Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Η απεικόνιση των βαρβάρων

«Αυτό που μας έμαθε η νεώτερη ιστορία είναι ότι ο πολιτισμός όχι μόνο δεν εμποδίζει τη βαρβαρότητα, αλλά μπορεί και να τη διασπείρει. Τα χειρότερα παραδείγματα είναι οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα». Ροζέ-Πωλ Ντρουά

Αρχικά, η λέξη «βάρβαρος» δεν σήμαινε κατ΄ ανάγκη κάτι κακό ή υποτιμητικό. Βάρβαρος ήταν απλώς ο ξένος, πας μη Έλλην. Οι βάρβαροι- ξένοι μπορούσε να είναι άνθρωποι κακοί και μοχθηροί («ατάσθαλοι», κατά τον Ηρόδοτο), αλλά και άνθρωποι με υψηλό πνευματικό ή επιστημονικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα οι Αιγύπτιοι στον Πλάτωνα. Στην ελληνική σκέψη, η βαρβαρότητα δεν ήταν πάντα συνδεδεμένη με απάνθρωπες πράξεις ή με την αναισθησία απέναντι στον πόνο του άλλου. Όταν ο Όμηρος αναφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «βαρβαρόφωνοι» στην Ιλιάδα (Β 867), το κάνει για να περιγράψει την ακατανόητη γλώσσα που μιλούν οι Κάρες, σύμμαχοι των Τρώων. Η σημερινή εικόνα της βαρβαρότητας πρωτοεμφανίστηκε στη Ρώμη, στην αρχή της Αυτοκρατορίας, όταν ο Κικέρων και άλλοι διανοητές μίλησαν για την humanitas (τη φυσική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων) σε αντίθεση με τη feritas (μια καταστροφική κτηνωδία που μπορεί να ξεπηδήσει τόσο από το εσωτερικό μιας κοινωνίας όσο και από κάθε μεμονωμένο άτομο).

Φιλόσοφος, ερευνητής και δημοσιογράφος, ο Ροζέ-Πωλ Ντρουά αφιέρωσε δέκα χρόνια στη μελέτη της απεικόνισης των βαρβάρων στη Δύση. Προϊόν αυτής της μελέτης είναι το βιβλίο «Γενεαλογία των βαρβάρων». Οι βάρβαροι της αρχαιότητας- λέει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Λε Πουάν - προσδιορίζονταν από τον τόπο της γέννησής τους. Οι σύγχρονοι βάρβαροι προσδιορίζονται από τις πράξεις τους. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έπαιξε η εμφάνιση του χριστιανισμού, όταν η σεμνότητα και η ταπεινότητα κυριάρχησαν επί της σκληρότητας και της βίας. Η αδυναμία έγινε μια νέα μορφή υπεροχής, ενώ η βία εξοστρακίστηκε και ταυτίστηκε με αυτό που αρνούμαστε. Δεδομένου ότι την ίδια εποχή οι Γότθοι, οι Βάνδαλοι και στη συνέχεια οι Ούννοι δεν συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν άγγελοι, ο απάνθρωπος ταυτίστηκε εύκολα με τον βάρβαρο.

Η ανακάλυψη της Αμερικής συνέπεσε με την εμφάνιση της έννοιας του «καλού άγριου», του ανθρώπου που τοποθετείται έξω από τον οργανωμένο πολιτισμό αλλά δεν τον απειλεί. Πριν ακόμη από τον Ρουσώ, ο Μονταίν επέκρινε την έννοια της βαρβαρότητας, λέγοντας πως «ο καθένας χαρακτηρίζει βάρβαρο αυτό που δεν καταλαβαίνει». Αλλά η επέκταση αυτής της ερμηνείας ενέχει έναν σημαντικό κίνδυνο, επισημαίνει ο Ντρουά: να επικρατήσει ένας σχετικισμός όπου θα έχει διαλυθεί η ίδια η έννοια της βαρβαρότητας. Η παλιά εικόνα του βαρβάρου είχε το μειονέκτημα ότι αποτελούσε μια αποτυχημένη απεικόνιση του Άλλου, αλλά τουλάχιστον ο Άλλος υπήρχε! Αν αφαιρεθεί ο Άλλος, βρισκόμαστε εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της απώλειας ταυτότητας, στην εμφάνιση μιας διάχυτης βίας, άρα μιας καινούργιας μορφής βαρβαρότητας. Με άλλα λόγια: ισότητα ναι, τελειότητα όχι!

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Κάτω οι βεβαιότητες!

Πωλ Ώστερ: «Το ερώτημα αν πιστεύω στον Θεό μού δημιουργούσε πάντα σύγχυση. Ιδιαίτερα όταν υπονοεί ότι ανήκω σε κάποια θρησκεία. Απ΄ ό,τι ξέρω, πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Κι ύστερα, τι είναι ο Θεός; Πώς μπορούμε να ορίσουμε τον Θεό; Ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεν δημιουργήσαμε εμείς τον κόσμο. Κι έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ΄ ένα μεγάλο μυστήριο: πώς γεννήθηκαν τα πράγματα; Ίσως αυτό να είναι το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε. Ορισμένοι απαντούν με μια λέξη: ο Θεός. Αλλά εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να πιστέψω σε αυτήν την ιδέα. Από θεολογικής πλευράς, οι άνθρωποι που ανέκαθεν με συγκινούσαν ήταν εκείνοι που αμφέβαλλαν, όπως ο Πασκάλ και ο Κίρκεγκωρ. Αντίθετα, δεν σέβομαι εκείνους που θεωρούν ότι είναι ιδιοκτήτες της αλήθειας. Τεράστιες καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας έγιναν στο όνομα της αλήθειας».

Νέηθαν ΄Ηνγκλαντερ: «Αναρωτιέμαι κατά πόσον η θρησκεία διαθέτει έναν μηχανισμό αυτοδιόρθωσης χάρις στον οποίο καταφέρνει πάντα να τα βγάλει πέρα. Το αγαπημένο μου παράδειγμα, που μου προκαλεί ανησυχία και με φέρνει σε σύγκρουση με πολύ κόσμο, είναι η ιστορία του Γιγκάλ Αμίρ, του δολοφόνου του Ράμπιν. Λένε πως έδρασε έξω από το πλαίσιο της θρησκείας. Η αλήθεια όμως είναι πως ένας ραβίνος- ξέρω πώς μεγάλωσε, θα μπορούσα κι εγώ να είμαι στη θέση του- του είπε πως η δολοφονία του Ράμπιν ήταν μια θρησκευτική πράξη, πως έπρεπε να το κάνει για χάρη του Θεού. Η πράξη αυτή ήταν μέρος της εκπαίδευσής του, ο Αμίρ ήταν προγραμματισμένος να δολοφονήσει τον Ράμπιν».

Πωλ Ώστερ: «Θέλω να επιμείνω σε μια λέξη-κλειδί: ηθική. Πιστεύω πως μπορείς να έχεις έναν ηθικό κώδικα χωρίς να πιστεύεις στον Θεό. Θυμάμαι πάντα τη φράση του Ντοστογιέφσκι στους “Αδελφούς Καραμαζώφ”: “Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται”. Αυτός είναι ο μεγάλος φόβος, ένας φόβος θεμιτός, κατανοητός, αλλά ένας φόβος που δεν με αφορά, γιατί εγώ πιστεύω πως το ανθρώπινο είδος μπορεί να δημιουργήσει μια δική του ηθική χωρίς κάποιον υπερβατικό νόμο: εμείς την εφηύραμε, εμείς θα υπακούσουμε σ΄ αυτή. Ο μεγάλος Ιταλός ποιητής Τζουζέπε Ουνγκαρέτι γράφει κάπου: θέλουμε βεβαιότητες. Για πολλούς από εμάς, όμως, αυτό δεν είναι απαραίτητο. Εγώ αναζητώ την αλήθεια και δεν φοβάμαι την αλήθεια. Δεν έχω ανάγκη από ένα δόγμα που θα μου πει πώς να σκέφτομαι, πώς να συμπεριφέρομαι».

