Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Σκέψη

Δεν έχουμε το θάρρος ούτε την ικανότητα να δεχτούμε ότι το νόημα της ατομικής και συλλογικής ζωής μας δεν μπορεί πια να δίνεται από τη θρησκεία ή από μια ιδεολογία, δεν μπορεί να μας προσφέρεται σαν δώρο, και ότι πρέπει, κατά συνέπεια, να το δημιουργήσουμε μόνοι μας.
…κρατάμε χιλιάδων χρόνων πίκρα. Γιατί μας έμαθαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι το ιδεατόν του Πλάτωνα, το καλό του Χριστιανισμού, ο καλός αστός και μετά ο καλός προλετάριος, σήμερα ο καλός παραγωγός… Η ανθρωπότητα έχει υποστεί χιλιάδων χρόνων κηρύγματα που την περιορίζουν ολοένα και πιο πολύ.
Αυτό που διαφεύγει από την εξουσία των ανθρώπων είναι πολύ πιο δυνατό απ'αυτό που μπορούν να εξουσιάσουν.
...υπάρχει ένα γεγονός που θα πρέπει μια μέρα να το χωνέψουμε: είμαστε θνητοί. Όχι μόνον εμείς, όχι μόνον οι πολιτισμοί, αλλά η ανθρωπότητα ως τέτοια και όλες οι δημιουργίες της, όλη η μνήμη της, είναι θνητές. Η διάρκεια ζωής ενός ζωικού είδους είναι κατά μέσο όρο δύο εκατομμύρια χρόνια. Ακόμη κι αν, μυστηριωδώς, εμείς ξεπερνούσαμε απείρως το όριο αυτό, τη μέρα όπου ο ήλιος θα φτάσει στην τελική του φάση και θα γίνει ένας ερυθρός γίγαντας, τα όρια του θα βρίσκονται κάπου ανάμεσα στη Γη και τον Άρη. Ο Παρθενώνας, η Παναγία των Παρισίων, οι πίνακες του Rembrandt ή του Picasso, τα βιβλία όπου έχουν καταχωρηθεί το Συμπόσιο ή οι Ελεγείες του Ντουίνο θα γίνουν πρωτόνια που θα παρέχουν ενέργεια σε αυτό το αστέρι.
Απέναντι σ' αυτό το γεγονός, δύο απαντήσεις είναι δυνατές. Η πρώτη βρίσκεται στον Pascal, βρίσκεται στον Kierkegaard: δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, δεν μπορώ ή δεν θέλω να το δω: κάπου πρέπει να υπάρχει ένα νόημα που είμαι ανίκανος να το διατυπώσω, αλλά πιστεύω σ' αυτό. Το «περιεχόμενο» μπορεί να είναι διαφορετικό - να το παρέχει η Παλαιά Διαθήκη, τα Ευαγγέλια, το Κοράνι, οι Βέδες, δεν έχει και πολλή σημασία.
Η άλλη στάση είναι να αρνείσαι να κλείνεις τα μάτια, και συγχρόνως να καταλαβαίνεις ότι, αν θέλεις να ζεις, δεν μπορείς να ζεις δίχως νόημα, δίχως σημασία.
Αυτό φυσικά είναι δύσκολο. Υπήρξε όμως ως ένα ορισμένο βαθμό.
Στους Έλληνες έως τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., που δεν πίστευαν στην αθανασία, εν πάση περιπτώση σε μια «θετική» αθανασία (η μετά θάνατον ζωή ήταν απείρως χειρότερη από την επί γης ζωή, όπως διδάσκει η σκιά του Αχιλλέα στον Οδυσσέα στην Οδύσσεια). Για τους σύγχρονους το πράγμα είναι πιο περίπλοκο. Διότι παρέμεναν σ' αυτούς, πάντα, περισσότερο ή λιγότερο κρυμμένα, τα υπολείμματα της πίστης σε μια υπερβατικότητα θρησκευτικού τύπου. Αυτό δεν τους εμπόδισε να πάνε μακρύτερα. Αλλά αυτό έγινε και συναρτήσει μιας άλλης μετάθεσης: έθεσαν έναν γήινο παράδεισο στο «τέλος της ιστορίας» (μαρξισμός) ή τον έθεσαν ως ασύμπτωτη κατεύθυνση της ιστορίας (φιλελευθερισμός).
Η πικρή πείρα μας έμαθε σήμερα ότι επρόκειτο για δύο μορφές της ίδιας αυταπάτης, ότι ακριβώς δεν υπάρχει «εμμενές νόημα» στην ιστορία και ότι το μόνο που θα υπάρξει θα είναι το νόημα (ή το μη νόημα) που θα είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε εμείς. Κι αυτό το ήξεραν οι άνθρωποι που πέθαιναν στα οδοφράγματα: αυτό που έχει νόημα είναι το γεγονός ότι αγωνίζομαι, όχι το γεγονός ότι μετά δύο αιώνες θα υπάρχει μια τέλεια κοινωνία. Και η τωρινή κατήφεια εκφράζει αναμφίβολα επίσης εν μέρει το πένθος για το θάνατο αυτής της αυταπάτης ενός παραδεισιακού μέλλοντος.
Στον βαθμό όπου κατανοούσα καλύτερα τους μηχανισμούς της ιδεολογικής και ουτοπικής σκέψης, την κλασική αρχαιότητα την έφερνε κοντύτερα μου ένα ακόμα γνώρισμα της: η απουσία εσχατολογίας και ευθύγραμμων αντιλήψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι, οι οποίες ως γνωστόν έχουν ιουδαιοχριστιανική προέλευση και εκκοσμικεύθηκαν τόσο από τον σοσιαλιστικό μαρξισμό όσο και από τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό. Για να αποφευχθεί η υστερία μπροστά στον πλήρη και αμετάκλητο θάνατο, νομιμοποιήθηκε κοσμοθεωρητικά η υστερία της εσχατολογίας.

