» απαντά. «Το καθεστώς των ανθρώπων που επιθυμούν να εκδηλώνουν την πίστη τους δεν θίγεται. Θίγεται το ότι αυτό επιβάλλεται σε άλλους, παρά τη θέλησή τους. Η δυνατότητα της Εκκλησίας να έχει όσους ιερωμένους θέλουν οι μητροπολίτες δεν θίγεται. Θίγεται η αξίωση να πληρώνει ο ελληνικός λαός γι' αυτό. Εν ολίγοις, άλλο προνόμια, άλλο δικαιώματα».

της δημοσιογράφου Ντίνας Δασκαλοπούλου

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Η κοκαΐνη του λαού

Σε μια πρόσφατη ανταλλαγή απόψεων γύρω από τη σημειολογία του ιερού, η συζήτηση στράφηκε σε μια ιδέα την οποία βρίσκουμε από τον Μακιαβέλι ως τον Ρουσό και ακόμη πιο πέρα: την «πολιτική θρησκεία» των Ρωμαίων, εννοούμενη ως ένα σύνολο πεποιθήσεων και υποχρεώσεων οι οποίες μπορούν να διατηρήσουν μια κοινωνία ενωμένη. Κάποιος επεσήμανε ότι αυτή η έννοια, αυτή καθαυτή καλή και αγαθή, μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην αντίληψη της θρησκείας ως «instrumentum regni»- με άλλα λόγια ως ενός οργάνου το οποίο μια πολιτική εξουσία (ίσως αποτελούμενη από μη πιστούς) μπορεί να χρησιμοποιήσει για να κρατήσει τους υπηκόους της υπό έλεγχο.
Η ιδέα αυτή εκφράστηκε από εκείνους οι οποίοι είχαν γνωρίσει την πολιτική θρησκεία των Ρωμαίων. Στις «Ιστορίες» του ο Ελληνας ιστορικός Πολύβιος είχε πει για τις ρωμαϊκές τελετουργίες ότι «σε ένα κράτος το οποίο αποτελείται μόνο από σοφούς θα ήταν άχρηστο να χρησιμοποιηθούν τέτοια μέσα, εφόσον όμως οι μάζες είναι εκ φύσεως ευμετάβλητες και υπόκεινται σε κάθε είδους πάθη, από την αχαλίνωτη απληστία ως τη βίαιη οργή, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να τις περιορίσει κανείς με τέτοια συστήματα και μυστηριώδεις φόβους. Για τον λόγο αυτόν πιστεύω ότι οι παλαιοί είχαν τους λόγους τους ώστε να μυήσουν τις μάζες στη θρησκευτική πίστη και στις δεισιδαιμονίες για τον Αδη και νομίζω ότι οι άνθρωποι σήμερα ενεργούν βιαστικά και ανόητα όταν τις απορρίπτουν... Στις πρεσβείες και στα δημόσια γραφεία τους οι Ρωμαίοι χειρίστηκαν τεράστια χρηματικά ποσά αλλά παρέμειναν έντιμοι από σεβασμό προς τα δεσμά του όρκου τους. Και ενώ σε άλλους λαούς σπάνια βρίσκεις κάποιον ο οποίος δεν έχει βάλει χέρι στο δημόσιο χρήμα, στους Ρωμαίους σπάνια βρίσκεις κάποιον ένοχο για τέτοιο παράπτωμα».
Παρ΄ ότι οι Ρωμαίοι συμπεριφέρονταν ενάρετα κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο, είναι βέβαιον ότι σταμάτησαν να το κάνουν σε κάποια στιγμή. Και μπορεί να δει κανείς γιατί, αιώνες μετά, ο Ολλανδός φιλόσοφος του 17ου αιώνα Βενέδικτος ντε Σπινόζα συνέλαβε μια άλλη ερμηνεία του «instrumentum regni» και των λαμπρών και γοητευτικών τελετών του στη «Θεολογικοπολιτική πραγματεία» του: «Επομένως,παρ΄ ότι είναι αλήθεια ότι το μεγαλύτερο μυστικό και το υπέρτατο συμφέρον των μοναρχικών καθεστώτων συνίσταται στο να κρατούν τους ανθρώπους σε μια κατάσταση εξαπάτησης και να κρύβουν κάτω από το παραπλανητικό όνομα της θρησκείας τον φόβο με τον οποίον αυτοί θα κρατηθούν σε υποτέλεια, έτσι ώστε να πολεμούν για τη δουλεία τους σαν να επρόκειτο για τη σωτηρία τους (...) είναι εξίσου αληθές ότι σε μια ελεύθερη κοινότητα θα ήταν αδύνατον είτε να σκεφτεί είτε να προσπαθήσει να υλοποιήσει κανείς κάτι περισσότερο καταστρεπτικό» .