Νέηθαν ΄Ηνγκλαντερ: «Υπάρχουν πάντως και πράγματα που μ΄ αρέσουν στη θρησκεία: η ιδέα του ιερού χρόνου, του ιερού χώρου. Και το γράψιμο κάπως έτσι λειτουργεί...». 


από συζήτηση των δύο συγγραφέων στη Νέα Υόρκη 

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Η επιλογή της σιωπής

Ο Μαρσέλ Μαρσώ ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. «Το μαχητικό πνεύμα του ανθρώπου είναι ατελεύτητο», έλεγε. «Ο θάνατος είναι παράλογος, αλλά η ανθρωπιά δεν μπορεί παρά να είναι αιώνια».

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ. «Γεννήθηκα στο Στρασβούργο, αλλά πρωτοείδα μια ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν στη Λίλλη, όπου είχαμε μετακομίσει για ένα διάστημα. Ούτε γέλασα ούτε έκλαψα. Πρέπει να ήταν ο Χρυσοθήρας. Ύστερα γυρίσαμε στο Στρασβούργο. Ο πατέρας μου εξέτρεφε περιστέρια στις σκεπές, και οι νύχτες μου ήταν γεμάτες με κελαηδίσματα. Ήταν κρεοπώλης, είχαμε απλή και λαϊκή καταγωγή, αλλά υπήρχε μια ισχυρή θέληση για εκπαίδευση. Με πήγαινε στο μποξ και την όπερα, είχε ωραία φωνή, στο σόι του είχε αρκετούς μουσικούς. Το σόι της μητέρας μου, πάλι, είχε περισσότερους φιλοσόφους».

Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ. «Το 1942-43, ο πόλεμος έγινε πραγματικά τραγικός. Μπήκα νωρίς στην Αντίσταση, είκοσι ετών. Ο πατέρας μου εκτοπίστηκε τον Φεβρουάριο του 1944.
Ένας ξάδελφός μου με έκρυψε σ΄ ένα οικοτροφείο στη Σεβρ. Ήμασταν ενενήντα παιδιά, χριστιανοί και εβραίοι, και στο σπίτι υπήρχε μια επιγραφή που έλεγε “Κοινωνική υπηρεσία του στρατάρχη Πεταίν”. Επρόκειτο για σοσιαλιστές που έσωζαν παιδιά και κρύβονταν πίσω από αυτή την ταυτότητα. Στο σπίτι εκείνο δίδαξα δραματική τέχνη. Αργότερα συνάντησα τον μίμο Ντεκρού. Με ρώτησε πώς με λένε. Του είπα “Μαρσώ”. Του εξήγησα ότι είχα πάρει το όνομά μου από ένα στίχο του Ουγκώ, κι ότι ήθελα να διώξω τους Γερμανούς από τη Γαλλία. Του έπαιξα την παντομίμα του δολοφόνου, που την είχα εμπνευστεί από το Έγκλημα και Τιμωρία. Μου είπε τότε ότι είμαι γεννημένος μίμος».

ΤΟ ΚΟΙΝΟ. «Μετά την Άνοιξη της Πράγας, έπαιξα στην πόλη αυτή το Κλουβί, μια ιδέα του Αλεχάντρο Χοντορόφσκι. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που είναι κλεισμένος σ΄ ένα κλουβί, κι όταν δραπετεύει βρίσκεται σ΄ ένα μεγαλύτερο κλουβί. Το κοινό ήταν ενθουσιασμένο. Όταν πήγα στην Αργεντινή, μετά τη δικτατορία, έπαιξα το “Ο Μπιπ θυμάται”. Κάθε βράδυ, οι θεατές σηκώνονταν όρθιοι και τραγουδούσαν».

Ο ΣΑΡΛΩ. «Συνάντησα τον Τσάρλι Τσάπλιν μία και μοναδική φορά το 1967 στο Ορλύ, ενώ περίμενα το αεροπλάνο για τη Ρώμη. Με κοίταξε. Τον πλησίασα, και του είπα: “Είστε ένας θεός για μένα”. Του έσφιξα το χέρι. Είχε δάκρυα στα μάτια. Κανείς δεν αναγνώριζε πια τον Τσάπλιν το 1967. Ο Ροζέ Βαντίμ, που ήταν παρών, μου είπε ότι την ίδια αντίδραση είχε στα 77 του ο Μιχαήλ Άγγελος, όταν κάποιος ονόματι Ραφαήλ έσκυψε και φίλησε το παπούτσι του. Είναι ένας φόρος τιμής, είναι και η αναγγελία του θανάτου».

Η ΣΙΩΠΗ. «Οι άνθρωποι που επέστρεφαν από τα στρατόπεδα δεν μπορούσαν να μιλήσουν γι΄ αυτά, δεν ήξεραν πώς να διηγηθούν αυτά που είχαν ζήσει. Ονομάζομαι Μανζέλ, έχω εβραϊκές ρίζες. Ίσως αυτό, υποσυνείδητα, να μέτρησε στην επιλογή της σιωπής».

(Απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Μαρσέλ Μαρσώ στη Μοντ την 1η Δεκεμβρίου του 1997.)

Το τραμπολίνο της Ιστορίας

«Ο Μεσαίωνας ήταν φεμινιστικός. Μια γυναίκα, η Παρθένος Μαρία, θεωρούνταν για παράδειγμα το τέταρτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Κάτι σαν τους τρεις σωματοφύλακες που ήταν τέσσερις».

Ο Ζακ Λε Γκοφ έχει γράψει πολλά βιβλία, τα περισσότερα για τον Μεσαίωνα: «Ο Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης», «Οι διανοούμενοι στον Μεσαίωνα» κ.λπ. Όσο περνούσαν τα χρόνια, όμως, τόσο συνειδητοποιούσε πως το θέμα αυτό πρέπει να το αναλύσει και στα παιδιά, κυρίως στα παιδιά, γιατί η Ιστορία που μαθαίνουν στο σχολείο είναι κατά βάση η σύγχρονη Ιστορία, που δεν είναι ακριβώς Ιστορία, αφού πολλές από τις πηγές που χρειάζεται ο ιστορικός για να κάνει τη δουλειά του δεν είναι διαθέσιμες. Τα παιδιά πρέπει να καταλάβουν από πού προέρχονται, πρέπει να μάθουν ότι η ανθρωπότητα προοδεύει εδώ και αιώνες, κι όταν λέμε πρόοδο δεν εννοούμε κατ' ανάγκην βελτίωση, αλλά αλλαγή. Στα 82 του χρόνια, ο Γάλλος ιστορικός αποφάσισε έτσι να αφιερώσει ένα βιβλίο του σ' αυτά. Στόχος του βιβλίου «Εξηγώντας τον Μεσαίωνα στα παιδιά», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Seuil, είναι να εξηγήσει μια περίοδο που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του σημερινού κόσμου. Μια περίοδο παρεξηγημένη, που χαρακτηρίστηκε από δημιουργικό πνεύμα σε όλα τα επίπεδα και προώθησε έναν ανθρωπισμό της ίδιας ποιότητας μ' εκείνον της Αναγέννησης.

Ο Γάλλος ιστορικός πιστεύει ότι ο ρόλος της Ιστορίας είναι να βοηθά τους άνδρες και τις γυναίκες να ζουν καλύτερα. Η Ιστορία δεν πρέπει να είναι βαρίδι, αλλά τραμπολίνο, λέει σε συνέντευξή του στην Κοριέρε ντέλα Σέρα. Κι επειδή υπάρχουν πολλά πράγματα που έγιναν στο παρελθόν και βαραίνουν στο παρόν, ο Χριστιανισμός μάς διδάσκει κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο: τη συγγνώμη. Κακώς το γαλλικό κοινοβούλιο αποφάσισε να ποινικοποιήσει την άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Όμως οι Τούρκοι πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι πρόγονοί τους διέπραξαν εκείνη τη γενοκτονία και να ζητήσουν συγγνώμη γι' αυτό. Με τη συγγνώμη δεν ακυρώνεις το παρελθόν: το αναγνωρίζεις.