Καστοριάδης, Αξελός, Κονδύλης

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Τύφλωση

Κάποιο απόγευμα με συννεφιασμένο ουρανό και άπλετο ελεύθερο χρόνο, αντιλήφθηκα  ότι οι αμφιβληστροειδείς μου ήταν ζωντανοί. Ένιωσα κάτι να πάλλεται στο εσωτερικό της κόγχης του αριστερού ματιού μου. Από τότε έγινα παρατηρητικός και διαπίστωσα ότι αυτός ο ανεπαίσθητος σφυγμός υφίσταται και στα δύο μάτια σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ο αμφιβληστροειδής αναπνέει. Για το λόγο αυτό εξαναγκάζει τον ξενιστή του, να συγκρατεί ανοιχτά τα βλέφαρα τις περισσότερες ώρες, ενώ όταν αναπόφευκτα τα κλείνει, ελαττώνει το ρυθμό της αναπνοής του. Ο αμφιβληστροειδής τρέφεται. Η σύσταση της τροφής του περιλαμβάνει κυρίως χρώματα και ανταύγειες φωτός. Για το λόγο αυτό, υποβάλλει αισθήματα δυσφορίας στον ξενιστή του, όταν παραμένει εκτεθειμένος επί μακρόν σε μη θρεπτικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι ασπρόμαυροι τόνοι ή το σκοτάδι. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η ζωτικότερη αλληλεπίδραση του αμφιβληστροειδούς με τον ξενιστή του, εντοπίζεται στην ικανοποίηση της δίψας του πρώτου. Ο αμφιβληστροειδής αντλεί διαρκώς υγρά από τους αδένες του ξενιστή του. Ορισμένες φορές επιβάλλει μάλιστα στον ξενιστή του την παραγωγή επιπλέον ποσότητας υγρών, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες υγιεινής του. Η συνειδητοποίηση ότι το σώμα μου φιλοξενεί δύο τόσο αυταρχικά παράσιτα άρχιζε να με τρομοκρατεί. Με καταδυνάστευαν, ήμουν η μαριονέτα τους. Πήρα την απόφαση ν'απαλλαγώ από αυτά. Γνώριζα ότι μόλις οι αμφιβληστροειδείς υποψιάζονταν τις διαθέσεις μου, θα με εκδικούνταν προκαλώντας μου έντονους πόνους. Γι'αυτό κινήθηκα γρήγορα. Μου κόστισε αρκετά χρήματα, αλλά ο γιατρός δεν επέμεινε στην περιέργειά του. Η τελευταία του ερώτηση ήταν αν επιθυμώ να μου τους διατηρήσει. Απάντησα καταφατικά. Ένα λεπτό πριν τη νάρκωση, κάλεσα ξανά το γιατρό και απαίτησα το δοχείο διατήρησης των αμφιβληστροειδών να είναι απολύτως αδιαφανές...

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Μπέρτολντ Μπρεχτ - Ιστορίες του κ. Κόυνερ

Ρώτησε κάποιος τον κύριο Κ. αν υπάρχει Θεός, και ο κύριος Κ. είπε: “Σου συνιστώ να αναλογιστείς, αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σε κάνει ν’ αλλάξεις συμπεριφορά. Αν δεν πρόκειται ν’ αλλάξεις, τότε το ερώτημα δεν έχει νόημα. Αν πάλι πρόκειται ν’ αλλάξεις, τότε μόνο σε ένα μπορώ να σου φανώ χρήσιμος: να σου πω ότι έχεις ήδη αποφασίσει πως χρειάζεσαι έναν Θεό”.

Για κάποιον υπάλληλο, που ήταν πολύ καιρό στην ίδια υπηρεσία, ο κύριος Κ. άκουσε να διατυπώνουν τον εξής έπαινο: ο υπάλληλος ήταν τόσο καλός, που ήταν αναντικατάστατος. “Τι θα πει αναντικατάστατος;” ρώτησε εκνευρισμένος ο κύριος Κ. “Θα πει ότι η υπηρεσία δε λειτουργεί χωρίς αυτόν” είπαν οι υμνητές του. “Μα πώς  μπορεί να ‘ναι καλός υπάλληλος, αν η υπηρεσία δε λειτουργεί χωρίς αυτόν;” είπε ο κύριος Κ. “Έχει χρόνια σ’ αυτή την υπηρεσία, και θα μπορούσε να την οργανώσει τόσο καλά, ώστε να μην είναι πια αναντικατάστατος. Και τι έκανε τόσον καιρό; Να σας πω εγώ: εκβιασμό έκανε!”

