Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Κορνήλιος Καστοριάδης - H ελληνική ιδιαιτερότητα

Στο σπουδαίο αυτό βιβλίο του, ο Κ. Καστοριάδης προσπαθεί να συλλάβει αυτό που διακρίνει και διαφοροποιεί την αρχαιοελληνική δημιουργία από οποιαδήποτε άλλη μορφή ανθρώπινου πολιτισμού, δηλ. να αναδείξει τι συνιστά την ελληνική ιδιαιτερότητα. Προς τον σκοπό αυτό ανατρέχει στις πηγές του ελληνικού πολιτισμού, στα ομηρικά και ησιόδεια έπη, καθώς επίσης στα καταγωγικά κείμενα του φιλοσοφικού στοχασμού, στους Προσωκρατικούς στοχαστές Αναξίμανδρο, Ξενοφάνη, Ηράκλειτο και Δημόκριτο. Η ανάλυσή του αναδεικνύει μια άλλη αντίληψη και πρόταση που κομίζει ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός: ενώ η κυρίαρχη ερμηνεία (λ.χ. Heidegger, Κ. Παπαϊωάννου) υποστηρίζει ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος διέπεται από το μέτρο και την αρμονία, από την «αποκάλυψη» της αλήθειας και του όντος, ο Καστοριάδης θεωρεί ότι ο κόσμος αυτός χαρακτηρίζεται από το μη-νόημα και το μη-ον, ότι δεν έχει ένα προκαθορισμένο νόημα δοσμένο από κάποιο εξωκοινωνικό και εξωανθρώπινο, φυσικό ή υπερβατικό ον. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρμονία, αντιστοιχία ανάμεσα στη σκέψη και στις πράξεις ούτε ανάμεσα στις ανθρώπινες επιθυμίες και το είναι. Δεν υπάρχει αντιστοιχία και αρμονία ανάμεσα στον ανθρώπινο βίο και τον κόσμο των θεών. Για τους Ελληνες δεν υπάρχει αθανασία της ψυχής, δεν υπάρχει ένας άλλος μετά θάνατον βίος ανώτερος και οντολογικώς καλύτερος. Ο άνθρωπος είναι θνητός και η λέξη θνητός σημαίνει άνθρωπος. Οι μόνοι αθάνατοι είναι οι θεοί, οι οποίοι όμως δεν είναι αιώνιοι ούτε παντοδύναμοι. Ούτε δημιούργησαν τον κόσμο και τον άνθρωπο και, συνεπώς δεν ενδιαφέρονται γι' αυτόν, δεν είναι υπεύθυνοι γι' αυτόν, δεν του παρέχουν πρότυπα, εντολές, νόημα για τη ζωή του, δεν είναι πρότυπα ηθικής, αντιθέτως η συμπεριφορά τους είναι μη ηθική. Οι αντιλήψεις αυτές διαφαίνονται ήδη στα μεγάλα ποιητικά κείμενα του Ομήρου και του Ησιόδου, τα οποία περιέχουν και τους μύθους της αρχαιοελληνικής θρησκείας.
Στον Ησίοδο, λ.χ. στον μύθο της Πανδώρας, η ελπίς που μένει στο κουτί συμβολίζει την πίστη ότι δεν υπάρχει ελπίδα για το ανθρώπινο γένος. Η ελπίδα εδώ δεν εννοείται υπό την τετριμμένη καθημερινή έννοια, αλλά υπό την οντολογική ή μεταφυσική έννοια, δηλ. δεν υπάρχει ελπίδα, λύτρωση και ανταμοιβή για τον άνθρωπο από κάποια υπερβατική οντότητα σε κάποια άλλη ζωή.
 Επίσης, στην ησιόδεια «Θεογονία» ο κόσμος αναδύεται από το χάος (από το ρήμα χαίνω, που σημαίνει το κενό), από την άβυσσο, από το ακαθόριστο, από το μη-ον. Χάος είναι η απουσία τάξεως, η απουσία θετικής αντιστοιχίας ανάμεσα από τη μια στις ανθρώπινες προθέσεις - πράξεις και από την άλλη στα αποτελέσματά τους. Το είναι είναι χάος, μη-νόημα, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Αναξίμανδρος: αρχήν και στοιχείον των όντων... το άπειρον. Το άπειρον εννοείται εδώ όχι με τη μαθηματική, ποσοτική έννοια, αλλά ως προς το απροσδιόριστο, το μη καθορίσιμο. Ετσι, κατά τον Καστοριάδη οι ελληνικοί μύθοι αποκαλύπτουν μια σημασία του κόσμου ως μη-νοήματος, την οποία παραλαμβάνουν για λογαριασμό τους οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι.
Ακριβώς αυτή η πρωταρχική φαντασιακή σύλληψη του κόσμου ως μη-νοητού και η απουσία υπερβατικής πηγής της σημασίας, του νόμου ή του κανόνα είναι που ελευθερώνουν τους Ελληνες και τους επιτρέπουν να αποκτήσουν αυτοσυνείδηση, να συγκροτήσουν το δικό τους νόημα, τον δικό τους κόσμο, να δημιουργήσουν θεσμούς και γραπτούς νόμους, να δημιουργήσουν την πολιτική, τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία - για πρώτη φορά στην Ιστορία. Οι φαντασιακές αυτές δημιουργίες οφείλονται κυρίως στην αμφισβήτηση των κληρονομημένων αντιλήψεων και των υπαρχόντων θεσμών, δηλ. στην αμφισβήτηση ταυτοχρόνως και στον χώρο της σκέψεως και στον χώρο της πράξεως. Η πρώτη δίνει τη φιλοσοφία, η δεύτερη την πολιτική και τη δημοκρατία. Η αμφισβήτηση στον χώρο της σκέψεως φαίνεται ήδη στους πρώτους Προσωκρατικούς, Θαλή, Αναξίμανδρο, Ξενοφάνη και συνεχίζεται με τον Ηράκλειτο (στον οποίο ο Καστοριάδης αφιερώνει μιαν εξαίρετη ανάλυση) και τους άλλους φιλοσόφους. Η αμφισβήτηση στον χώρο της πράξεως συγκροτεί το φαινόμενο των πόλεων, που χαρακτηρίζονται από την απαίτηση δικαιοσύνης και την επίτευξη γραπτών νόμων. Ειδικώς στην Αθήνα έχουμε ένα κοινωνικο-πολιτικό κίνημα που οδηγεί κατ' αρχάς στη νομοθεσία του Δράκοντα τον 7ο αιώνα, εν συνεχεία στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα στις αρχές του 6ου αιώνα και τέλος στην εγκαθίδρυση της δημοκαρτίας με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη στο τέλος του 6ου αιώνα.
Η αμφισβήτηση αυτή είναι ανύπαρκτη στους άλλους λαούς (Ιουδαίους, Αιγυπτίους, Βαβυλωνίους, Κινέζους κ.λπ.), οι οποίοι αποδέχονται την κληρονομημένη σκέψη και τη δεδομένη θέσμιση της κοινωνίας. Εδώ βρίσκεται η ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτό που συγκροτεί και διαφοροποιεί τον ελληνικό πολιτισμό από όλους τους άλλους. Ως γνωστό κατά τον Καστοριάδη η συγκρότηση της κοινωνίας, κάθε κοινωνίας είναι θέσμιση των κοινωνικών σημασιών της, είναι θέσμιση ενός μάγματος φαντασιακών σημασιών που ενσαρκώνονται σε δημιουργίες και θεσμούς. Αυτοί οι θεσμοί και αυτές οι σημασίες είναι που διαφοροποιούν τις κοινωνίες. Η ελληνική κοινωνία συγκροτήθηκε από τις φαντασιακές σημασίες του μη-νοήματος, από την αμφισβήτηση της κληρονομημένης παράστασης και θέσμισης της κοινωνίας, από τη δημιουργία της φιλοσοφίας, της πολιτικής και της δημοκρατίας, από τις φαντασιακές σημασίες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αυτονομίας, για πρώτη φορά στην Ιστορία.
Συνεπώς, η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν ανευρίσκεται σε άλλες ιστορικές περιόδους, δυστυχώς, έσβησε με τον ενταφιασμό της δημοκρατίας από τις φάλαγγες της μακεδονικής μοναρχίας. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανενός είδους συνέχεια από την κλασική εποχή στην ελληνιστική ή στη ρωμαϊκή και βυζαντινή. Το εξαίρετο αυτό βιβλίο του Καστοριάδη συνιστάται ιδιαιτέρως και επειγόντως για μια κατηγορία Νεοελλήνων, οι οποίοι συγχέουν (συνειδητώς ή ανεπιγνώστως) τη φιλοσοφία με τη θεολογία, τους φιλοσόφους με τους πατέρες της Εκκλησίας, την αρχαιοελληνική ελευθερία και δημοκρατία με το ανελεύθερο θεοκρατικό χριστιανικό Βυζάντιο και διακηρύσσουν ότι το τελευταίο είναι η συνέχεια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Ομως, οι δύο αντιλήψεις και πρακτικές είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, αντιφατικές και εχθρικές. 