Ιδιαίτερα μεγάλο, αφόρητο σχεδόν, είναι επίσης στον σημερινό κόσμο το βάρος των θρησκειών. Ο Λε Γκοφ θα ήθελε να καταλάβουν τα παιδιά ότι, για καλή τους τύχη, στην Ευρώπη έχει γίνει με σαφήνεια η διάκριση ανάμεσα σ' αυτό που αφορά τον Θεό και σ' αυτό που αφορά τον Καίσαρα. Ο ίδιος είναι αγνωστικιστής, σέβεται τους πιστούς και τις θρησκείες στον βαθμό που σέβονται κι εκείνες τους άλλους. Αυτό που έχει σημασία είναι οι θρησκείες να μην αποτελούν βάρος για όσους δεν θέλουν να τις ακολουθήσουν. Θα έρθει μια μέρα που ο Θεός θα μετατραπεί σε κάτι που δεν θα επιβάλλεται σε κανέναν και ο φανατισμός θα εξαφανιστεί από τον ισλαμικό κόσμο όπου είναι ιδιαίτερα ισχυρός, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς και τα εμπόδια μεγάλα, ο ιστορικός φοβάται πως αυτή τη λαμπρή μέρα δεν θα προλάβει να τη δει.

Οι τέσσερις αριστερές

Τέσσερις τύπους Αριστεράς ξεχωρίζει ο Γερμανός φιλόσοφος Ούλριχ Μπεκ. Η πρώτη είναι η προστατευτική Αριστερά, με την οποία συγκλίνουν όλο και περισσότερο οι κομμουνιστές και οι οικολόγοι. Οι οπαδοί της Αριστεράς αυτής πιστεύουν ότι το προστατευτικό κοινωνικό κράτος έχει απάντηση για όλα και αρνούνται να καταλάβουν ότι η κρίση των κοινωνικών συστημάτων δεν είναι συγκυριακή. Σε μια εποχή όπου ο πληθυσμός γερνά και η ζήτηση των μισθωτών θέσεων εργασίας αυξάνεται αντιστρόφως ανάλογα με τον αριθμό τους, το να θεωρείς ιερό τον αριθμό και το ύψος των κοινωνικών επιδοτήσεων θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την κοινωνία.

Η δεύτερη Αριστερά, που αυτοπροσδιορίζεται σε αντίθεση με την πρώτη, είναι η νεοφιλελεύθερη. Χαρακτηριστικός της εκπρόσωπος, οι Νέοι Εργατικοί του Τόνυ Μπλαιρ. Αν και η Αριστερά αυτή αναζητεί μια νέα σχέση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την παγκοσμιοποιημένη αγορά, παραμένει προσκολλημένη σε μια εθνική προσέγγιση της πολιτικής. Και είναι παγιδευμένη στο εξής δίλημμα: υψηλή ανεργία για τον περιορισμό της φτώχειας (όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες) ή τεράστιες ανισότητες για να διατηρείται χαμηλά η ανεργία (όπως στις ΗΠΑ);

Ο τρίτος τύπος Αριστεράς δεν έχει μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη Δεξιά: πρόκειται για την Αριστερά-φρούριο, που δείχνει τα δόντια της στους μετανάστες και επιδιώκει την οικοδόμηση μιας Ευρώπης με ανάλογες αρχές. Η μόνη Αριστερά που αξίζει, γράφει ο Μπεκ, είναι η τέταρτη, η κοσμοπολίτικη. Οι βασικές της αρχές είναι ο καλύτερος διεθνής συντονισμός των πολιτικών στρατηγικών, ο αποτελεσματικότερος έλεγχος των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η μείωση του φορολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών και η στενότερη συνεργασία στους κόλπους των διεθνών οργανισμών. Ο κοσμοπολιτισμός δεν είναι μονάχα ένας ιδεαλισμός, αλλά και μια στρατηγική για την κατάκτηση της εξουσίας. Γιατί, όσο στενότερες αντιλήψεις διακρίνουν την πολιτική, τόσο αισθάνεται περισσότερο αιχμάλωτη της ανάγκης της να προσαρμόζεται στους λεγόμενους «νόμους της αγοράς». Και τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την εξουσία.

Οι Φεστ δεν ήταν απλοί άνθρωποι

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια στη Γερμανία. Πρόκειται για μια βιογραφία με τίτλο «Όχι Εγώ», που δεν έχει συζητηθεί όσο εκείνη του Γκύντερ Γκρας. Ίσως επειδή ο συγγραφέας της δεν ήταν ένας κοσμογυρισμένος αριστερός, αλλά ένας μοναχικός συντηρητικός.

Πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια χρόνια, όταν ο Γιόακιμ Φεστ ήταν μικρός, ο πατέρας του γύριζε συχνά τα βράδια στο σπίτι με ματωμένους επιδέσμους στο κεφάλι. Τσακωνόταν στον δρόμο με τους ναζί και τον πλάκωναν στο ξύλο. Ένα βράδυ, ο Γιόακιμ και τα αδέλφια του άκουσαν τους γονείς τους να τσακώνονται. Η μητέρα τους παρακαλούσε τον πατέρα τους να δεχθεί επιτέλους να γραφτεί στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, ώστε να τον αφήσουν να επιστρέψει στο σχολείο απ'όπου είχε απολυθεί το 1933 επειδή είχε επικρίνει το ναζιστικό καθεστώς. Τα ψέματα ­ αναρωτήθηκε η μητέρα τους ­ δεν αποτελούν το μόνο όπλο που έχουν οι απλοί άνθρωποι όταν πρέπει να πολεμήσουν τους ισχυρούς; «Σε αυτά τα ζητήματα», απάντησε εκείνος, «εμείς δεν είμαστε απλοί άνθρωποι».

Αυτό θυμόταν ο Γιόακιμ Φεστ από την παιδική του ηλικία: τον πατέρα του να εμποδίζει τον ίδιο και τα αδέλφια του να γίνουν ναζί. Αν ο Γκύντερ Γκρας εντάχθηκε στα SS για να φύγει από τους γονείς του, ο Φεστ αντιστάθηκε στα SS για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Κι αν ο πρώτος σώπασε για τόσες δεκαετίες από ντροπή, ο δεύτερος σώπασε από σεβασμό. Αντίθετα με τον λογοτέχνη, που ηδονιζόταν να κάνει κηρύγματα ενώπιον ακροατηρίου, ο ιστορικός ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος. Τη δεκαετία του '60 διηύθυνε τον ραδιοφωνικό σταθμό NDR. Τα επόμενα είκοσι χρόνια εξέδιδε την εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ. Ήλθε επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με την Ούλρικε Μάινχοφ, τη δημοσιογράφο που στράφηκε αργότερα στο αντάρτικο πόλεων. Παρακολούθησε την πορεία της Χάνα Άρεντ, του Σεμπάστιαν Χάφνερ και άλλων Γερμανών συγγραφέων, περιγράφοντας τη σχέση του μαζί τους στο βιβλίο του «Συναντήσεις». Συνεργάστηκε με τον ναζί αρχιτέκτονα Άλμπερτ Σπέερ, πιστεύοντας (εσφαλμένα) ότι ήταν λιγότερο ένοχος απ' όσο έλεγαν. Έγινε διάσημος με τη βιογραφία του Χίτλερ, που εκδόθηκε το 1973. Αλλά το βιβλίο που ήθελε πάντα να γράψει ήταν η αυτοβιογραφία του ­ που αποδείχθηκε πως ήταν και η διαθήκη του. Ο Φεστ πέθανε ένα βράδυ στο σπίτι του στο Κρόνμπεργκ, έξω από τη Φρανκφούρτη. Ήταν 79 ετών.