Ο κύριος Κ. δεν είχε ανάγκη να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. “Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε”, έλεγε. Μια μέρα όμως, πέρασε από μια μεγάλη πόλη κατακτημένη από τον εχθρό του τόπου όπου ζούσε. Εκεί, τον σταμάτησε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κύριος Κ. κατέβηκε, και τότε συνειδητοποίησε πως είχε οργιστεί με τον άνθρωπο εκείνο, και μάλιστα όχι μόνο με τον άνθρωπο, αλλά κυρίως με τη χώρα του ανθρώπου, τόσο πολύ, που ευχήθηκε την εξαφάνισή της από προσώπου γης. “Μα πώς έγινα διαμιάς εθνικιστής; ” αναρωτήθηκε ο κύριος Κ. “Φταίει ο εθνικιστής που βρέθηκε μπροστά μου. Να γιατί πρέπει να εκλείψει η ανοησία: γιατί κάνει ανόητο όποιον βρεθεί μπροστά της”.

 (…) Ο κύριος Κ. έδειξε να ξαφνιάζεται πολύ, κι έκανε άλλη μια ερώτηση. ‘Εγώ πάντως δεν καταλαβαίνω” είπε, “γιατί απ’ όλα τα πλάσματα μόνο οι άνθρωποι επηρεάζονται από τους αστερισμούς, και πώς αυτές οι δυνάμεις δεν εκδηλώνονται και στα ζώα. Τι θα συμβεί αν κάποιος είναι Υδροχόος, κι έχει πάνω του ένα ψύλλο που είναι Ταύρος, κι αυτός ο κάποιος πνιγεί στο ποτάμι; Ο ψύλλος είναι πιθανό να πνιγεί μαζί του, κι ας έχει την εύνοια των άστρων. Κι αυτό δε μου αρέσει καθόλου”.

Σκέφτομαι θα πει αλλάζω.

αποσπάσματα από το βιβλίο του Μ. Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόυνερ

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Περί res ( μέρος δεύτερο )

Ο Έλληνας αντιλαμβανόταν τον εαυτό του όχι σαν τον κύριο, αλλά σαν το θεωρό της οικουμένης απ' όπου εμπνεόταν την ομιλία, την ποίηση και την πράξη του και σαν τέτοιος πέθανε.
Ο λαός που έφερε αυτήν την παράδοση και που αυτή η παράδοση τον έφερε, κατακτήθηκε. Μολοντούτο, η ελληνική παράδοση ζωογονεί τη Ρώμη και την Αυτοκρατορία της. Η Ρώμη δεν διαθέτει ειδικό θεμέλιο, δεν πειραματίζεται με την υπέρβαση.
Η πληρότητα και οι επιτεύξεις της είναι πραγματιστικές και το κενό της είναι εξίσου πραγματικό. Οι ρωμαϊκοί οφθαλμοί και οι ρωμαϊκές πρακτικές θεωρούν το είναι υπό την οπτική γωνία του res και τον άνθρωπο υπό την οπτική γωνία ενός πολίτη μιας res publica -ενός ισχυρού ρεπουμπλικανικού και καισαρικού Κράτους, κατακτητικού και οργανωτικού, ρασιοναλιστικού και αποικιοκρατικού. Στο εσωτερικό αυτού του κράτους των πραγμάτων και αυτού του Κράτους,μόνον η στωική φιλοσοφία παρείχε στις δυστυχισμένες συνειδήσεις ένα ταπεινό σύστημα στηρίξεως.
Οι ρωμαϊκοί ratio και mundus κατήγαγαν μια δεύτερη νίκη επί του ελληνικού κόσμου και λόγου όταν εκλατίνισαν τις κυρίαρχες λέξεις του είναι και της σκέψης αποκόβοντας μας έτσι από τη ρίζα μας, για να τις διαδώσουν στον κόσμο.
Η ρωμαϊκή συνισταμένη της ελληνο-ρωμαϊκής παράδοσης υπερίσχυσε μέσα σε μια παράδοση της οποίας οι μεταγλωττίσεις είναι προδοσίες της ελληνικής γλώσσας και κραταιές κατακτητικές και δονητικές καινοτομίες.
Γιατί οι γιοί της λύκαινας οδηγήθηκαν στο χαμό τους από τις ίδιες τους τις νίκες.
Κώστας Αξελός

Μα πόση Ρώμη ακόμα;...

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Περί res ( μέρος πρώτο )

Εξαιρετικά μεταφυσικό πλάσμα ο άνθρωπος...Είναι εντυπωσιακό πως μπορεί να πείσει τον εαυτό του πως ειναι, όχι κάτι που δε θα έπρεπε να είναι, αλλά που δεν είναι...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Σκέψεις για τη λογοτεχνία


Το ότι ξέρει κανείς να διαβάζει δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι σε θέση να διαβάσει οποιοδήποτε λογοτεχνικό βιβλίο. Όπως, δηλαδή, το ότι ξέρουμε να τρέχουμε δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάνουμε για δρομείς μεγάλων ή μικρών αποστάσεων.