Δεν χρειάζεται πολύ για να πάμε από αυτό στον ορισμό του Μαρξ για τη θρησκεία ως το όπιο του λαού.
Είναι όμως αλήθεια ότι όλες οι θρησκείες έχουν πάντα αυτή τη δύναμη; Ενα παράδειγμα μιας εντελώς διαφορετικής άποψης έρχεται από τον Πορτογάλο συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου, ο οποίος έχει επανειλημμένως επιτεθεί εναντίον της θρησκείας ως πηγής σύγκρουσης: «Οι θρησκείες, όλες τους, χωρίς εξαίρεση, ποτέ δεν θα χρησιμεύσουν στο να ενωθούν οι άνθρωποι και να συμφιλιωθούν. Αντιθέτως, υπήρξαν - και εξακολουθούν να αποτελούν - μια αιτία απερίγραπτων δεινών, σφαγών και τερατωδών σωματικών και πνευματικών θηριωδιών οι οποίες συνιστούν ένα από τα πιο ζοφερά κεφάλαια της οικτρής Ιστορίας της ανθρωπότητας» (από άρθρο στην εφημερίδα «La Repubblica»).
Αλλού ο Σαραμάγκου έχει αποφανθεί ότι «αν όλοι ήμασταν άθεοι, θα ζούσαμε σε μια πιο ειρηνική κοινωνία». Δεν είμαι βέβαιος ότι έχει δίκιο, φαίνεται όμως ότι έλαβε μια έμμεση απάντηση από τον Βενέδικτο ΙΣτ΄ στην πρόσφατη εγκύκλιό του «Spe Salvi» στην οποία λέει ότι ο αθεϊσμός του 19ου και του 20ού αιώνα, παρ΄ ότι εκδηλώθηκε ως διαμαρτυρία ενάντια στις αδικίες του κόσμου και της οικουμενικής Ιστορίας «οδήγησε στις μεγαλύτερες μορφές ωμότητας και παραβιάσεων της δικαιοσύνης».
Υποθέτω ότι ο Πάπας σκεπτόταν τον Λένιν και τον Στάλιν, αυτό το άθεο ζευγάρι, ξέχασε όμως ότι τα ναζιστικά λάβαρα έφεραν τις λέξεις «Got mit uns» («Ο Θεός μαζί μας»)· ότι πλήθος στρατιωτικών ιερέων ευλογούσαν τις σημαίες των ιταλών φασιστών· ότι ο σφαγέας Φρανθίσκο Φράνκο ήταν ένας άνθρωπος εμπνεόμενος από βαθιές θρησκευτικές αρχές και υποστηριζόμενος από τους πολεμιστές του Βασιλιά Χριστού· ότι βαθιά θρησκευτικά αισθήματα ενέπνευσαν τους αντεπαναστάτες της Βανδέας, αντιπάλους των γάλλων δημοκρατικών οι οποίοι είχαν ανακηρύξει σε θεά τη Λογική («instrumentum regni»)· ότι καθολικοί και προτεστάντες σφαγιάστηκαν χαρωπά μεταξύ τους επί χρόνια και χρόνια· ότι τόσο οι σταυροφόροι όσο και οι εχθροί τους είχαν θρησκευτικό κίνητρο· ότι οι Ρωμαίοι υπερασπίστηκαν τη θρησκεία τους, ρίχνοντας τους χριστιανούς στα λιοντάρια· ότι θρησκευτικοί λόγοι βρίσκονταν πίσω από πολλές καύσεις στην πυρά· ότι ακραία θρησκευτικά αισθήματα εμπνέουν τους μουσουλμάνους φονταμενταλιστές, τους δράστες των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, τον Οσάμα μπιν Λάντεν και τους Ταλιμπάν, οι οποίοι ανατίναξαν τα αγάλματα του Βούδα· ότι η Ινδία και το Πακιστάν είναι στα μαχαίρια για θρησκευτικούς λόγους· και, τέλος, ότι με τη φράση «ας ευλογήσει ο Θεός την πατρίδα μας και όλους όσοι την υπερασπίζονται» ο Τζορτζ Μπους ξεκίνησε την επίθεση στο Ιράκ.
Ετσι, μου ήρθε στο μυαλό πως, παρ΄ όλο που μερικές φορές η θρησκεία είναι ή υπήρξε το όπιο του λαού, ίσως πιο συχνά υπήρξε η κοκαΐνη του.
Ισως ο άνθρωπος είναι ψυχεδελικό ζώο. 