Μια από τις θύελλες που προκάλεσε στη ζωή του ήταν το 1986, όταν δημοσίευσε στην εφημερίδα του άρθρο του αναθεωρητή ιστορικού Ερνστ Νόλτε, που προκάλεσε την περίφημη «διαμάχη των ιστορικών» για τον ναζισμό. Διαφωνούσε πλήρως με το περιεχόμενό του. Όπως είχε δηλώσει όμως τότε, «σε μια χώρα που θέλει να είναι ή να γίνει μια ομαλή φιλελεύθερη κοινωνία, οι απόψεις των μελετητών δεν λογοκρίνονται». Γιατί άραγε το αυτονόητο να πρέπει να το πει ένας συντηρητικός;

Η οργή του Γκύντερ Γκρας

Το κείμενο το είχαν ήδη υπογράψει πολλές προσωπικότητες, όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι και ο Χάινριχ Μπελ. Αλλά το όνομα του Γκρας ήταν βαρύ, χρειαζόταν κι αυτό.

Τον Μάρτιο του 1975, ο Χιλιανός αντιστασιακός συγγραφέας Άριελ Ντόρφμαν επισκέφθηκε τον Γκύντερ Γκρας στο σπίτι του, κοντά στο Αμβούργο. Η δικτατορία του Πινοσέτ μέτραγε ήδη δύο χρόνια ζωής και ο Ντόρφμαν, που ζούσε εξόριστος στο Παρίσι, συγκέντρωνε υπογραφές υπέρ των διωκόμενων Χιλιανών διανοουμένων. Αφού λοιπόν άφησε τον οικοδεσπότη, γνωστό για τις μαγειρικές του ικανότητες, να ετοιμάσει μια παραδοσιακή γερμανική ψαρόσουπα, άρχισε να εξηγεί τον λόγο του ταξιδιού του.

Όταν τελείωσε, επικράτησε αμήχανη σιωπή. Ο Γκρας χαμήλωσε τη φωτιά και βάλθηκε να κοιτάζει κάτι σκίτσα που έφτιαχνε εκείνη την εποχή. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα του και, εμφανώς οργισμένος, ρώτησε τον συνομιλητή του: «Γιατί δεν θέλουν οι σοσιαλιστές σύντροφοι της Χιλής να παραστούν στις εκδηλώσεις υπέρ των Τσέχων πατριωτών που θα πραγματοποιηθούν το καλοκαίρι στη Γαλλία;». Ο Ντόρφμαν τού εξήγησε πως όση συμπάθεια κι αν έτρεφαν πολλοί Χιλιανοί δημοκράτες για την Άνοιξη της Πράγας και τον αγώνα των Τσέχων διαφωνούντων, ήταν πολιτικά αδύνατον να εκφράσουν δημοσίως την αλληλεγγύη τους. Μια τέτοια πράξη θα προκαλούσε τη διάλυση του κοινού μετώπου με τους κομμουνιστές που είχε συγκροτηθεί εκείνη την εποχή στη Χιλή κατά της δικτατορίας.

Οι εξηγήσεις αυτές δεν έπεισαν τον Γκρας, για τον οποίο η σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία ήταν εξίσου καταδικαστέα με την αμερικανική παρέμβαση στη Χιλή. Και όταν ο Ντόρφμαν επέμεινε ότι για να πέσει ο Πινοσέτ ήταν απαραίτητη η στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της, ο συγγραφέας του Ταμπούρλου έπαψε να ασχολείται μαζί του και στράφηκε στη γοητευτική σύζυγό του, την Ανχέλικα. Του απηύθυνε ξανά τον λόγο μόνο όταν τον ξεπροβόδισε: «Όταν κάτι είναι ηθικά ορθό», του είπε, «πρέπει να το υπερασπιζόμαστε ανεξάρτητα από το πολιτικό ή προσωπικό κόστος».

Μετά τις αποκαλύψεις για το παρελθόν του Γκρας στα SS, γράφει ο Ντόρφμαν στην Ελ Παΐς, θα ήταν εύκολο να χλευάσει κανείς την προ τριακονταετίας οργή του. Ακόμη κι αν είχε δίκιο - και είχε δίκιο - με ποιο δικαίωμα έδινε μαθήματα ηθικής ακεραιότητας ένας άνθρωπος που έκρυβε το ναζιστικό του παρελθόν; Κι όμως, ίσως εκείνη ακριβώς η αντίφαση να εξηγεί και να δικαιώνει τη βίαιη αντίδρασή του. Ίσως ακριβώς εκείνος ο νεαρός ναζιστής, εκείνο ακριβώς το ένοχο alter ego της εφηβείας του, να ζητούσε από την ενήλικη ενσάρκωσή του να μην επιτρέψει ξανά μια θέση που να μην είναι διάφανη, ηθικά άμεμπτη και αποφασιστική. Οι άνθρωποι είναι σύνθετα και αντιφατικά όντα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Η επικαιρότητα του Τζων Στιούαρτ Μιλ

«Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή». Τζων Στιούαρτ Μιλ

Δύο είναι οι βασικές έννοιες που ανέπτυξε ο μεγάλος βρετανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα: ο ωφελιμισμός και η ελευθερία. Σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι ακολουθούσαν παθητικά τους κανόνες που πίστευαν ότι τους είχε στείλει ο Θεός, ο Μιλ υποστήριξε ότι μοναδικό κριτήριο για να αξιολογηθεί ο ηθικός χαρακτήρας μιας πράξης είναι η αύξηση της συλλογικής ευτυχίας και η μείωση του συλλογικού πόνου. Και ο καλύτερος τρόπος να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ευτυχία είναι να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ελευθερία. Πρέπει να υπάρχει απόλυτη ελευθερία ανάπτυξης της ανθρώπινης φύσης προς απεριόριστες, ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενες κατευθύνσεις. Δεν υπάρχει μία και μόνη μορφή ευτυχίας που περιμένει να την ανακαλύψουμε. Μόνο μέσα από τον διαρκή πειραματισμό μπορεί κάθε άνθρωπος να φτάσει στη δική του, προσωπική ευτυχία.

Οι αρχές αυτές είναι ιδιαίτερα επίκαιρες στην εποχή μας, όπου οι κοινωνίες είναι οργανωμένες με σχεδόν αποκλειστικό στόχο την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Ο ωφελιμιστής φιλόσοφος Ρίτσαρντ Λάγιαρντ, τιμώντας με τον δικό του τρόπο τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μιλ, σημείωσε ότι παρόλο που η Βρετανία διπλασίασε τον τελευταίο μισό αιώνα τον εθνικό της πλούτο, οι Βρετανοί δεν δηλώνουν σήμερα πιο ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή ο άνθρωπος είναι σαν τον πίθηκο: αντλεί την ευτυχία του από τον σεβασμό που τρέφουν απέναντί του οι άλλοι. Όταν οι ανισότητες αυξάνονται, όταν βλέπουμε τους πλούσιους να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τον μέσο όρο, αισθανόμαστε ανασφαλείς και δυστυχείς. Μήπως λοιπόν πρέπει να μελετήσουμε την πρόταση του Μιλ για ανακατανομή του πλούτου και επιβολή ενός υψηλού φόρου κληρονομιάς που θα εμποδίζει την ανάπτυξη μιας τάξης «ανάξιων πλουσίων»; Μήπως πρέπει να επιδιώξουμε τη μεγιστοποίηση της Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας;

Εξίσου πολύτιμες είναι οι θέσεις του βρετανού φιλοσόφου για την ισότητα και την ελευθερία. Δεν είναι τυχαίο ότι γενναίες μουσουλμάνες, όπως η σομαλικής καταγωγής ολλανδή βουλευτής Αγιαάν Χίρσι Άλι, συνιστούν στις ομόθρησκές τους να διαβάσουν την «Υποταγή των γυναικών». Κάθε φορά που κάποιος πολιτικός προσπαθεί να επιβάλει περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, γράφει ο Γιόχαν Χάρι στην Ιντιπέντεντ, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να διαβάσουμε μερικές σελίδες από το «Περί ελευθερίας». Ο Μιλ ήξερε ότι η βάση της ελευθερίας είναι η σύγκρουση. Ένας από τους λόγους που ο χριστιανισμός έχασε (στη Βρετανία, τουλάχιστον) τη δύναμή του να καταπιέζει και να τρομοκρατεί είναι ότι αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής και σάτιρας. Ο μόνος τρόπος να χάσει το ισλάμ τον καταπιεστικό του χαρακτήρα, ιδίως στις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους, είναι να υποστεί κάτι αντίστοιχο. Ακόμη και μέσα από κακόγουστα σκίτσα.