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

H προσωπικότητα στην Ιστορία

«Αν θέλουμε ν’ ανακαλύψουμε τις βαθύτατες τάσεις ενός πολιτισμού, συχνά πρέπει να τις αναζητήσουμε στις πιο αφηρημένες εκδηλώσεις τους∙ στη φιλοσοφία και στην τέχνη. Αυτό ίσως να ισχύει ιδιαίτερα κατά τις περιόδους κοινωνικής αναστάτωσης και επανάστασης, όταν οι υπαρκτοί θεσμοί δεν είναι πια αντιπροσωπευτικοί. […]

Εκεί που άρχισε η πραγματική Βασιλεία του Τρόμου [δεν ήταν στις αιμοσταγείς επιχειρήσεις της λαιμητόμου στα 1793, αλλά] ήταν στις φαινομενικά αθώες άρες μάρες του Ντέιβιντ Χιούμ, στις απαρχές ενός μηδενισμού που έφτασε στην πλήρη ανάπτυξή του μόνο στην εποχή μας. Στην Έρευνα πάνω στην Ανθρώπινη Νόηση, η επίθεση ενάντια στους ιστορικούς δεσμούς με το παρελθόν και στον ανθρώπινο λόγο άγγιξε ένα επίπεδο ψύχραιμης καταστροφικότητας. Ο Χιούμ χρησιμοποίησε τις τεχνικές διαδικασίες του λόγου για να υποσκάψει τα ίδια του τα θεμέλια. […]

Η βασική άποψη του Χιούμ ήταν η αυτονομία της ακατέργαστης ανθρώπινης παρόρμησης και ο απολυταρχισμός της ακατέργαστης αίσθησης. Αναλύοντας αίτιο και αιτιατό, έσπασε την έλλογη διασύνδεση μεταξύ ανθρώπινων συμβάντων σε μια γυμνή διαδοχή αφηρημένων αισθήσεων μέσα στο χρόνο. […]  

Ένα πάθος ήταν, γι’ αυτόν, μια πρωταρχική ύπαρξη∙ δεν πήγαζε από οποιαδήποτε εντύπωση των αισθήσεων, ούτε αντέγραφε κάποια άλλη ύπαρξη∙ οι παρορμήσεις ήταν πρωτογενείς, μ’ ένα τρόπο που δεν ίσχυε για καμιά άλλη απόκριση προς τον εξωτερικό κόσμο. “Όταν είμαι θυμωμένος”, έγραφε ο Χιούμ, “είμαι πραγματικά κυριευμένος από ένα πάθος και, μέσα σε αυτό το συναίσθημα, δεν αναφέρομαι σε κανένα άλλο αντικείμενο περισσότερο απ’ ό,τι όταν είμαι διψασμένος, ή άρρωστος, ή πάνω από πέντε πόδια ύψος. Γι’ αυτό το λόγο, το πάθος αυτό είναι αδύνατο ν’ αντιφάσκει προς την αλήθεια ή το λόγο, κι είναι αδύνατον η αλήθεια ή ο λόγος ν’ αντιταχτούν σε αυτό […] Όταν ένα πάθος θοςδεν βαλσνναφκλυταρχισμδεν βασίζεται σε λάθος υποθέσεις, ούτε διαλέγει μέσα ανεπαρκή για το σκοπό, η νόηση δεν μπορεί ούτε να το εκθειάσει, ούτε να το καταδικάσει. Δεν είναι αντίθετο προς το λόγο το να προτιμήσω να καταστρέψω ολάκερο τον κόσμο από το να ξύσω το δάχτυλό μου”. […]
 
Αν τραβήξουμε ως το τέλος τις συνέπειες αυτής της φιλοσοφίας, βλέπουμε πως ο φιλόσοφος αυτός, που δεν θορυβείται από καμιά άποψη, έχει φτάσει στον απόλυτο μηδενισμό. Ο Μπαζάρωφ στο Πατεράδες και Γιοί του Τουργκένιεφ είναι μπροστά του ένας απλός ερασιτέχνης της ηθικής ισοπέδωσης. Γιατί ο Χιούμ, όχι μόνο βεβαιώνει την απολυταρχία των αισθήσεων − παραβλέποντας τελείως τη διαμεσολάβησή τους από τα σύμβολα −, μα συμπληρώνει αυτό το έργο με την απολυταρχία της κτηνώδους παρόρμησης∙ συνενώνει το δεσποτισμό του εξωτερικού κόσμου με το δεσποτισμό του Εγώ, ή μάλλον του Id. Η ζωή, όπως την απεικόνισε, ήταν η ζωή σε ωμή κατάσταση − με μια ωμότητα που ο πιο πρωτόγονος άγριος δεν είχε δείξει ποτέ. Με τα δικά του ξεκάθαρα λόγια, τα πάθη που εξουσιάζουν τον άνθρωπο είναι πάνω από το λόγο και πέρα από το λόγο.  
 
Η φιλοσοφία του Χιούμ αρνείται να δεχτεί την κοινωνική ερμηνεία των συμβάντων, ή τον κοινωνικό (συμβολικό) χαρακτήρα της ανάλυσής τους∙ γυρίζει την πλάτη στις κοινωνικές ευθύνες∙ παρουσιάζει τα ανθρώπινα όντα σαν να ζουν σε ένα στιγμή προς στιγμή συνεχές, όπου μόνον οι ορέξεις έχουν απεριόριστο δικαίωμα ύπαρξης κι όπου καμιά παρόρμηση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλή ή κακή, έλλογη ή άλογη. […]  

Το εσφαλμένο αυτό συμπέρασμα ισχύει αναγκαστικά για κάθε φιλοσοφία που αποκλείει τις αξίες από το θεμελιώδες υπόστρωμα κάθε ανθρώπινης εμπειρίας. […] Δεδομένου ότι η αξία ενυπάρχει στο ακέραιο σε κάθε ανθρώπινη εμπειρία, μια θεωρία που καταργεί την αξία ως πρωταρχικό συστατικό, μοιραία την μπάζει και πάλι από την πίσω πόρτα με το να καθιστά τις αισθήσεις ή τις παρορμήσεις, καθαυτές, έδρα της αξίας − ενώ στην πραγματικότητα η αξία γεννιέται από την πρωτογενή ανάγκη του ανθρώπου να κάνει διάκριση μεταξύ των διαδικασιών που διατηρούν και των διαδικασιών που καταστρέφουν τη ζωή, και να κατανείμει ανάλογα τα ενδιαφέροντα και την ενέργειά του. Εδώ βρίσκεται η κύρια λειτουργία του λόγου: να αναφέρει και να επιμερίζει τα δεδομένα της εμπειρίας σ’ ένα κατανοητό και βιώσιμο σύνολο.
 