Στη λογοτεχνία μυείται σταδιακά κανείς – διαβάζοντας (και όχι μόνο λογοτεχνία) – όπως σε όλα τα μεγάλα πράγματα από καταβολής κόσμου. Προχωράει με αργά βήματα όπως και στη ζωή του.
Η μύηση είναι μια διαδικασία οικειοποίησης του χρόνου. Μια διαδικασία ωρίμανσης – αποδοχής της θνητότητάς και των ορίων μας. Αποδοχή ενός άφατου ή ανεξιχνίαστου κομματιού της ύπαρξης, που ονομάζουμε μυστήριο.

Γι’ αυτό και βιβλία τα οποία έχουμε ξεκινήσει κάποια στιγμή και δεν μας είπαν τίποτα, δεν σημαίνει ότι δεν είχαν τίποτε να μας πουν, αλλά ότι δεν ήμασταν ακόμα σε θέση να καταλάβουμε τη (βαθύτερη) γλώσσα τους. Γιατί το λογοτεχνικό κείμενο είναι εκείνο που μιλάει ανάμεσα, πίσω και κάτω από τις γραμμές. Με τον καιρό όμως έρχεται η στιγμή που είτε μας αποκαλύπτουν έναν ολόκληρο κόσμο – μας φωτίζουν τον κόσμο – είτε συνειδητοποιούμε δεν έχουν κάτι να μας πουν. Κι αυτό είτε γιατί δεν ήταν ποτέ σε θέση να το κάνουν, είτε διότι τα έχουμε ξεπεράσει κι έχουμε πάει πιο μακριά.

Υπάρχουν βιβλία που όσο περνάει ο καιρός έχουν ολοένα και περισσότερα να μας αποκαλύψουν, κι άλλα, που αντίθετα συλλαβίζουν όλο και λιγότερα.

Η ρήση που ίσως ίσχυε κάποτε, σύμφωνα με την οποία το διάβασμα κάνει εν γένει καλό, δεν ισχύει πλέον.
Μετατρέποντας το βιβλίο σταδιακά σε αμιγές εμπόρευμα τροποποιήσαμε το αξιακό μας σύστημα και τον τρόπο ιεράρχησης τους. Από εκεί που δίναμε έμφαση στην εγνωσμένη λογοτεχνική του αξία, τώρα το αποτιμούμε κυρίως οικονομικά. Από εκεί που το αποτιμούσαμε με βάση μια αρμαθιά λογοτεχνικούς κανόνες, τώρα το αποτιμάμε μονάχα με αριθμούς.
Νοθεύοντας τη λογοτεχνία με μη λογοτεχνικά «μυθιστορήματα», «νουβέλες» και «ποιήματα» φτιάξαμε βιβλία «μπόμπες» που κάνουν κακό στην υγεία. Τα πρώην αυτά βιβλία περιπτέρου (Βιπερ), τα ζαχαρωμένα και δακρύβρεχτα ρομάντζα ή τα κινηματογραφικά σενάρια με περίβλημα μυθιστορήματος που γράφονται σε ένα τρίμηνο στο πόδι, λειτουργούν με απολύτως αντίθετο από τα λογοτεχνικά έργα, τρόπο.

Τα διογκωμένα – σαν καρκινικοί όγκοι – στόρι, τα επίδοξα τηλεοπτικά σενάρια χάρη στα οποία πλούτισαν και γιγαντώθηκαν ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι (γιγαντώνοντας όπως οι κακοήθεις δυσπλασίες και το αναγνωστικό κοινό), τα ροζ μυθιστορήματα, τύπου «Νόρα» που υπερβαίνουν τα 150.000 αντίτυπα λειτουργούν συναγωνιζόμενα τα τηλεοπτικά σήριαλ ή τα κινηματογραφικά μπλοκμπαστερ. Διαβάζει κανείς ένα τέτοιο τούβλο όταν δεν έχει τι να δει στην τηλεόραση. Αντί να δω τηλεόραση ξαναβρίσκω την τηλεόραση στο βιβλίο μου. Τηλεόραση και τούβλο λειτουργούν σαν παραισθησιογόνα. Σε ταξιδεύουν μακριά από την πραγματικότητα, σε ένα συναρπαστικό ανύπαρκτο σύμπαν. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι είναι και τα δύο εξόχως εθιστικά.

Οι ακαλλιέργητες ή κάποτε σπουδαγμένες αναγνώστριες αυτού του τύπου της «λογοτεχνίας», όπως και οι ελάχιστοι αναγνώστες των βιβλίων – σεναρίων (οι άνδρες βλέπουν συνήθως μόνο TV) δεν θα διαβάσουν άλλο είδος βιβλίου. Περιστασιακά μπορεί να πέσει κάτι άλλο στα χέρια τους – στην περίπτωση που πρόκειται π.χ. για πρώην ή νυν φιλολόγους ή εκπαιδευτικούς – το οποίο και πάλι λόγω εθισμού ουσιαστικά το διαβάζουν με τον τρόπο που διαβάζουν τα βίπερ. Για να ξαναβρούν σε αυτά ό,τι ήδη ξέρουν. Το ρομάντζο ή κάποιες παραδεδομένες ιδέες. Εξ ου και το αναγνωστικό κοινό των 100 και πλέον χιλιάδων είναι πλασματικό, παρά φύση, σαν καρκινικό οίδημα.