Άιχμαν, ένας άνθρωπος της εποχής μας

Το να γράψεις σήμερα ένα βιβλίο για τον Άιχμαν προσκρούει σε ένα πολύ μεγάλο εμπόδιο: τα έχει πει όλα η Χάνα Άρεντ εδώ και 40 χρόνια. Με μία εξαίρεση: δεν έδειξε την απαιτούμενη αγάπη προς τον εβραϊκό λαό...

Στη δίκη του Άιχμαν, που έγινε το 1961 στην Ιερουσαλήμ, η πολιτική αγωγή παρουσίασε τον αξιωματικό των Ες-Ες ως ένα τέρας που είχε αποφασίσει να σβήσει τους Εβραίους από το πρόσωπο της γης. Ήταν ένας Ναζί, και όπως όλοι οι Ναζί αποτελούσε την ενσάρκωση του κακού. Αλλά η Χάνα Άρεντ, που παρακολούθησε τη δίκη, είδε μια άλλη εικόνα. Στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν διέκρινε έναν φανατικό διψασμένο για αίμα, αλλά έναν γραφειοκράτη που ήθελε να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Ήταν ασφαλώς ένας μαζικός δολοφόνος, ένας άνθρωπος που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στους θαλάμους αερίων. Αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Τα εγκλήματά του ήταν η απόδειξη της «κοινοτοπίας του κακού».

Με τα βασικά συμπεράσματα της Άρεντ, που εκτίθενται στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ», συμφωνεί απολύτως ο Ντέηβιντ Σιζαράνι, ένας Βρετανός ειδικός στην εβραϊκή ιστορία. Στο βιβλίο του «Πώς έγινε ο Άιχμαν. Επανεξέταση της ζωής, των εγκλημάτων και της δίκης ενός "δολοφόνου του γραφείου"», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Da Capo Press, επισημαίνει πως υπό τις κατάλληλες συνθήκες οποιοσδήποτε μπορεί να διαπράξει κατά συρροή φόνους. Και οι σημερινές συνθήκες, με τον ρατσισμό, την εθνοκάθαρση, τους καμικάζι και τις γενοκτονίες, προσφέρονται ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο. «Ο Άιχμαν μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν άνθρωπο της εποχής μας», τονίζει. «Οποιοσδήποτε μπορεί να διαπράξει γενοκτονία».

Αν όμως ο Σιζαράνι συμφωνεί σε γενικές γραμμές με την Άρεντ, γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο; Και γιατί την κατηγορεί για προκατάληψη απέναντι στους Εβραίους της Ανατολικής Ευρώπης, ένας εκ των οποίων ήταν και ο εισαγγελέας της δίκης; H προφανής εξήγηση, γράφει ο Μπάρυ Τζούεν στους Νιου Γιορκ Τάιμς, είναι ότι θέλει να ξεφύγει από τη σκιά της. Υπάρχει όμως κάτι βαθύτερο. H Αμερικανίδα φιλόσοφος έχει επικριθεί επειδή κατήγγειλε τη συνεργασία Εβραίων ηγετών με τους Ναζί και μίλησε για την «ηθική κατάρρευση» εκείνης της εποχής. Κατά την άποψή της, το Ολοκαύτωμα ήταν ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, που διαπράχθηκε στην πλάτη του εβραϊκού λαού. Όταν ο ιστορικός Γκέρσομ Σόλεμ την κατηγόρησε ότι στερείται αγάπης για τον εβραϊκό λαό, εκείνη απάντησε: «Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα έναν συγκεκριμένο λαό, την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Αγαπώ "μονάχα" τους φίλους μου και το μόνο είδος αγάπης που γνωρίζω και πιστεύω είναι η αγάπη των ανθρώπων».

Αυτή τη στάση προσπαθεί να «διορθώσει» με το βιβλίο του ο Σιζαράνι. Αλλά δεν τα καταφέρνει. H Χάνα Άρεντ είναι ανυπέρβλητη.

Το μέλλον του χριστιανισμού

H παραδοσιακή μεταφυσική που ίδρυσε ο Αριστοτέλης, και ενέπνευσε τη θεολογία για πολλούς αιώνες, είναι νεκρή. H ιδέα της οικουμενικής αλήθειας έχει δώσει τη θέση της σε μια ποικιλία αντιλήψεων για τον κόσμο που ανταγωνίζονται η μία την άλλη σε μια δημοκρατική κοινωνία. H αντικειμενικότητα αποδείχθηκε μύθος, τόσο στη φιλοσοφία όσο και στην ιστορία. H θρησκεία το κατάλαβε εγκαίρως: για την ακρίβεια, η δυσπιστία απέναντι στην αντικειμενικότητα αποτελεί έκφραση ενός ώριμου χριστιανισμού, ίσως και το ύστατο μάθημά του.

Αυτά γράφουν δύο γνωστοί φιλόσοφοι της εποχής μας, ο Ιταλός Τζιάνι Βάτιμο και ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Ρόρτυ, στο βιβλίο τους «Το Μέλλον της Θρησκείας». Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η Εκκλησία πρέπει να εγκαταλείψει πλέον τα δόγματα, και να συγκεντρώσει την προσοχή της σε αξίες: αλληλεγγύη, φιλανθρωπία, ευσπλαχνία. Ο χριστιανισμός πρέπει να αλλάξει, να αποκτήσει ένα «μεταθρησκευτικό» πρόσωπο. Αδύνατον, απαντά ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας βιβλίων όπως «H πολιτική Συνθήκη» και διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Debat». Μια θρησκεία που θα μετατρεπόταν σε μια συμπαθητική και καθαρά ηθική θεώρηση του κόσμου, λέει σε συνέντευξή του στη Φιγκαρό, θα έχανε κάθε νόημα. Βλέπουμε ήδη μια προοδευτική πολιτικοποίηση του χριστιανισμού, που τον εκφυλίζει σε μια από τις μορφές της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μα τότε γιατί να αποκαλείται κάποιος χριστιανός;

H έννοια της θρησκείας είναι ανυπέρβλητη, λέει ο Γκωσέ. Αυτό που είμαστε εξαρτάται από κάτι που είναι έξω από εμάς. Στη μεγαλύτερη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, η εξάρτηση αυτή ήταν πολιτική και εκφραζόταν ως υποταγή σε μια εξουσία που προερχόταν από άλλους τόπους, άλλους πολιτισμούς, άλλες νοοτροπίες. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον στις δυτικές δημοκρατίες. Αυτή όμως η εξάρτηση εξακολουθεί να έχει νόημα σε μεταφυσικό επίπεδο. Μπορείς να είσαι δημοκράτης και ταυτόχρονα να πιστεύεις ότι η ουσία του πεπρωμένου απορρέει από μια «δωρεά» που ξεπερνά τον άνθρωπο. Ο χριστιανισμός εμπεριέχει μια κοσμική αξία. Με αυτήν την έννοια, είναι «η θρησκεία της εξόδου από τη θρησκεία». Το Ισλάμ, αντίθετα, είναι πιο κλειστό στην εκκοσμίκευση. Λογικό: αναγκάσαμε τον υπόλοιπο κόσμο να πραγματοποιήσει μέσα σε λίγες δεκαετίες αλλαγές που για να γίνουν σ' εμάς χρειάστηκαν χρόνια. Αναμενόμενη λοιπόν η αντίσταση, αν και ο χαρακτήρας της είναι μάλλον πολιτικός παρά θρησκευτικός.