Ο λόγος συνδέει μεταξύ τους συμβάντα, που ο Χιούμ, αναλύοντάς τα, τα χωρίζει και τα απομονώνει. […] Το να συλλαμβάνουμε τη ζωή στο επίπεδο του Id, σημαίνει να ξεχνάμε πως το Id είναι οργανικά δεμένο με το Εγώ και το Υπερεγώ, και πως όταν πάψει η αλληλεπίδραση ανάμεσα σ’ αυτά τα μέρη της προσωπικότητας, μοιραία ακολουθεί ένας βαθύς αποπροσανατολισμός όλης της προσωπικότητα, η οποία τείνει προς την καταστροφική επιθετικότητα, ή προς την αυτοκτονία. […]  

Η αποστολή του Χιούμ ήταν απλώς να οδηγήσει τον τρέχοντα ατομισμό στο λογικό του συμπέρασμα. Ο κόσμος έγινε μια ασύνδετη ροή αισθήσεων και ο εαυτός ένα μάγμα παρορμήσεων […]»
 
Λιούις Μάμφορντ, Χιούμ: Μηδενιστικός ατομισμός

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Κάρλος Φουέντες

Εδώ στην Ελλάδα νιώθουμε σαν να έχει επέλθει μια διακοπή στη συνέχεια του πολιτισμού μας. «Αυτό ακριβώς κάνουν οι κρίσεις! Διακόπτεται πολιτισμικά και πολιτιστικά η πορεία ενός λαού. Δεν είμαι Ελληνας, οπότε δεν μπορώ να σας δώσω συμβουλές. Εχετε έναν από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς, βρείτε τον τρόπο να φέρετε αυτόν τον πολιτισμό στην πολιτική σας, στην οικονομία σας και στη δημοκρατία σας του σήμερα. Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά από εσάς εξαρτάται, και εγώ δεν μπορώ να σας δώσω μαθήματα σε αυτό». 
Η πόρτα για να βγεις από την κρίση είναι η ίδια απ’ την οποία μπήκες; «Φυσικά! Γι’ αυτό και η αρχή της κρίσης είναι πάντοτε πολύ νωρίτερα από τότε που την αντιλαμβάνεσαι. Και στη Λατινική Αμερική ο πολιτισμός έχει μια συνέχεια, όμως οι κυβερνήσεις και οι οικονομίες των χωρών δεν έχουν. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα: πώς μπορείς να φέρεις τη συνέχεια του πολιτισμού μέσα στο βασίλειο της πολιτικής. Αν το καταφέρουμε κάποτε αυτό, τότε θα έχουμε καταφέρει τις επιτυχημένες πολιτείες. Ολοι οι λαοί στην Ιστορία υποφέρουν από αυτό το άνισο που υπάρχει μεταξύ της συνέχειας της κουλτούρας και του εύθραυστου της πολιτικής».
Αυτό που καταλαβαίνουμε στην Ελλάδα είναι ότι η κρίση έχει καταδικάσει πολλούς σε έλλειψη δουλειάς και φαγητού, αλλά προηγήθηκε το γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαμε καταδικάσει τον εαυτό μας σε έλλειψη συνεννόησης. «Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του συστήματος. Εγώ, για παράδειγμα, είχα έναν υπέροχο γιο που τον έχασα, έχω μια γυναίκα την οποία αγαπάω πολύ, εξαιρετικούς γονείς και πολύ καλούς παππούδες. Οι δύο γιαγιάδες μου ήταν πάρα πολύ καλές στο να λένε ιστορίες. Θα μπορούσα να είμαι αρχιτέκτονας ή να πλένω πιάτα, όμως δεν θα είχε καμία σημασία το επάγγελμά μου αν δεν υπήρχε η σχέση μου με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Σκεφτείτε ότι αν δεν υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι στη δική μου ζωή δεν θα είχα γράψει αυτά που έχω γράψει ως συγγραφέας, και εσείς ποτέ δεν θα με αναζητούσατε για αυτή τη συνέντευξη».
Εμείς φαίνεται ότι γυρίσαμε την πλάτη στις ρίζες μας. Και όμως ο Νίτσε έλεγε ότι «η Ελλάδα είναι το αρχέτυπο γιατί δεν γύρισε τα νώτα στην Ανατολή». «Ακριβώς! Υπάρχει μια γενική αγάπη για την Ελλάδα από πολύ παλιά. Και μια διαρκής επιθυμία του κόσμου της διανόησης να υπερασπίζεται την Ελλάδα, κάτι το οποίο δεν σχετίζεται με το τώρα και με αυτά που συμβαίνουν. Εντελώς συμπτωματικά, μόλις τελείωσα το καινούργιο μου βιβλίο που έχει σχέση με τον Νίτσε!».
Θα μας πείτε κάτι για αυτό; «Το ονομάζω “Friedrich in his balcony” και έχει ως εξής: Βρίσκομαι σε ένα ξενοδοχείο του Βερολίνου και ένα πρωί που ξυπνάω και βγαίνω στο μπαλκόνι του δωματίου μου βλέπω στο μπαλκόνι του διπλανού δωματίου έναν άνδρα με ένα μεγάλο μουστάκι να κοιτάζει τον κόσμο. Είναι ο Νίτσε. Και έτσι αρχίζουμε μια συζήτηση οι δυο μας. Το έχω δώσει ήδη στους εκδότες μου ακόμη και στην Ελλάδα, αλλά εκεί θέλει μετάφραση».
Γράφετε βιβλία εδώ και έξι δεκαετίες και διαβάζονται σε όλον τον κόσμο· νιώθετε ότι εκπροσωπείτε το Μεξικό; «Οχι ακριβώς. Το να εκπροσωπώ το Μεξικό είναι σαν να λέμε, για παράδειγμα, ότι ο Μπαλζάκ εκπροσωπούσε απλώς τη Γαλλία. Ανήκεις στη χώρα από την οποία προέρχεσαι. Δεν θα μπορούσα να γράψω ούτε ένα μυθιστόρημα το όποιο να μην έχει σχέση με το Μεξικό. Ο Μπαλζάκ δεν μπορούσε να γράψει τίποτε που δεν είχε σχέση με τη Γαλλία. Επομένως υπάρχει ένας χρόνος και ένας χώρος στους οποίους ανήκουμε και μετά με έναν τρόπο τούς περνάμε μέσα στη φαντασία μας».
Απ’ όσο ξέρουμε δεν είστε και πάρα πολύ υπέρ της καινούργιας τεχνολογίας στην ενημέρωσή σας αλλά και στην επικοινωνία σας... «Αλήθεια είναι. Επικοινωνώ ακόμη με φαξ και διαβάζω εφημερίδες και περιοδικά διότι είμαι λίγο παλιομοδίτης στον τρόπο ενημέρωσής μου. Βέβαια συνειδητοποιώ τη δύναμη των σύγχρονων τρόπων ενημέρωσης. Σκεφτείτε ότι όλο αυτό που συνέβη στη Βόρεια Αφρική δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε το Διαδίκτυο».
Είστε ένας άνθρωπος που έχει εμπλακεί με την πολιτική. Πιστεύετε ότι στην εποχή που ζούμε ο διαχωρισμός Αριστεράς και Δεξιάς συνεχίζει να έχει το ίδιο περιεχόμενο; «Εγώ πλέον δεν σκέφτομαι με όρους Αριστεράς και Δεξιάς. Η παλιά κατηγοριοποίηση δεν ισχύει πλέον. Υπάρχει μια καινούργια Αριστερά η οποία δημιουργείται αυτή τη στιγμή παγκοσμίως, αλλά ακριβώς επειδή δημιουργείται τώρα δεν ξέρω πώς θα καταλήξει. Νομίζω ότι κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει. Από την άλλη, η μετακομμουνιστική Δεξιά άφησε απροστάτευτους τους φτωχούς και αύξησε την απόσταση μεταξύ φτωχών και πλουσίων».
Επιβράβευσε τη «νεοδαρβινική θεωρία» του Ρίγκαν που έλεγε «όποιος είναι φτωχός είναι γιατί είναι τεμπέλης»; «Οντως. Και αυτός ο “παγκόσμιος δαρβινισμός” το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι κρίσεις, ανισότητες και τελικά αστάθεια σε όλον τον κόσμο. Από την άλλη όμως οπουδήποτε η Αριστερά θέλει να επιμείνει στον παλαιό δογματικό μαρξιστικό τρόπο σκέψης, αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι είναι νεκρή και δεν υπάρχει».
Και ο Φιντέλ Κάστρο; Αυτόν δεν τον θεωρείτε πλέον επαναστάτη; «Ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένα πολιτικό λείψανο. Θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη στο μουσείο».
Δεν αναγνωρίζετε ωστόσο ότι ήρθε στο προσκήνιο θέλοντας απλώς να αντιμετωπίσει την κοινωνική αδικία που επιβαλλόταν στον λαό του; «Αυτό είναι αλήθεια. Εχω γράψει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους αγώνες και τις νίκες της Αριστεράς ενάντια στον φασισμό στην Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική και αλλού. Η Αριστερά όμως που απλώς νοσταλγεί ό,τι δεν κατάφερε τελικά να γίνει, δεν μπορεί να γίνει μια δημιουργική, εποικοδομητική Αριστερά γι’ αυτό που πρέπει να γίνει στο μέλλον».
Μήπως όμως τα αριστερά κόμματα είναι αυτά που δεν μπορούν, περισσότερο από τους αντιπάλους τους, να αποφύγουν τα δόγματα και έτσι μένουν βαλτωμένα;«Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση και ο στόχος για την Αριστερά στον αιώνα που διανύουμε: να μάθει να αντιστέκεται στον ίδιο της τον κακό εαυτό».
Αυτούς που καταλαμβάνουν τις πλατείες σε όλον τον κόσμο τούς βλέπετε ως μέρος αυτής της μελλοντικής Αριστεράς; «Οχι. Αμφιβάλλω ότι αυτοί που καταλαμβάνουν τις πλατείες, όπως το “Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ”, θα μπορούσαν να εκπροσωπήσουν αυτή την κίνηση προς μια νέα Αριστερά. Είναι όμως πάρα πολύ δύσκολο αυτή τη στιγμή να περιγράψουμε αυτό που συμβαίνει και το πού θα μας οδηγήσει».
Δεν τους αναγνωρίζετε όμως μια ειλικρινή επιθυμία για αλλαγές και ελευθερία; «Η επιθυμία είναι ένα από τα βασικά ερεθίσματα της ζωής και εφόσον επιθυμούμε θα υπάρχει και η διαρκής επιθυμία για περισσότερη ελευθερία. Δεν νομίζω ότι υπάρχει το τέλειο στάδιο της ελευθερίας. Ουδείς το έχει κατακτήσει ποτέ. Αν σκεφτείς ότι έχεις φθάσει στην απόλυτη ελευθερία, είσαι καταδικασμένος στην αποτυχία, γιατί με την ελευθερία που σου δίνεται πρέπει να είσαι πάντοτε ανικανοποίητος».