Η μεγάλη λογοτεχνία, εκείνη που δικαιώνει το όνομά της, τα σπουδαία φιλοσοφικά, πολιτικά δοκίμια και οι συναρπαστικές μελέτες είναι βιβλία τα οποία όταν τα κλείνεις συνειδητοποιείς ότι σε έχουν αλλάξει. Ήσουν άλλος πριν τα διαβάσεις και άλλος μετά. Βιβλία που ζυμώνονται μέσα μας, όπως το κρασί.
Διαβάζοντας ένα μεγάλο μυθιστόρημα ή ένα σπουδαίο δοκίμιο πλουταίνεις. Ολόκληρη η ύπαρξή σου αντλεί από αυτό – το μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού ασυνείδητα – και ανοίγεται στη ζωή σαν λουλούδι στον ήλιο. Τα μεγάλα έργα τέχνης επιβάλλουν τον ρυθμό τους. Κι ο ρυθμός αυτός δεν είναι άλλος από τον ρυθμό της ίδιας της ζωής. Τον ρυθμό της αναπνοής μας.
Το δόσιμο στη λογοτεχνία είναι μια πράξη μόνωσης που σε συνδέει με τον κόσμο και τους ανθρώπους. Το δόσιμο στη μη λογοτεχνία συνιστά ρήξη με τον κόσμο. Η λογοτεχνία είναι καρπός από το δέντρο της γνώσης, η μη λογοτεχνία λωτός από τη χώρα των Λωτοφάγων. Γι’ αυτό και η μόνωση της λογοτεχνίας είναι μια παραφθαρμένη μορφή ασκητισμού, ενώ η απομόνωση της παρά ή μη λογοτεχνίας είναι απραγία, αφασία, οιονεί νέκρωση του ανθρώπου. Η μόνωση της λογοτεχνίας είναι μια παραφθαρμένη μορφή καλογερικής άσκησης που σε ενώνει ή σου φωτίζει τον κόσμο. Ενώ η απομόνωση της μη λογοτεχνίας είναι μια ειδική περίπτωση αυτισμού.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Νάρκωση


…δημοκρατία σήμερα πραγματικά δεν υπάρχει πουθενά. Υπάρχουν το πολύ φιλελεύθερες ολιγαρχίες σε ορισμένες χώρες σχετικά προνομιούχες. Πρέπει να είμαστε τώρα πάνω από πέντε δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη. Είναι ζήτημα αν υπάρχουν 500 ή 600 το πολύ 700 εκατομμύρια ανθρώπων, που ζουν σε χώρες, όπου η πείνα δεν είναι καθημερινό πρόβλημα, όπου η καταδίωξη, η φυλάκιση, η ανελευθερία δεν είναι η καθημερινή πραγματικότητα.

Αλλά και σε αυτές τις οικονομικά αναπτυγμένες και πολιτικά -ας πούμε- φιλελεύθερες χώρες η κατάσταση, ενώ φαίνεται περίπου βιώσιμη, είναι στην πραγματικότητα απελπιστική. Είναι απελπιστική, γιατί ο καθένας δυστυχώς δεν κοιτάει πιό μακριά από την μύτη του. Τα προβλήματα, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα είναι τεράστια. Είναι πρώτα – πρώτα το πρόβλημα που ανέφερα προηγουμένως, ότι τα 6/7 εάν όχι τα 7/8 του κόσμου ζούνε σε ένα καθεστώς φτώχειας και τεραστίας καταπίεσης. Είναι έπειτα το πρόβλημα το οικολογικό, για το οποίο ο καθένας αδιαφορεί ή ενδιαφέρεται για μικρές του απόψεις, τη στιγμή που ζούμε πάνω σε μια μπαρουταποθήκη, ή αν προτιμάτε μιά άλλη παρομοίωση, πριονίζουμε συστηματικά, καθημερινά το κλαδί, επάνω στο οποίο είμαστε καθισμένοι.

Σ’ αυτές τις προηγμένες και σχετικά φιλελεύθερες χώρες τί γίνεται στην πραγματικότητα; Μιλάνε για δημοκρατία. Το πραγματικό καθεστώς είναι φυσικά ένα καθεστώς τελείως ολιγαρχικό. Φυσικά υπάρχουν οι φιλελεύθερες πλευρές αυτού του ολιγαρχικού καθεστώτος, υπάρχουν ορισμένα δικαιώματα των ανθρώπων και των πολιτών, υπάρχει ένας λεγόμενος ελεύθερος τύπος, αλλά εάν κοιτάξει κανείς ποιοί πραγματικά κυβερνούν, ποιοί πραγματικά έχουν την εξουσία στα χέρια τους, θα αντιληφθεί, ότι ούτε στις χειρότερες εποχές της λεγόμενης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας -που δεν ήταν ποτέ δημοκρατία, αλλά ολιγαρχία- το ποσοστό αυτών, που έχουν δύναμη μέσα στην κοινωνία δεν ήταν τόσο λίγο, όσο είναι σήμερα.