H συζήτηση συνεχίζεται, άλλωστε δεν σταμάτησε ποτέ, μόνο οι όροι της έχουν αλλάξει, οι άθεοι και οι πιστοί δεν συζητούν πλέον για το αν υπάρχει Θεός, αλλά για το αν ο άνθρωπος είναι δυνατόν ποτέ να συμφιλιωθεί με την ιδέα του πεπερασμένου της ύπαρξής του. Όπως έλεγε άλλωστε και ο Μπωντλαίρ, «ο Θεός είναι το μοναδικό ον που δεν χρειάζεται να υπάρχει για να Είναι».

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

«Εσύ δεν είσαι εσύ, εγώ είμαι μια άλλη»

«Οι γυναίκες είναι το ίδιο ανήθικες με τους άνδρες. Δεν το έχει όμως προσέξει κανείς». Ντομινίκ Ωρύ

Το διασημότερο ερωτικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα είναι ασφαλώς η «Ιστορία της Ο». Και παρόλο που το υπέγραφε μια γυναίκα, η Πωλίν Ρεάζ, όλοι ήξεραν ότι το όνομα αυτό ήταν ψευδώνυμο και όλοι πίστευαν ότι ο συγγραφέας ήταν στην πραγματικότητα άνδρας. «Αυτό το βιβλίο δεν θα μπορούσε να γραφτεί από μια γυναίκα», είπε κάποτε ο Αλμπέρ Καμύ. Καμιά γυναίκα δεν θα έβαζε την ηρωίδα της να λέει στον αφέντη της πως «μόνο όταν με κάνεις να υποφέρω αισθάνομαι ασφαλής». Μόνο ένας άνδρας, ένας διεστραμμένος άνδρας, θα μπορούσε να φανταστεί μια γυναίκα να αλυσοδένεται, να βασανίζεται, να μαστιγώνεται, να εξευτελίζεται, να ντροπιάζεται, και στο τέλος ο αφέντης της να τη σημαδεύει με τα αρχικά του προτού της περάσει από την κλειτορίδα δύο σιδερένια δακτυλίδια.

Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα χρόνια από την έκδοση του βιβλίου για να αποκαλυφθεί η αλήθεια: ο Βρετανός δημοσιογράφος Τζων ντε Σαιντ Τζορ έγραψε τον Αύγουστο του 1994 στο περιοδικό Νιου Γιόρκερ ότι η «Ιστορία της Ο» γράφτηκε από γυναίκα, που λεγόταν Ντομινίκ Ωρύ, είχε γεννηθεί το 1907 στη Βρετάνη και ζούσε έξω από το Παρίσι. Όπως μαθαίνουμε από ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στην αμερικανική τηλεόραση και μόλις κυκλοφόρησε σε DVD («Συγγραφέας της Ο», από την Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα Πόλα Ραπαπόρ), η ζωή της γυναίκας αυτής είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από την ιστορία της ηρωίδας της. Το πάθος της με την παρανομία το απέκτησε στα εφηβικά της χρόνια, όταν ανακάλυψε τη μυστική ερωτική βιβλιοθήκη του πατέρα της. Αλλά η ζωή της άλλαξε όταν γνώρισε τον ακαδημαϊκό Ζαν Πωλάν, διευθυντή της λογοτεχνικής επιθεώρησης La Nouvelle Revue Francaise, την εποχή που δούλευαν και οι δύο για τη γαλλική αντίσταση. Θαυμαστής του Μαρκησίου ντε Σαντ, ο Πωλάν την προκάλεσε μια μέρα λέγοντάς της ότι «οι γυναίκες είναι ανίκανες να γράψουν ένα ερωτικό μυθιστόρημα». Κι εκείνη έγραψε την «Ιστορία της Ο» γι' αυτόν. Δεν ήταν νέα - ήταν 47, κι εκείνος 69 -, ούτε ιδιαίτερα όμορφη. Έπρεπε να βρει λοιπόν κάτι «για να του εξάψει την περιέργεια, για να του αρέσει, για να τον απασχολήσει».

Αν και ο Πωλάν ήταν παντρεμένος, σημειώνει η Τόνι Μπέντλεϋ στην ιστοσελίδα Bookforum, η σχέση τους κράτησε είκοσι χρόνια. Συναντιόντουσαν σε δωμάτια ξενοδοχείων, «πάντα με το μάτι στο ρολόι». Μετά τον πόλεμο, εκείνη εργάστηκε στον εκδοτικό οίκο Gallimard, μετέφρασε στα γαλλικά Βιρτζίνια Γουλφ, Φιτζέραλντ και Έλιοτ και τιμήθηκε με τη Λεγεώνα της Τιμής για τη συμβολή της στη γαλλική λογοτεχνία. Πέθανε το 1998. «Όταν μπαίνεις στη νύχτα μου», γράφει σ' ένα ποίημά της, «εσύ δεν είσαι εσύ, εγώ είμαι μια άλλη. / Αυτή η άλλη δεν ξέρει ποια είμαι. / Εσύ δεν ξέρεις πως ανήκω σ' εσένα».

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ουτοπία


Ο άνθρωπος είναι ένα ουτοπικό υποκείμενο, εμπεριέχει το σύνολο των μη πραγματωμένων ακόμη δυνατοτήτων του αλλά και την πιθανότητα , που κρύβεται εντός του, να υπερβεί και να ανατρέψει την εμπειρική πραγματικότητα. Όμως η πιθανότητα, ενώ είναι αυτή που κρατάει τον κόσμο από τη νεκρική ακαμψία και επιτρέπει σε έναν καλύτερο κόσμο να γεννηθεί, δε γίνεται πραγματικότητα από μόνη της. Η ανάδυση της ουτοπικής ενέργειας του ανθρώπου, η σύλληψη των πιθανοτήτων του όχι-ακόμη, που υπολανθάνουν, πραγματώνεται μόνο μέσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Όσο περισσότερο αντιδρούν οι άνθρωποι στο περιβάλλον τους και το τροποποιούν με βάση ένα ανθρώπινο σχέδιο τόσο περισσότερο ζουν στην ουτοπία. Κατά τον Μπλοχ, το όχι-ακόμη είναι επίσης το εδώ-και-τώρα. Το ουτοπικό πνεύμα τέμνει το παρόν, την καθημερινότητα του ανθρώπου και μπορεί να μεταφραστεί σε αυτό που οι Ζαπατίστας ισχυρίζονται: «είμαστε συνηθισμένοι άνθρωποι, δηλαδή επαναστάτες».

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από την εισήγηση του ιταλού φιλοσόφου Τζιάνι Βάτιμο σε σεμινάριο που έγινε στο Τορίνο με θέμα «Η ουτοπία».