Ισως η ελευθερία να μην κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους, αλλά τους κάνει ανθρώπους. «Ελευθερία είναι η αναζήτηση της ελευθερίας. Η ελευθερία είναι κάτι το οποίο ποτέ δεν θα φθάσουμε απόλυτα. Οταν δεν έχεις τη δυνατότητα να αναζητείς την ελευθερία, αυτό είναι μια πραγματική τυραννία, αφού σου απαγορεύει αυτή την αναζήτηση. Η μάχη για την ελευθερία είναι η πραγματική ελευθερία».
Μέσα στην ελευθερία περιέχεται και η ελευθερία να κάνεις το «κακό»; «Φυσικά. Ας πούμε, αν δεν υπήρχε το κακό, δεν θα είχαμε λογοτεχνία! Ολοι οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες στη λογοτεχνία είναι οι “κακοί”. Εκτός από τον Δον Κιχώτη».
Οι κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να δίνουν διαρκείς μάχες και να έχουν μόνο πρόσκαιρες νίκες, εναντίον του φασισμού που εμφανίζεται τελικά ξανά και ξανά;«Διαφωνώ. Αυτό που επανέρχεται ξανά και ξανά είναι τελικά η καλύτερη δημοκρατία. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι απλώς είναι υποχρεωμένοι να μάχονται διαρκώς για μια καλύτερη δημοκρατία. Στις ΗΠΑ η δεξιά πτέρυγα, το “Tea Party”, είναι ξεκάθαρα φασίστες. Αλλά αυτό δεν ερμηνεύει το όλο σκηνικό. Διότι παράλληλα υπάρχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι μάχονται για ελευθερία και δημοκρατία».
Μήπως το καλύτερο πιθανό σενάριο για τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι ο «ζωολογικός κήπος» και το χειρότερο η «ζούγκλα»; «Πιστεύω ότι ως είδος έχουμε μεγάλη ικανότητα και δυνατότητα για επιβίωση. Ακόμη και το χειρότερο σενάριο να επαληθευτεί, αυτό θα γίνει το νωρίτερο σε 100 χρόνια από τώρα, οπότε ως τότε ας είμαστε χαρούμενοι. Ο πίνακας του Ζερικό “Η σχεδία της Μέδουσας” περιγράφει με εκπληκτικό τρόπο αυτό που συμβαίνει. Ζούμε στην κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα στη φύση και στον πολιτισμό, και τελικά οι επιλογές είναι δύο: ‘Η θα ενωθούμε απέναντι στην “κακοκαιρία” της φύσης ή θα ενωθούμε κάτω από την προστασία του πολιτισμού».
Αυτή την εποχή οι πολίτες παγκοσμίως πρέπει να κάνουν περισσότερο διάλογο μεταξύ τους ή να δράσουν; «Νομίζω ότι ο διάλογος είναι πολύ σημαντικός, ιδίως αν είναι ειλικρινής. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα του διαλόγου, ότι σχεδόν ποτέ δεν είναι ειλικρινής. Από την άλλη, αν έχεις μόνο διάλογο και καθόλου δράση, δεν είναι καθόλου καλό. Ωστόσο και η δράση χωρίς διάλογο είναι το ίδιο κακή».
Υπάρχει όμως ένας παγκόσμιος «δαρβινισμός», στον οποίο πώς είναι δυνατόν να αντισταθούν οι πιο αδύναμοι πολίτες; «Αυτή την τάση μπορούμε να την αποφύγουμε με διάφορους τρόπους, και η πολιτική θα έπρεπε να είναι ένας από αυτούς. Η πραγματική πολιτική σημαίνει προστασία των αδυνάτων. Κανονικά το βασικό ερέθισμα και κίνητρο των πολιτικών θα έπρεπε να είναι το εξής: “Είμαστε και εμείς πολίτες και ζούμε σε μια κοινωνία πολιτών. Η βελτίωση της δικής τους ζωής σημαίνει βελτίωση και της δικής μας ζωής”».
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, δεν νομίζετε ότι οι πραγματικές εξουσίες αυτού του κόσμου έχουν βρει τον τρόπο να είναι αόρατες; «Ναι, έχετε δίκιο, είναι η εποχή της αόρατης πολιτικής. Υπάρχουν όμως πολλοί ορατοί άνθρωποι που έχουν καταλάβει τη Γουόλ Στριτ. Είναι πολλοί και εντελώς ορατοί αυτοί που έχουν ξεσηκωθεί στη Βόρεια Αφρική. Είναι απόλυτα ορατοί αυτοί που διαδηλώνουν στην Ισπανία, στην Ιταλία, στη Βρετανία και στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι τελικά κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης Ιστορίας οι αόρατες δυνάμεις υποκύπτουν στις ορατές δυνάμεις. Για παράδειγμα, αν πάτε πίσω στα μέσα του 19ου αιώνα δεν θα θεωρούσατε με τίποτε την κοινωνική ασφάλιση ή την προστασία των γυναικών και των παιδιών ή την Παιδεία για όλους, πιθανή. Πράγματα που τώρα τα θεωρούμε δεδομένα και τα οποία για να γίνουν χρειάστηκε κάποιοι πολύ ορατοί άνθρωποι να πολεμήσουν τους περιορισμούς ενός συστήματος. Οι ορατές δυνάμεις είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά στην πορεία της ανθρωπότητας. Γιατί αυτές είναι που πετυχαίνουν πράγματα τα οποία δεν είχαμε ποτέ φανταστεί να γίνονται κάποια στιγμή δεδομένα».
Πιστεύετε ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο ή στον χειρότερο πιθανό; «Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ζούμε σε κάτι ανάμεσα. Το θέμα είναι να έχουμε την ελευθερία να προσπαθούμε πάντα για το καλύτερο. Η ελευθερία δεν είναι θέμα ηθικής, είναι καθήκον».