Και για να μιλήσω για παράδειγμα για την κατάσταση τη Γαλλική, που την ξέρω κάπως καλύτερα, ο ενήλικος και ψηφοφόρος πληθυσμός στη Γαλλία είναι περί τα 35-37 εκατομμύρια. Εάν κανείς αθροίσει τη λεγόμενη πολιτική τάξη, τους κυρίαρχους της οικονομιας, αυτούς, που παίζουν πραγματικό ρόλο στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, ιδίως με τα μαζικά μέσα πληροφόρησης και κάποιες άλλες κατηγορίες θα φτάσει ενδεχομένως στο σύνολο 3.700 ατόμων, επάνω σε 37 εκατομμύρια. Αυτό μας δίνει μιά αναλογία ενός στις δέκα χιλιάδες.

Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι ασκούν κριτική στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, διότι ένας ελεύθερος πληθυσμός εκατό χιλιάδων ανθρώπων είχε ίσως στη χειρότερη περίπτωση εκατό χιλιάδες δούλους. Δεν το λέω αυτό, για να δικαιολογήσω την ύπαρξη της δουλείας. Το λέω απλώς, για να δείξω ποιά είναι η πραγματική κατάσταση σήμερα και φαντάζομαι, ότι άν κάνετε κάποιο λογαριασμό αντίστοιχο στην Ελλάδα θα βρείτε το πολύ χίλιους ανθρώπους ή οχτακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι πραγματικά παίζουν ένα ρόλο σε όλων των είδων τις εξουσίες που υπάρχουν.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση παρατηρούμε ένα άλλο εξ ίσου κρίσιμο φαινόμενο. Παρατηρούμε, ότι στους λαούς αυτών των χωρών (λαών, που έπαιξαν ένα μεγάλο ρόλο στην ιστορία - δεν μιλάω τώρα για τις μάχες και τις κατακτήσεις, μιλάω για τον πολιτισμό, ιδίως για την πολιτική δημιουργία) μετά από το μεγάλο σκοτάδι, που επικράτησε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως την αρχή των μοντέρνων χρόνων, στη Δυτική Ευρώπη ξαναδημιουργήθηκε ένα ελευθερωτικό κίνημα. Στην αρχή με την πρώτη αστική τάξη, που δημιουργούσε πόλεις, που προσπαθούσαν να αυτοκυβερνηθούν μέσα από αγώνες, στους οποίους και η αστική τάξη έπαιξε φυσικά ρόλο και η μικροαστική και αργότερα τεράστιο ρόλο η εργατική τάξη και ως κατάλοιπο αυτών των αγώνων έμειναν αυτά, που χαρακτηρίζονται σήμερα ως δημοκρατικοί ή φιλελεύθεροι θεσμοί.

Σ’ αυτές τις χώρες αυτοί οι θεσμοί δεν ήταν ποτέ δώρο των κυρίαρχων, ούτε δώρο των καπιταλιστών, ούτε αναγκαία αποτελέσματα του οικονομικού συστήματος. Αυτοί οι θεσμοί κατακτήθηκαν με σειρά αγώνων και στοίχισαν βουνά ολόκληρα πτωμάτων και ποταμούς αιμάτων• πτωμάτων και αιμάτων, που εξέφραζαν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τους αγώνες των λαών.

Πού βρίσκονται αυτοί οι λαοί σήμερα και πού βρίσκεται άλλωστε και ο Ελληνικός λαός; Νομίζω, ότι ο εμφανέστερος χαρακτηρισμός, που θα μπορούσε να δώσει κανείς είναι, ότι βρίσκονται σε μιά κατάσταση πολιτικής απάθειας, ιδιωτικοποίησης, ανευθυνότητας, κυνισμού, αδιαφορίας για τα κοινά και τα πολιτικά και γενικότερα μιάς στάσης απέναντι στη ζωή τους την ιδιωτική και την κοινή, που είναι περίπου μια στάση αποχαύνωσης μέσα στον καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό. [χαιρετίζω τους υπερπολιτισμένους δυτικόλάγνους εθελοδουλόφρονες]

Το λέω αυτό, για να πω, ότι η σημερινή κατάσταση δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα των συνομωσιών, των μανουβρών, των χειρισμών των κυριάρχων στρωμάτων (εάν τα κυρίαρχα στρώματα μπορούν να κάνουν ατιμωτητί αυτά, τα οποία κάνουν, ξέρετε πάνω στο πετσί σας), αλλά διότι οι λαοί μένουν απαθείς ή το πολύ σηκώνουν τους ώμους τους λέγοντας «τους ξέρουμε, είναι όλοι οι ίδιοι παλιανθρωποι».