του Ουμπέρτο Έκο

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Ρένος Αποστολίδης


http://www.youtube.com/watch?v=hlhDq0KRPAk 
http://www.youtube.com/watch?v=weBr4GlCnJQ
http://www.youtube.com/watch?v=uyESzZEFjaY
http://www.youtube.com/watch?v=hlhDq0KRPAk


«Οι Έλληνες δεν ξέρουν Ιστορία. Και κυριότατα γιατί δεν τους μαθαίνουν. Και δεν τους μαθαίνουν γιατί δεν συμφέρει να ξέρουν και να κρίνουν, αλλά και γιατί τα μυαλά συντριπτικής πλειονότητας των διδασκόντων είναι χαλασμένα -όπως και ήταν χαλασμένα πριν αντίστροφα. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν την Ιστορία στα σκολειά για να παράγουν εθνικιστικές συνειδήσεις. Μετά για να κάνουν κακή κι αδέξια προπαγάνδα ψευτοαριστερίστικη. Όλοι απλώναν αναχρονιστικά τις ιδεούλες τους και τις πίστεις τους στο παρελθόν, κόβαν και ράβαν την ιστορία στα μικρά μέτρα τους.
Αλλ’ έτσι η βαθύτερη ζήτηση της ιστορίας, που είναι κάτι το πολύ ριζικό στην ανθρώπινη συνείδηση, δεν ικανοποιείται, πεινάει επί μακρόν, κι εντέλει μαραίνεται. Σιχάθηκα μια ζωή να παλεύω να διαλύσω ψευτοϊστορικές ερμηνείες του παρελθόντος, εθνικιστών και τάχα μαρξιστών, τάχα “συντηρητικών” και τάχα “προοδευτικών”, να μην θαρρούν τα παιδιά πως η αρχαιοελληνική πόλις είναι ό,τι τάχα η εθνικιστική πατρίδα, να μην βγάζουν “προδότες” τους Θεμιστοκλήδες και τους Αντρούτσους, να μην βγάζουν όλοι “προδότες” τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να μην απλώνουν στα παρελθόντα τα παρόντα πάθη τους.
Ποια ιστορία; Ποιος την δίδαξε ποτέ σωστά; Ποιος νοιάστηκε αλήθεια; Και γι’ αυτό ίσως δεν έχουμε και ιστορική μνήμη. Τι “ιστορική”; Ούτε χθεσινή δεν έχουμε! Πράγματα που τα ζήσαμε χθες, οι ίδιοι, στο πετσί μας, αφήνουμε θρασύτατα να μας τα λένε ανάποδα όλοι, και δεν αντιδρούμε!…»