To να είστε γιος διπλωμάτη προφανώς είχε και πολλές δυσκολίες. Πιστεύετε ότι αυτές τις δυσκολίες καταφέρατε να τις κάνετε συμμάχους σας; «Κοιτάξτε, ήμουν υποχρεωμένος να αλλάζω διαρκώς σχολεία, περιβάλλον και φίλους. Αυτό όμως είναι μια πρόκληση και σου διαμορφώνει μια προσωπικότητα. Ως παιδί ήμουν πολύ μελετηρός και διάβαζα πολλά βιβλία. Αυτό κατά μία έννοια είναι μιας μορφής μοναχικότητα, αλλά το επέλεγα γιατί ήξερα ότι οι φίλοι μου δεν θα διαρκούσαν περισσότερο από δύο ή τρία χρόνια και μετά θα έπρεπε να βρω άλλους. Ετσι ένιωθα ότι έπρεπε να χτίσω τον δικό μου εσωτερικό κόσμο, κυρίως μέσα από το διάβασμα. Και να ταξιδεύω μέσα από αυτό».
Ρίχνετε καμιά τελευταία ματιά στα βιβλία σας προτού τα παραδώσετε; «Ποτέ δεν ξαναδιαβάζω τα βιβλία μου γιατί είμαι σίγουρος ότι θα δω τα λάθη μου. Τώρα που μιλάμε νιώθω μεγάλη μελαγχολία γιατί τέλειωσα αυτό το βιβλίο, αλλά κάπου κάπου όταν σκέφτομαι το επόμενο γίνομαι για λίγο ξανά ευτυχισμένος».
Υπάρχει ένας συγγραφέας ο οποίος σας επηρέασε πραγματικά πολύ βαθιά; «Ο Θερβάντες».
Λόγω του «Δον Κιχώτη» και μόνο; «Ναι! Ολοι έχουμε έναν Δον Κιχώτη μέσα μας. Εσείς; Ποιον θα λέγατε;».
Τον Ντοστογέφσκι. «Και εγώ τον θαυμάζω απεριόριστα, αλλά ακόμη και ο Ντοστογέφσκι έχει αναγνωρίσει τον “Δον Κιχώτη” ως το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και μάλιστα έχει πει ότι όλοι έχουμε κάτι από τον Θερβάντες μέσα μας».
Εμμονές. Αλήθεια, τι πιστεύετε ότι θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς τις εμμονές του;«Πιστεύω ότι όλοι έχουμε τις εμμονές μας. Ενας άνθρωπος χωρίς εμμονές θα ήταν νεκρός. Πρέπει να έχουμε εμμονές και λαχτάρες και πόθους, γιατί χωρίς αυτές θα ήμασταν σαν κούκλες σε κουκλοθέατρο».
Τα βιβλία σας μοιάζουν σαν να είναι διαφορετικά κεφάλαια ενός και μοναδικού βιβλίου το οποίο το γράφετε διαρκώς... «Χαίρομαι πάρα πολύ που το λέτε αυτό, γιατί έτσι ακριβώς το νιώθω και εγώ. Το μόνο που δεν ξέρω είναι ποιο θα είναι το τελευταίο βιβλίο-κεφάλαιο».
Το σημαντικό έργο, αυτό που θα μείνει στην Ιστορία, γεννιέται στη διάρκεια κάποιων στιγμών έμπνευσης. Σε εσάς πώς ακριβώς συμβαίνει; «Οταν ξεκινάω να γράψω ένα μυθιστόρημα ξέρω μόνο την αρχή και το τέλος και τίποτε από τα ενδιάμεσα».
Και πώς σας προκύπτουν τα ενδιάμεσα; «Το κύριο κομμάτι του βιβλίου, το μεταξύ της αρχής και του τέλους, έρχεται από τη ζωή, από τυχαία γεγονότα, όνειρα, εφιάλτες και φόβους. Προκύπτει με έναν πολύ παράξενο τρόπο, ο οποίος είναι ο εξής: το βράδυ προτού πάω για ύπνο σκέφτομαι τι θα γράψω για το βιβλίο την επόμενη ημέρα. Πάντοτε όμως την επόμενη ημέρα το πρωί έχει προκύψει κάτι καινούργιο στο μυαλό μου, το οποίο δεν είχα σκεφτεί ποτέ πριν. Προφανώς, έρχεται από τα όνειρά μου, από τους εφιάλτες μου και το υποσυνείδητό μου. Δεν είμαι απολύτως σίγουρος από πού έρχεται, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι είμαι πολύ ευτυχισμένος γιατί αυτή η διαδικασία κάνει το γράψιμο πάρα πολύ ενδιαφέρον για μένα. Αν έγραφα για πράγματα που ήδη ήξερα από πριν, θα βαριόμουν μέχρι θανάτου».
Μέσα από τα όνειρα λοιπόν... Επιβεβαιώνονται συχνά οι φόβοι σας; «Δεν μπορώ να σας πω γενικά. Μπορώ να σας περιγράψω αυτό που είδα στον ύπνο μου χθες το βράδυ: είδα ότι μου παίρνατε τη συνέντευξη στα ελληνικά!».
Υπέροχο! Μια και μιλάμε για φόβους, σήμερα όλοι ζούμε μέσα σε έναν φόβο για το άγνωστο που έρχεται. Αυτό πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε; «Η φαντασία είναι η πρώτη και πιο σημαντική φαρμακολύτρια του φόβου για το άγνωστο. Η μόνη που μπορεί να μονομαχήσει πραγματικά με τον φόβο για το άγνωστο είναι η φαντασία μας και το πώς θέλουμε τον κόσμο».
Αυτό όμως ακούγεται λίγο θεωρητικό και όχι τόσο χρήσιμο για το τώρα... «Κοιτάξτε. Ο χρόνος είναι μια παράξενη ιστορία. Πάντα ήταν ένα πρόβλημα. Το παρελθόν όταν θυμόμαστε συμβαίνει τώρα. Το μέλλον όταν επιθυμούμε συμβαίνει σήμερα. Το να υπερασπίζεσαι τον χρόνο είναι η υπεράσπιση του πολιτισμού. Εχω γράψει ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να πετάξουμε το παρελθόν από το παράθυρο, γιατί αυτό δεν θα αργήσει να επιστρέψει από την κύρια είσοδο μεταμφιεσμένο με πολύ παράδοξους τρόπους. Αυτό συμβαίνει άλλωστε και με τα μυθιστορήματα. Ενα μυθιστόρημα μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία. Ωστόσο και η μνήμη και η επιθυμία στον αναγνώστη συμβαίνουν τώρα, στο παρόν του, ενώ διαβάζει. Ταυτόχρονα και αναπολεί και επιθυμεί».

από συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜagazino

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Περί φαινομένων

«Πιστεύουμε ότι ακολουθούμε ασταμάτητα τη ροή της φύσης, ενώ δεν κάνουμε τίποτε παραπάνω από το να στεκόμαστε και να μελετάμε τις μορφές μέσα από τις οποίες τη θαυμάζουμε.» Λούντβιγκ Βιτγκενστάιν

Έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι τα φαινόμενα απατούν. Λες και ισχύει η προϋπόθεση ότι η κοινωνία είναι αληθινή και γνήσια. Πολλές φορές, η ίδια η επιστήμη δεν είναι παρά μία τοπική παραπλάνηση που διαρκεί. Επιπλέον ξεχνάμε ότι όλα ερμηνεύονται από τον εγκέφαλό μας που αποτελεί, στην ουσία, το πιο κρίσιμο στοιχείο της μετάδοσης της πληροφορίας στη γνώση. Ζούμε σε μία κοινωνία όπου η απόκρυψη, η μεταμφίεση, η παραπλάνηση, η προσποίηση και το ψέμα είναι συνήθη, που δεν έχει καν νόημα να τα εντοπίζουμε. Και γι’ αυτόν το λόγο, εκ των πραγμάτων θεωρούμε ότι η αλήθεια είναι τόσο σπάνια. Σιγά-σιγά η εικονική πραγματικότητα τρώει μερίδια της πραγματικότητας και αυτό μας κάνει να αναρωτηθούμε κατά πόσο η πραγματικότητα δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση εφόσον το φαίνομαι είναι τόσο ανατρεπτικό μέσα στο είναι. Όπως δεν έχουμε όλοι πρόσβαση στη μεταμόρφωση, προσπαθούμε μέσω της μεταμφίεσης να επιδείξουμε τον εαυτό μας. Το πρόβλημα είναι αν το κάνουμε πραγματικά για τους άλλους, ή αν και πάλι ο σκοπός μας είναι στην τελική ανάλυση να πείσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Μέσω της ηθικολογίας, μαθαίνουμε πόσο τα φύλα, και ειδικά τα θηλυκά, επηρεάζονται από την εμφάνιση. Με άλλα λόγια, η επίδειξη αποτελεί και μία μορφή απόδειξης. Δεν προσπαθώ να πείσω, απλώς δείχνω για να μην υποστώ το πρόβλημα της ερμηνείας. Κατά συνέπεια, είναι πιο εύκολο να είσαι ψεύτης παρά αληθινός. Μάλιστα η αλήθεια μέσα σε αυτόν τον κόσμο έχει την τάση να είναι ισόμορφη με το παράλογο. Διότι αν όλοι οι κοινωνικοί φορείς επιδιώκουν την επίτευξη μίας ισορροπίας μέσω της αλληλοδεχούμενης πλάνης, αυτός που προωθεί την αλήθεια παρουσιάζεται ως παράλογος. Θα ήταν μάλλον απλοϊκό να θεωρήσουμε ότι αυτό το νοητικό σχήμα εξηγεί την καταδίκη του Σωκράτη, αλλά σίγουρα είναι ένα από τα στοιχεία της εξήγησης. Από την άλλη πλευρά, αυτή η προσέγγιση δίνει άλλες δυνατότητες ερμηνείας του έργου του Καμύ. Η επίγνωση του παραλόγου είναι ένα μέσον για την απελευθέρωση του ανθρώπου κατά τον Καμύ. Μήπως αυτή η απελευθέρωση αφορά το κοινωνικό και μόνο πλαίσιο και όχι απαραίτητα και το μεταφυσικό; Όποιος εκδηλώνεται ως αληθινός δεν είναι καταδικασμένος από το κατεστημένο; Δεν θα αποτελεί ανθρώπινη εξαίρεση της κοινωνικής μίμησης; Γιατί ο Ντοστογιέφσκι έπρεπε να περάσει από τόσα δεινά για ν’ αγγίξει την ανθρωπιά της ανθρωπότητας; Διότι τα φαινόμενα απατούν; Όχι! Απλώς η κοινωνία δεν θέλει φαινόμενα, αλλά μόνο πραγματικότητες. Τα φαινόμενα τη φοβίζουν, διότι έχουν την ικανότητα ν’ αλλάξουν δραματικά και κάποτε οριστικά την πραγματικότητα. Τα φαινόμενα είναι πραγματικά, μόνο που δεν ανήκουν στην κοινωνική πραγματικότητα. Η δομή τους είναι η αλήθεια, διότι δεν μπορούν να ξεχάσουν την ανθρωπότητα. Φαίνονται παράλογα μόνο και μόνο στο βλέμμα του παρατηρητή που δεν είναι παρά η πλαστή μεταμφίεση της κοινωνίας που δεν έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τον εαυτό της μέσω της μεταμόρφωσης. 

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Η γλώσσα και το πολιτικά ορθό

Η διαφορά ανάμεσα σε μια σχεδόν σωστή λέξη και μια σωστή λέξη είναι αλήθεια αρκετά μεγάλο θέμα. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια πυγολαμπίδα και μια αστραπή." Μαρκ Τουέιν

Σε μια εποχή απόλυτης καταγραφής, όπου η κάθε στιγμή αποτυπώνεται, ψηφιοποιείται και επιβιώνει ομαδοποιημένη, η αντίληψη και το βίωμα του χρόνου αλλάζει. Όσο πιο πολύ το παρόν καταγράφεται, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από το παρελθόν. Ως αίσθηση και ως πραγματικότητα. Σε μια εποχή που δεν μετρά την ιστορικότητά της σε χρόνια, αλλά σε ελάχιστες στιγμές, η σχέση μας με την ίδια την ιστορία παίρνει άλλες διαστάσεις. Πώς μπορούμε να πλησιάσουμε το παρελθόν, μια ιστορικότητα που δεν είχε την πολυτέλεια της λεπτομέρειας; Πώς μπορούμε να θυμηθούμε όταν δεν έχουμε την πολυτέλεια να ξεχνάμε;
Πολύ συχνά, η τέχνη αναπαριστά καλύτερα την πραγματικότητα από την ιστορική καταγραφή. Αφαιρώντας, υπερβάλλοντας ακόμη και παραποιώντας τη, τα μεγάλα έργα τέχνης καταφέρνουν να μας δώσουν την αίσθηση της περιόδου σε βάθος, το κουκούτσι που αγκαλιάζεται από τη σάρκα του πραγματικού χρόνου. Έχει όμως το παρελθόν την πολυτέλεια να μείνει ανεξάρτητο από το παρόν; Μπορούν οι κιβωτοί των εποχών, τα έργα τέχνης, να μείνουν ανεπηρέαστες από τη δική μας εποχή; Ο ατελείωτος ενεστώτας που βιώνουμε δεν έχει πει ακόμα την τελευταία του λέξη...
Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Αμερική νέα έκδοση του κλασικού έργου του Μαρκ Τουέιν, “Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν”. Η έκδοση αυτή προκάλεσε μια σειρά συζητήσεων και διαφωνιών, δημιουργώντας ένα κλίμα που θύμιζε εκείνο του 1885, της ημερομηνίας έκδοσης δηλαδή του κλασικού έργου ως προς την ένταση και το πάθος των αντικρουόμενων πλευρών. Ο λόγος είναι πως στη νέα έκδοση, επιμελημένη από τον Allan Gribben, μελετητή και ειδικό στον Μαρκ Τουέιν, η λέξη Nigger (στα ελληνικά η μετάφραση θα ήταν νέγρος, αν και η λέξη αυτή δεν κουβαλά το ακραία υποτιμητικό και ρατσιστικό φορτίο της αγγλικής), έχει αντικατασταθεί από τη λέξη σκλάβος. Στόχος της νέας αυτής έκδοσης είναι να κάνει το έργο ξανά προσιτό στους αναγνώστες που απομακρύνθηκαν από το βιβλίο, εξαιτίας της λέξης ταμπού και κυρίως σε αυτούς που το απομάκρυναν από τις σχολικές βιβλιοθήκες.
Το παράδοξο βρίσκεται ακριβώς στον ίδιο τον πυρήνα και στη σημασία του βιβλίου. Πώς γίνεται ένα έργο καταφανώς αντιρατσιστικό (ίσως το εμβληματικότερο έργο της αντιρατσιστικής λογοτεχνίας), να κατηγορείται για ρατσισμό μετά από έναν αιώνα και επιπλέον να λογοκρίνεται στο πλαίσιο του πολιτικά ορθού;
Το Χάκλμπερι Φιν μιλά για το ατελείωτο καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας. Στις σελίδες του βλέπουμε τον μικρό Χακ να φεύγει μακριά από τα δεσμά του μέθυσου πατέρα του. Μαζί του, ο σκλάβος φίλος του, Τζιμ, προσπαθεί και αυτός να ξεφύγει από τα δεσμά της δουλείας. Το ταξίδι ξεκινά ως άλλη μια περιπέτεια του μικρού παιδιού (όμοια με τις περιπέτειες στο Τομ Σόγιερ, βιβλίο του οποίου αποτελεί τη συνέχεια), αλλά καταλήγει να γίνει μια πορεία αυτογνωσίας σε σχέση με την φιλία, την ανεκτικότητα και το διαφορετικό. Μέσα από το πρόσωπο του Τζιμ, για πρώτη φορά ένας μαύρος άνθρωπος περιγράφεται απλά ως άνθρωπος, με κοινά συναισθήματα, φόβους, όνειρα με έναν λευκό. Στο ταξίδι το παιδί αναγνωρίζει σταδιακά και σε βάθος αυτή την αλήθεια και μέσα από αυτήν αλλάζει. Μέσα από το βιβλίο, μαζί με το παιδί, αλλάζει ολόκληρη η συνείδηση της Αμερικής και ο τρόπος θέασης των πραγμάτων.
Ο Λάνγκστον Χιουζ, ο σημαντικότερος μαύρος λογοτέχνης των αρχών του αιώνα, τονίζει: "Είναι η πρώτη φορά που συναντούμε μια ρεαλιστική απεικόνιση ενός αμόρφωτου σκλάβου που κυνηγά το όνειρο της ελευθερίας". Το όνειρο αυτό γίνεται ένα με την αθωότητα του αλητάκου και με το καθαρό των νερών του ποταμού, δίνοντάς μας ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της ιστορίας. Όχι άδικα, ο Χέμινγουεϊ χαρακτήρισε το "Χάκλμπερι Φιν" ως "το ξεκίνημα της αμερικανικής λογοτεχνίας".
Οι λέξεις δεν έχουν μόνο ιστορία, κουβαλούν και φορτία ιστορικότητας που πολλές φορές καθ' αυτά τις ξεπερνούν. Στον Χακ Φιν, η λέξη nigger δεν λειτούργησε ρατσιστικά ούτε τότε, ούτε σήμερα. Αντιθέτως λειτουργεί ως μια υπενθύμιση του ρατσιστικού παρελθόντος, ως μια τράπεζα γνώσης σε σχέση με το βιωμένο μίσος αιώνων. Η λέξη nigger σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με αυτή του σκλάβου. Αντίθετα περιγράφει μια κατάσταση όπου το υποκείμενο δεν έχει απολέσει μόνο την ελευθερία του, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη διάστασή του.
Η αντικατάσταση μιας σωστής λέξης με μία σχεδόν σωστή, μπορεί να αποτελεί ένα λογοτεχνικό λάθος ή μια καλλιτεχνική αδυναμία, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση αποτελεί μια παραχάραξη στο όνομα τη λήθης και του πολιτικά ορθού, μια σιωπή στη θέση ενός θαυμαστικού.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Τζιάκομο Λεοπάρντι - "Η θεωρία της ηδονής"