Δημοκρατία δεν σημαίνει π.χ. τα ανθρώπινα δικαιώματα, ή την έλλειψη λογοκρισίας, ή εκλογές. Όλα αυτά είναι καλά και άγια, αλλά είναι δευτέρου και τρίτου βαθμού επακόλουθα της δημοκρατίας. Δημοκρατία είναι το κράτος του δήμου, δήμος είναι ο λαός. Κράτος στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει βέβαια τη δύναμη και ενδεχομένως τη βία ή την ωμή βία και είναι χαρακτηριστικό, όταν στα νέα Ελληνικά δημιουργήθηκε πραγματικά ένα κράτος, πήραμε από τα αρχαία Ελληνικά τη λέξη κράτος, που σημαίνει δύναμη ή βία. Θα μπορούσαμε να πάρουμε τη λέξη πολιτεία, δεν είναι έτσι;

Εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω ένα σημείο, που είναι αρκετά παλιό στην πολιτική φιλοσοφία, αλλά πολλοί άνθρωποι το ξεχνάνε και ιδίως στην Ελλάδα. Κατηγορούμε συνεχώς τους κυρίαρχους, ότι κυριαρχούν. Αυτό είναι μία ανοησία, είναι σαν να κατηγορούσαμε τους κλέφτες, ότι κλέβουν, ή τους ξανθούς, διότι είναι ξανθοί. Η δουλεία των κυριάρχων είναι να κυριαρχούν. Εάν πρέπει να κατηγορήσουμε τους κυρίαρχους, το πολύ πρέπει να τους εκτοπίσουμε από την θέση τους. Πρέπει να κατηγορήσουμε τους κυριαρχημένους, που αφήνουν τον εαυτό τους να κυριαρχείται, δεν είναι έτσι; Δεν μπορούμε να λέμε ταυτοχρόνως, ότι ο λαός είναι παντοδύναμος και ότι ο οποιοσδήποτε δημαγωγός τον τραβάει και τον σέρνει από την μύτη. Πρέπει να πούμε, ότι υπάρχει μία ευθύνη του λαού σε αυτά, τα οποία γίνονται σήμερα, αλλά αυτό δεν φτάνει, διότι εδώ δεν κάνουμε ηθικολογία, το λέμε νια να υπενθυμίσουμε στους πολίτες [δεν υπάρχουν πολίτες Κορνήλιε...], ότι αυτά τα οποία συμβαίνουν, συμβαίνουν με τη συμμετοχή τους και με την συνενοχή τους έστω και αν αυτή η συνενοχή δεν είναι ποινική, είναι όμως, πραγματική συνενοχή.

Γιατί υπάρχει αυτή η συμμετοχή, που παίρνει τη μορφή της απάθειας, της αδιαφορίας, του κυνισμού; Απ’ τη μιά μεριά είναι φυσικά όλο αυτό το ιστορικό ρεύμα της σύγχρονης κοινωνίας, που οδηγεί τους ανθρώπους σ’ αυτή την αποχαύνωση, σε αυτόν τον ατομικισμό, σ’ αυτόν τον καταναλωτικό και τηλεοπτικό αυνανισμό. Απ’ την άλλη μεριά υπάρχει και κάτι, που δέχεται συζήτηση και ανασκευή, το γεγονός, ότι διείσδυσε μέσα στον πληθυσμό και μέσα στην εργατική τάξη και σε αυτό είναι υπεύθυνος ο Μαρξισμός, η καπιταλιστική φαντασιακή σημασία, η μύθωση -αν θέλετε- της γνώσης, της επιστήμης, των ειδικών, αυτών που ξέρουν αυτό που στηρίζει αυτή την κεντρική δομή της σύγχρονης κοινωνίας και την τελείως ασυμβίβαστη με κάθε δημοκρατική θέσμιση, δηλαδή την ιεραρχία. Γιατί ο τάδε είναι στην κορφή και οι άλλοι είναι κάτω; Διότι είναι σπουδασμένος, διότι είναι επαΐων, διότι ξέρει καλύτερα, διότι είναι ειδικός, κ.λπ..

Η αντιπροσώπευση είναι πολιτική αυτοαποξένωση του πολιτικού σώματος. Είναι «πάρε αγά μου το σχοινί να με κρεμάσεις». Η μόνη δυνατή μορφή δημοκρατίας είναι η Άμεση Δημοκρατία, όπου οι άνθρωποι αποφασίζουν μόνοι τους και όχι μέσω αμετακλήτων εκπροσώπων. Τώρα φυσικά από πολύ καιρό υπάρχει το επιχείρημα και η συζήτηση, την οποία θα ήταν ανέντιμο να αφήσουμε κατά μέρος. Αμεση Δημοκρατία υπήρξε, το ξέρουμε. Υπήρξε στην Αθήνα και σε μερικές άλλες Ελληνικές πόλεις, όχι σε όλες. Δεν υπήρξε ποτέ στη Ρώμη. Αν ποτέ ακούσετε κανένα καθηγητή Πανεπιστημίου να σας μιλάει για Ρωμαϊκή Δημοκρατία, βγείτε, αγοράστε τομάτες και ρίξτε του. Η Ρώμη ήταν ολιγαρχία από την αρχή μέχρι το τέλος [και ο πολιτισμός μας είναι συνέχεια της Ρωμαιοχριστιανίας και όχι του πολυδιαφημισμένου Αρχαίου Ελληνικού Κόσμου]. Αν ακούσετε κανέναν μαρξιστή να σας πει, ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία στηριζόταν στη σκλαβιά, αγοράστε πορτοκάλια σάπια και ρίξτε του, διότι σκλαβιά υπήρχε παντού στον Αρχαίο Κόσμο, αλλά δεν υπήρχε δημοκρατία και πείτε του, ότι δεν ξέρει τον Μαρξισμό αυτός ο δήθεν μαρξιστής, γιατί ο ίδιος ο Μαρξ γράφει πολύ σωστά, ότι η πραγματική κοινωνικοοικονομική βάση της Αρχαίας Δημοκρατίας ήταν η ελεύθερη ανεξάρτητη μικροπαραγωγή.