Μπείτε σ' ένα κήπο γεμάτο φυτά, χόρτα και άνθη. Όσο γελαστοί θέλετε. Την πιο ήπια εποχή του χρόνου. Δεν θα μπορέσετε να ρίξετε το βλέμμα σας πουθενά χωρίς ν' ανακαλύψετε κάποιο μαρτύριο. Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα φυτικά είδη τελούν, το ένα περισσότερο, το άλλο λιγότερο, σε κατάσταση οδύνης. Εδώ, αυτό το ρόδο το καίει ο ήλιος, που του έδωσε ζωή. Ζαρώνει, μαραζώνει, μαραίνεται. Εκεί, αυτόν τον κρίνο τον απομυζά άσπλαχνα μια μέλισσα, στα σημεία του τα πιο ευαίσθητα και τα πιο ζωτικά. Για να παρασκευάσουν το γλυκό μέλι οι καλές, οι υπομονετικές, οι ενάρετες, οι φιλόπονες μέλισσες υποβάλλουν σε ανομολόγητα μαρτύρια τις πιο λεπτοκαμωμένες ίνες, κακοποιούν χωρίς έλεος τα πιο τρυφερά άνθη. Αυτό το δένδρο το λυμαίνεται μια ορδή μυρμηγκιών. Το άλλο οι κάμπιες, οι μύγες, οι γυμνοσάλιαγκες, τα κουνούπια. Αυτό εδώ με τη πληγωμένη φλούδα, το βασανίζουν ο αέρας και ο ήλιος που εισχωρούν στην πληγή του. Αυτό εκεί έχει τσακισμένο τον κορμό ή τις ρίζες. Αυτό εδώ έχει φύλλα ξεραμένα, αυτό εκεί τα άνθη του φαγωμένα, δαγκωμένα. [..] το άλφα φυτό έχει υπερβολική ζέστη, το βήτα υπερβολικό κρύο, υπερβολικό φως, υπερβολική σκιά, υπερβολική υγρασία, υπερβολική ξηρασία. [..] Μέσα σ' όλον αυτόν το κήπο δε θα βρείτε ούτε ένα φυτό σε τέλεια κατάσταση. [..] Όταν μπαίνουμε μέσα στον κήπο, το θέαμα μιας τέτοιας πλησμονής από ζωή ευφραίνει την ψυχή μας και πιστεύουμε οτι βλέπουμε εκεί την κατοικία της χαράς. Η αλήθεια όμως είναι ότι η ζωή αυτή είναι θλιμμένη και αξιολύπητη. Κάθε κήπος είναι ένα τεράστιο νοσοκομείο -χώρος πολύ πιο αξιοθρήνητος από ένα νεκροταφείο- και αν τα όντα αυτά αισθάνονται, ή αν θέλετε, αν αισθάνονταν, είναι βέβαιον οτι γι' αυτά το μη ον θα ήταν κατά πολύ προτιμότερο από το ον.

απόσπασμα από το βιβλίο του Τζιάκομο Λεοπάρντι, Η θεωρία της ηδονής

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ποιό είναι το όνειρο σου;...

Δεν ανήκω στη μειοψηφία: είμαι μόνος, πράγμα που δε σημαίνει απομονωμένος.
Kορνήλιος Καστοριάδης

Το παράδοξο της εκπλήρωσης ατομικών πόθων με την κατανάλωση μαζικών προϊόντων αποτελεί μια από τις ρίζες ψυχοπαθολογικών –για να μιλήσω με ψυχολογικούς όρους- φαινόμενων της εποχής μας και κατοικοεδρεύει σε αυτό που ονομάζουμε μόδα, η παραδοσιακή λειτουργία της οποίας ήταν ο τονισμός κοινωνικών διακρίσεων, ενώ στις μέρες μας προσφέρει το αίσθημα(;) συμμετοχής σε κάτι κοινό αλλά την ίδια στιγμή υποδηλώνει την προθυμία του ατόμου να ξεκόψει από καθετί παλιό (άραγε πως θα έχει συνέχεια μια Ύπαρξη, πως θα είναι μια ολότητα, μια προσωπικότητα δίχως το χθές;) και να προσαρμόζεται στο εκάστοτε κοινωνικά αποδεκτό, στη νόρμα, είτε ως γούστο, είτε ως συμπεριφορά, κοντολογίς αυτό που αποκαλείται κομφορμισμός.
Ο ατομικισμός –και όχι το προσωπικό, γιατί συγχέεται, ενδεχωμένος και σκόπιμα από διάφορους- και ο κομφορμισμός είναι οι δυο πλευρές του ίδιου ψυχολογικού πλέγματος-νομίσματος.
Ο άνθρωπος ως εργαζόμενος αποδέχεται την αποδοτικότητα –ως κοινό μέτρο σύγκρισης γυναικών και ανδρών- και την τεχνική ορθολογικότητα και ως καταναλωτής τις ηδονιστικές τάσεις.
Αυτό αρχικά σημαίνει πως χάρη στην προσδοκία κατανάλωσης ανεβαίνει η απόδοση στην εργασία καθώς η εργασία θεωρείται ως το μέσο απόκτησης υλικών αγαθών και ακόμα περισσότερο ο ελεύθερος χρόνος δεν προσφέρει ανάπαυση προς συνέχιση της, μα η εργασία είναι αυτή που δίνει τη δυνατότητα να οργανωθεί ο ελεύθερος χρόνος σε μια καταναλωτική βάση.
Το παιχνίδι μας είναι η πραγματοποίηση ονείρων τα οποία εμπεριέχουν κάποιο καταναλωτικό πλασάρισμα από τα μέσα.
Μπορεί να νομίζουμε πως τα ηδονιστικά είναι τα πρωτεύοντα στη ζωή μας, αλλά κατ ουσίαν εντείνεται η ανάγκη για περισσότερη κατανάλωση ως μέσο πληρότητας του ατόμου, οπότε απαιτείται και περισσότερη εργασία για την απόκτηση τους.
Κοιμόμαστε (για να), εργαζόμαστε (ώστε να), καταναλώνουμε και η μηχανή παραγωγής κέρδους συνεχίζεται...

Κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα τα οποία έχουν μια λειτουργική κινητικότητα μεταξύ τους δίχως κάποιον ουσιακό πυρήνα, μα με κεντρικό άξονα την αποδοτικότητα (έργου και όχι μόνο), τον οικονομισμό (τα πάντα εξαγοράζονται, όλα και όλοι έχουν την τιμή τους) και την κατανάλωση ως απόλαυση στα πλαίσια ενός χυδαία νοούμενου υλιστικού ηδονισμού ο οποίος είναι το λάδωμα του γραναζιού για να μην φθείρεται εύκολα.
Ένα πελώριο εργοστάσιο (η πρώην κοινωνία), διαδικαστικών αλληλεπιδράσεων (οι πρώην διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων), προς επίτευξη απόδοσης μέσω συνεχούς βελτίωσης, ανανέωσης και τέλος κέρδους –πόσο πιο εντυπωσιακό θα είναι το περιτύλιγμα προς πλασάρισμα στην αγορά ανθρωποκατανάλωσης, πόσα περισσότερα ανθρωποπροιόντα θα καταναλώσω (αυτό το αποκαλούν εμπειρίες) προς ανανέωση του ''Εγώ'' μου και τέλος το έσχατο ερώτημα, τι μου προσφέρεις;
Παντού υπάρχει το ποσοτικό, πουθενά το ποιοτικό μιας και οι έντονες ποσοτικές αλλαγές είναι ικανές να επιφέρουν ποιοτικές διαφοροποιήσεις.
Το άτομο μπορεί να εφοδιασθεί όλες τις δυνατές συσκευές για να τραφεί, να πληροφορηθεί, να διασκεδάσει και να κινηθεί μόνο του, αποκτώντας τη δυνατότητα αποκοπής όλο και περισσότερο από τους ουσιακούς δεσμούς με τους γύρω του (οι διαπροσωπικές σχέσεις θεωρούνται επιμέρους), γεγονός που καθίστανται επαγγελματικά και κοινωνικά αναγκαίο, λόγο της έλλειψης χρόνου (ενδεικτικός ο όρος ανθρωποώρες) και της δημιουργίας ενός πλήρους μικρόκοσμου στην κατοικία του, του χτισίματος ενός μικρού φρουρίου.
Οι απολαύσεις του ατόμου(και όχι ανθρώπου) είναι υλιστικά ηδονιστικές, στιγμιαίες, ανταλλάξιμες, εξαγοράσιμες και όχι ηδονογόνες, ολιστικά ανθρώπινες, ας μην παρασυρθούμε στην ταύτιση μιας επιφανειακής και χυδαίας εμπορευματοποιημένης απλοϊκότητας με μια εσώτερη διονυσιακή, βιωματική κατάφαση ζωής, αποδοχής ενστίκτων και πνευματικότητας.

Η ιδέα της αριστουργηματικής ροκ όπερας ''The Wall'' από τους Pink Floyd και η μεταφορά της σε κινηματογραφικό αισθητικό έπος από τον Alan Parker αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο κάποια από τα παραπάνω και όχι μόνο.
Υπάρχει η συνείδηση, υπάρχει και η επιφανειακή αντιδραστικότητα.
Υπάρχει το ''The Wall'', υπάρχει και το punk.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

'68

«Σε τελική ανάλυση, τι ήθελαν εκείνοι που έστησαν τα οδοφράγματα τον Μάη του ΄68; Τίποτα, ή τουλάχιστον τίποτα συγκεκριμένο που η εξουσία θα μπορούσε να τους παραχωρήσει». Ζαν-Πωλ Σαρτρ, 1975

Υπήρξαν δύο απολύτως παράλογα συνθήματα στον Μάη. Το ένα ήταν: «CRS, SS!». Έκανε ρίμα, αλλά το να παρομοιάζεις την αστυνομία με τους ναζί είναι απαράδεκτο. Το άλλο ήταν: «Οι εκλογές είναι μια παγίδα για τους ηλίθιους». Δεν είχε γίνει κατανοητό τότε ότι οι κοινοβουλευτικοί δημοκρατικοί θεσμοί προστατεύουν και από την ανθρώπινη τρέλα. Επικρατούσε η άποψη ότι χάρις στην εξέγερση (γιατί ο Μάης ήταν εξέγερση, όχι επανάσταση), στη χειραφέτηση, στα εργατικά συμβούλια, ο άνθρωπος θα γινόταν καλύτερος. Η γενιά του ΄68 είπε πολλές βλακείες και για τη σεξουαλικότητα. Έχει, όμως, ελαφρυντικά. Ήταν μια εποχή που μια παντρεμένη γυναίκα, αν ήθελε να ανοίξει λογαριασμό στην τράπεζα, χρειαζόταν γραπτή εξουσιοδότηση από τον άνδρα της. Που τα κορίτσια απαγορευόταν να φορούν παντελόνι στο σχολείο και που οι νέοι στις πανεπιστημιουπόλεις δεν μπορούσαν να βγαίνουν μετά τις εννιά το βράδυ. Απίστευτα πράγματα! Η αυτονομία του ατόμου, το δικαίωμά του να αποφασίζει μόνο του για τη ζωή του, βρέθηκε έτσι στο επίκεντρο των διεκδικήσεων των νέων. Και στη συνέχεια διαχύθηκε στην κοινωνία. Με μια εξαίρεση: την Εκκλησία.

Σαράντα και πλέον χρόνια μετά την εξέγερση, ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ κάνει την αυτοκριτική του. Είχε αποφασίσει να μη μιλήσει, οι επέτειοι αυτού του είδους δεν του λένε τίποτα. Άλλαξε γνώμη, όμως, εξαιτίας του Σαρκοζί και της δήλωσής του ότι θα «καταργήσει» την κληρονομιά του ΄68. Η επικαιρότητα του ΄68 είναι απλή, λέει στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ : τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά έχει ανάγκη από μύθους. Για την Αριστερά, το ΄68 ήταν η πιο μεγάλη γενική απεργία, μια κοινωνία σε κίνηση, μια πρωτοφανής ελευθερία λόγου και σκέψης που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι. Για τη Δεξιά, ήταν ένας μεγάλος φόβος, ο φόβος ότι θα χάσει την εξουσία. Κι ύστερα ήρθε εκείνο το γαλάζιο κύμα χάρις στο οποίο ο ντε Γκωλ κατήγαγε συντριπτική νίκη στις βουλευτικές εκλογές, εκείνο το κύμα στα Champs-Εlysees που φώναζε «Ο Κον-Μπεντίτ στο Νταχάου!». Όλα αυτά τελείωσαν, όμως. Η σημερινή κοινωνία δεν έχει καμιά σχέση μ΄ εκείνη της δεκαετίας του ΄60, όπως θέλουν να μας πείσουν μερικοί συντηρητικοί. Όταν λέγαμε τότε «αντιαυταρχισμός», αναφερόμασταν σε μια τελείως διαφορετική κοινωνία. Η επικαιρότητα του ΄68 προέρχεται λοιπόν από την ανάγκη να αναρωτηθούμε γιατί η Δεξιά θέλει να γυρίσει πίσω. Από ιδεολογική άποψη, δεν έχει τίποτα να πει. Θέλει μονάχα να ανακατέψει την ιστορία για να έχει με κάτι να ασχοληθεί.

Και το δίδαγμα της εξέγερσης; «Ότι η διαλεκτική ανάμεσα στα κοινωνικά και πολιτιστικά κινήματα και την πολιτική δημοκρατία είναι αναμφισβήτητη. Δεν μπορείς να αγωνίζεσαι για μια ελεύθερη κοινωνία στο όνομα της κινεζικής πολιτιστικής επανάστασης ή του κουβανικού ολοκληρωτισμού!».