Η βάση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας δεν ήταν η σκλαβιά. Οι πλούσιοι είχανε σκλάβους, οι περισσότεροι από τους άλλους δεν είχανε. Η βάση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ήτανε, ότι ο χωριάτης, που έκανε με τα πόδια 25 χιλιόμετρα για να κατέβει στην αγορά του δήμου και να συζητήσει και να αποφασίσει, ο τεχνίτης ο Αθηναίος φυσικά το ίδιο, ο ναύτης ο Αθηναίος, ο Πειραιώτης το ίδιο.
 Κορνήλιος Καστοριάδης σε διάλεξη του στο πανεπιστήμιο του Βόλου το 1990

Monty Python

Το νόημα της ζωής...

Επινοήσεις

«Ο Ιησούς είναι ένας πολύ σπουδαίος εβραίος. Μεταξύ των χριστιανών, ποιος δέχεται αυτό το γεγονός; Μεταξύ των εβραίων, ποιος το θυμάται;».

Πιστός ερμηνευτής του Μαϊμονίδη, ο Ζακ Ατταλί πιστεύει ότι ο ρόλος των Ιουδαίων είναι να θέσουν το φιλοσοφικό έργο της μεγάλης αυτής προσωπικότητας στη διάθεση των υπολοίπων ανθρώπων. Με αυτόν το σκοπό στο μυαλό του, και αποφασισμένος να απαντήσει στις θεμελιώδεις ερωτήσεις που μπορεί να θέσει ο καθένας γύρω από τη θρησκεία που αποτελεί τη βάση όλων των μονοθεϊσμών, έγραψε το Ερωτικό Λεξικό του Ιουδαϊσμού. Για τον Γάλλο καθηγητή, ο ιουδαϊσμός προσδιορίζεται από δύο ιδεώδη, που μερικές φορές συγκρούονται: ένα Βιβλίο και μια Γη. Και χαρακτηρίζεται από την ιδέα του αλτρουισμού και της προόδου, αφού προσέφερε στην ανθρώπινη μοίρα την έννοια του μη κυκλικού χρόνου: δεν βρισκόμαστε εδώ για να υποστούμε τον κόσμο, για να τον αναπαράγουμε ως έχει, αλλά για να τον μεταμορφώσουμε, για να τον ξαναδημιουργήσουμε.

Ο Ισραηλινός καθηγητής Σλόμο Σαντ, που διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και έχει γράψει το βιβλίο Πώς εφευρέθηκε ο εβραϊκός λαός, διαφωνεί και με τις δύο αυτές παρατηρήσεις. Η Βίβλος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως θεμέλιο της ύπαρξης του Ισραήλ, λέει στο περιοδικό Λ΄ Εξπρές που οργάνωσε μια συζήτηση μεταξύ των δύο ανδρών. Αυτό είναι μια επινόηση των σιωνιστών. Στην εβραϊκή λαϊκή παράδοση, η Βίβλος έχει μικρότερη σημασία από τον σχολιασμό της, τη Μισνά και το Ταλμούδ. Ούτε ο ιουδαϊσμός αποτελεί παράγοντα προόδου. Η διάσταση του κυκλικού χρόνου υπάρχει και στις άλλες θρησκείες. Όσο για την εξορία του εβραϊκού λαού από τη Ρώμη κατά το 70 μ.Χ., μύθος είναι κι αυτή, κατασκεύασμα του μάρτυρα Ιουστίνου έναν αιώνα αργότερα. Οι έρευνες δείχνουν ότι η εβραϊκή διασπορά της αρχαιότητας ήταν αποτέλεσμα μάλλον προσηλυτισμού των κατοίκων της Μεσογείου στον ιουδαϊσμό παρά διάχυσης του εβραϊκού λαού. Κι όμως, ο μύθος αυτός είναι γραμμένος στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ και στηρίζει τη διεκδίκηση του εδάφους της Παλαιστίνης ως ιστορικού λίκνου των Εβραίων. Η μυθολογία δεν είναι κακό πράγμα- αρκεί να μη στρέφεται εναντίον των άλλων και να μη χρησιμοποιείται για να γίνεται διάκριση μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων στο ζήτημα των δικαιωμάτων.

Το Ισραήλ κρατά τη φλόγα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, λέει ο Ατταλί. «Δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι΄ αυτό», απαντά ο Σαντ. «Με την καταστολή που ασκούμε εδώ και 42 χρόνια στα κατεχόμενα εδάφη, με την άρνησή μας να προτείνουμε οποιοδήποτε αξιόπιστο πολιτικό πρόγραμμα στους Παλαιστίνιους, έχουμε αποδυναμώσει το δημοκρατικό ιδεώδες στη Μέση Ανατολή και έχουμε δυσφημήσει τις κοσμικές δυνάμεις».