Η ουτοπία υποκινεί σήμερα σε μας ένα σύνολο μάλλον συγκεχυμένων και αντιφατικών συναισθημάτων, ένα μείγμα δυσπιστίας και νοσταλγίας. Δυσπιστίας πριν απ' όλα, επειδή, ήδη εδώ και πολλά χρόνια (θα μπορούσαμε να πούμε από τα χρόνια των Ερυθρών Ταξιαρχιών), η έννοια της ουτοπίας κατέληξε να ταυτίζεται όλο και περισσότερο με εκείνη ενός σχεδίου μετασχηματισμού της κοινωνίας το οποίο, επειδή ήθελε να είναι πλήρες και ριζικό, δεν θα μπορούσε να επιβληθεί παρά μόνο με τη βία. Είναι δύσκολο στην κοινή γλώσσα να μιλήσουμε για ουτοπιστές και ο νους μας να πάει σε ακίνδυνους ονειροπόλους, που ονειρεύονται φανταστικούς εναλλακτικούς κόσμους. Ο θιασώτης της ουτοπίας εμφανίζεται, αντίθετα, τις περισσότερες φορές, σαν ένα επικίνδυνο άτομο. Υποτίθεται ότι το σχέδιό του δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, την οποία θέλει να μετασχηματίσει χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς καθυστερήσεις, και βασίζεται κυρίως στον εξαναγκασμό. Γι' αυτή την υπερβολικά ριζική βούληση μετασχηματισμού δυσπιστούμε, όταν δυσπιστούμε για την ουτοπία. Εχουμε διδαχθεί από την ιστορία των επαναστάσεων, αλλά και από την ιστορία των τρομοκρατών που προσπάθησαν να τις πραγματοποιήσουν χωρίς να το κατορθώσουν, ότι η μόνη ηθική που καθοδηγεί τον ουτοπιστή είναι εκείνη που ο Μαξ Βέμπερ αποκάλεσε «ηθική της πεποίθησης» (κάνε αυτό που οφείλεις να κάνεις και ας προκύψει ό,τι προκύψει) και η οποία κατά τη γνώμη του πρέπει πάντα να μετριάζεται και να ελέγχεται από την ηθική της ευθύνης, εκείνη που υπολογίζει τις συνέπειες της δράσης και ενδιαφέρεται να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτές οι συνέπειες να θέσουν σε κίνδυνο τους ίδιους τους σκοπούς της δράσης. Ο Καρλ Πόπερ είδε στις αξιώσεις απολυτότητας της ουτοπίας ένα διανοητικό λάθος και έναν σοβαρό πολιτικό κίνδυνο. Το σχέδιο ανανέωσης του ουτοπιστή βασίζεται στην υιοθέτηση μιας εικόνας ιδεώδους κοινωνίας η οποία, όπως συμβαίνει με όλους τους έσχατους σκοπούς των ενεργειών μας, δεν μπορεί να «αποδειχθεί» πλήρως με ορθολογικά επιχειρήματα. Εχει μάλλον το χαρακτήρα μιας πίστης η οποία, όταν δεν γίνεται αποδεκτή από τους άλλους, τείνει να επικρατήσει με τη βία (έστω με την πεποίθηση ότι ενεργούμε «για το καλό τους»).
Αυτούς τους κινδύνους τους αποφεύγουμε μόνον αν αποδεχθούμε να μας καθοδηγούν, αντί για τις σφαιρικές ουτοπικές προοπτικές, συγκεκριμένοι και ειδικοί συλλογισμοί. Ιδού οι διδαχές του Πόπερ: «Να δρας για την εξάλειψη συγκεκριμένων δεινών μάλλον παρά για την επίτευξη αφηρημένων αγαθών. Να μην αποβλέπεις στην υλοποίηση της ευτυχίας με πολιτικά μέσα. Να τείνεις περισσότερο στην εξάλειψη συγκεκριμένων αθλιοτήτων... Να μην επιτρέπεις τα όνειρα ενός τέλειου κόσμου να σε απομακρύνουν από τις διεκδικήσεις των ανθρώπων που υποφέρουν εδώ και τώρα». Ηταν όμως αληθινά ο Πόπερ αυτός ο ριζικός εχθρός της ουτοπίας που πίστευε ότι είναι; Είναι θεμιτό να αναρωτιόμαστε κάτι τέτοιο σήμερα που το όνομά του το επικαλούνται συχνά για να προωθήσουν μια «πραγματιστική» και ρεαλιστική πολιτική, η οποία αγγίζει τα όρια του κυνισμού. Αν σκεφτούμε την εμπειρία του τελευταίου μεγάλου κύματος διάχυτου ουτοπισμού, εκείνη του Μάη του '68, μπορούμε να πούμε τα πάντα γι' αυτήν, εκτός από το ότι καλλιεργούσε μια προτίμηση για τα αφηρημένα αγαθά αντί για τις συγκεκριμένες θεραπείες.
Είναι αλήθεια ότι, διαφορετικά από τον Πόπερ, οι θεωρητικοί του '68 (και πρώτος απ' όλους ο Μαρκούζε) θεωρούσαν ότι η πολιτική έπρεπε να αποβλέπει στην υλοποίηση της ευτυχίας. Αλλά η επιδίωξη αυτού του στόχου συνέπιπτε γι' αυτούς με την υλοποίηση μιας βελτίωσης εδώ και τώρα. Η πολεμική τους δεν στρεφόταν μόνον εναντίον της καπιταλιστικής κοινωνίας αλλά και εναντίον του υπαρκτού σοσιαλισμού, εναντίον των κοινωνιών που παρουσιάζονταν από τη μια μεριά σαν μια ήδη υλοποιημένη ουτοπία (απορρίπτοντας επομένως κάθε κριτική) και από την άλλη, στο όνομα μιας πάντοτε επικείμενης ολοκλήρωσης της επανάστασης (το τέλος του κράτους και της δικτατορίας του προλεταριάτου), συνέχιζαν να απαιτούν θυσίες και να επιβάλλουν την καταπίεση.
Εξάλλου, ακόμη και το ιδεώδες ενός λογικού κόσμου που επιδίωκε ο Πόπερ, όπου η επίλυση των διενέξεων γίνεται με επιχειρήματα και όχι με φονικές αναμετρήσεις, είναι ένα είδος ουτοπίας, δηλαδή ένας έσχατος σκοπός, ο οποίος -σύμφωνα με τη συλλογιστική του ίδιου του Πόπερ- δεν μπορεί να αποδειχθεί με καθαρά ορθολογικά επιχειρήματα. Τότε όμως πού βρίσκεται η διαφορά; Πιθανότατα η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο Πόπερ, στην πολεμική του εναντίον του ουτοπισμού, αντιμετωπίζει θεωρίες και πολιτικές θέσεις (τον «επιστημονικό» σοσιαλισμό, για παράδειγμα) που πίστευαν ότι αντιστοιχούν στους αντικειμενικούς νόμους της ιστορίας και θεμελίωσαν πάνω σε αυτή την αξίωση ολοκληρωτικά πολιτικά σχέδια. Οπως όμως έχουν διδάξει οι πιο συνεπείς θεωρητικοί της ουτοπίας του εικοστού αιώνα, όπως για παράδειγμα ο Ερνστ Μπλοχ, δεν είναι πιο αυθεντική ουτοπία εκείνη που δεν διατηρεί εντός της τουλάχιστον ένα μέρος της ασάφειας και της ακαθοριστίας η οποία χαρακτηρίζει τη δική μας προγνωστική συνείδηση. Εμείς δεν θέλουμε τα όνειρά μας για το μέλλον να μεταφράζονται με υπερβολικά συγκεκριμένους όρους. Προτιμούμε η ουτοπική ένταση να ασκείται κυρίως ως ικανότητα κριτικής του υπάρχοντος. Ακριβώς γι' αυτό μπορούμε να νιώθουμε για την ουτοπία όχι μόνον δυσπιστία αλλά και βαθιά και δικαιολογημένη νοσταλγία. [...]

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Εναντίον

Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία απ΄ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε - αυτό το απαίσιο << υπείροχον έμμεναι άλλων >> που μας άφησαν οι αρχαίοι.
Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου - και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά - και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας.
Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.
Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο, κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στην ζωή μου;
Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση απο το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.
Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους΄ όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες - όλες το ίδιο σκατό. Ακόμη και ο τελευταίος δημογραφίσκος έχει βλάψει την λογοτεχνία μας΄ σκεφτείτε τι γίνεται με τους διευθυντές συγκροτημάτων.
Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους, τους άλλους όλους τους θάβουν. όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομουνται, κυριαρχούν οι γλείφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.
Είμαι εναντίον των κουλτουριάδων΄ όλα τα αμφισβήτησαν εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για τα καλά. Χαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους, όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους΄ και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία, από παντού βυζαίνουν, κι ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μες τα βολέματα του κατεστημένου.
Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.
Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο΄ φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα. 

κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαγώνιος το 1977

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Λέξεις

Γράφω όπως ανοίγει κανείς τις φλέβες του (Γ.Σεφέρης)

Κι οι λέξεις φλέβες είναι
μέσα τους αίμα τρέχει
όταν σμίγουν οι λέξεις
το δέρμα του χαρτιού ανάβει κόκκινο
όπως την ώρα του έρωτα
το δέρμα του άντρα και της γυναίκας. (Γ.Ρίτσος)


Οι λέξεις φταίνε…
Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν
(Κ.Δημουλά)


Παρατήρησε, επί τη ευκαιρία,
ότι οι λέξεις αρχίζουν συνήθως με κεφαλαίο,
η πικρή πείρα τις υποβιβάζει μετά ν' αρχίσουν με μικρό γράμμα,
μέχρι που μια ακόμη πικρότερη εμπειρία τις βάζει σε εισαγωγικά
(Ερνέστο Σάμπατο)


Να φτιάξουμε έναν ουρανό
με λίγες λέξεις
(Ν.Βρεττάκος)

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Η επικαιρότητα του Αντόρνο

Τη χρονιά που τελείωσε ο B' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Αντόρνο ήταν 42 ετών και ο Τόμας Μαν 70. Πώς εξηγείται ότι η διάγνωσή τους για την κατάσταση της Ευρώπης είναι σήμερα τόσο επίκαιρη;

Στις 3 Ιουνίου του 1945, ένα μόλις μήνα μετά το τέλος του πολέμου, ο Αντόρνο έστειλε μια επιστολή στον Τόμας Μαν για να του ευχηθεί για τα εβδομηκοστά γενέθλιά του. Ο φιλόσοφος ζούσε εξόριστος στην Καλιφόρνια, όπως και ο συγγραφέας. Στην επιστολή του, ζητούσε από τον Μαν να μην αφήσει τη δημιουργικότητά του να επηρεαστεί από τις φρικτές εικόνες που έρχονταν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι διανοούμενοι έπρεπε να αντισταθούν στη φρίκη, να αποκομίσουν τα απαραίτητα διδάγματα, να βοηθήσουν την ανθρωπότητα να προχωρήσει.

Πέντε χρόνια αργότερα, στις 3 Ιουνίου του 1950, ο Αντόρνο έστειλε από τη Φρανκφούρτη νέα επιστολή στον ηλικιωμένο συγγραφέα, ο οποίος είχε μετακομίσει στο Gran Hotel Dolder της Ζυρίχης. Αυτή τη φορά, ο φιλόσοφος τού ζητούσε να ανακαλέσει την απόφασή του να μείνει μακριά από τη χώρα του. Όπως έγραφε, περισσότερο κι από τον εθνικισμό, τον νεοφασισμό και τον αντισημιτισμό, τον ανησυχούσε ένα άλλο φαινόμενο: η πολιτισμική οπισθοδρόμηση. Αξίες και αρχές που αποτελούσαν τα θεμέλια της κοινωνίας γίνονταν παιχνίδια στα χέρια οποιουδήποτε ήθελε να τις αμφισβητήσει.

«Ούτε δέκα άλογα δεν θα μπορούσαν να με τραβήξουν πίσω στη Γερμανία», απάντησε ο Τόμας Μαν, απορρίπτοντας την παράκληση του φίλου του. Ο συγγραφέας ήταν απογοητευμένος γιατί η έκκληση που είχε απευθύνει στις αρχές του πολέμου στους συμπατριώτες του να δείξουν αξιοπρέπεια, γενναιότητα και κοινή λογική είχε πέσει στο κενό. Αυτό που προκαλεί όμως εντύπωση σε όποιον ξαναδιαβάζει εκείνες τις επιστολές, γράφει ο Χέρμαν Τερτς στην Ελ Παΐς, είναι η τραγική επικαιρότητα της διάγνωσης του Αντόρνο. H πολιτική στάση μιας κοινωνίας που έβγαινε από έναν καταστροφικό πόλεμο με εκατομμύρια νεκρούς, ευθυνόταν για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ιστορίας και ζούσε ανάμεσα σε περιττώματα και ποντίκια, μοιάζει τόσο πολύ με τη σημερινή στάση πλούσιων κοινωνιών, που δεν έζησαν κανέναν πόλεμο και γνωρίζουν μια ευημερία προσβλητική για τον υπόλοιπο κόσμο. Εξήντα και πλέον χρόνια ειρήνης, ελευθερίας και υλικής ευημερίας δεν στάθηκαν φαίνεται αρκετά για να αυξήσουν την αυτοεκτίμηση των Ευρωπαίων και να βελτιώσουν τη σχέση τους με την πνευματική τους κληρονομιά.

«H οπισθοδρόμηση αντανακλάται στην απουσία διατύπωσης μιας σαφούς πολιτικής θέσης, στην προθυμία υπεράσπισης οποιασδήποτε θέσης, ανεξαρτήτως των συνεπειών», τόνιζε το 1950 ο Αντόρνο στην επιστολή του. H οπισθοδρόμηση αυτή μάς επιτρέπει σήμερα να κλείνουμε τα μάτια στον αυταρχισμό του Πούτιν, να ανεχόμαστε τη συνεχιζόμενη καταπίεση των γυναικών στον αραβικό κόσμο, να δικαιολογούμε την τρομοκρατία στο όνομα της φτώχειας. Κάτι φταίει γι' αυτή τη γενικευμένη σύγχυση, παρατηρεί ο Τερτς. Και δυστυχώς ο Αντόρνο κι ο Τόμας Μαν δεν ζουν για να μας το αναλύσουν.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία και Πολιτισμοί ( μέρος πέμπτο/τελευταίο )

Μόνοι, δηλαδή καταδικασμένοι

Ο Κλοντ Λεβί Στρως υποστηρίζει ότι η ιδιαίτερη μοίρα και η μοναδική κατάρα που μπορεί να συνθλίψει ένα ανθρώπινο σύνολο και να το εμποδίσει να πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες του είναι να ζει απομονωμένο. Η ισχύς και η σημασία αυτής της θέσης μπορεί να αντληθεί από την πορεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις - κράτη βρίσκονταν σε μια περιοχή γεωγραφικά προνομιούχα. Η ελληνική χερσόνησος βρίσκεται πολύ κοντά στην Ανατολία, στη Μεσοποταμία αλλά και στην Αίγυπτο. Οι μικρές αποστάσεις με τις χώρες αυτές επέτρεπαν τη διοχέτευση στοιχείων από τους πολιτισμούς αυτούς προς τον ελληνικό. Η γραφή, η γεωργία και τα μεταλλικά εργαλεία ήταν οι σημαντικότερες γνώσεις που συνέβαλαν στη θεμελίωση του ελληνικού πολιτισμού. Η γεωγραφική κατάτμηση του ελληνικού χώρου, λόγω των βουνών και της εκτενούς ακτογραμμής του, καθιστούσε δύσκολη την πολιτική ενοποίηση. Συνεπώς δημιουργήθηκαν πολλά ανεξάρτητα κράτη με δικό τους πολίτευμα και κυβέρνηση. Αυτή η εξέλιξη δεν επέτρεπε την ανάδυση ενός καθολικού δικτάτορα, που θα επέβαλλε το δικό του τρόπο σκέψης σε όλη την Ελλάδα. Η γεωγραφία ευνόησε την ανάπτυξη πολλών ανεξάρτητων διανοητών και εάν μια πόλη δεν εκτιμούσε αυτό που σκέπτονταν, μπορούσαν πάντα να πηγαίνουν σε άλλη διπλανή κάτι που δε συνέβαινε με τα αυταρχικά και υπερσυγκεντρωτικά συστήματα άλλων λαών, όπως ήταν των Αζτέκων και των Κινέζων.
Υπάρχει μια σαφής σχέση μεταξύ του πολιτικού κατακερματισμού και της πολιτισμικής δημιουργίας. Η εποχή κατά την οποία ένας πολιτισμικός χώρος διασπάται σε πολλά κυρίαρχα κράτη θα πρέπει να είναι η εποχή που προκύπτουν πολλά επιτεύγματα. Ο πολιτικός κατακερματισμός ενισχύει την ετερογένεια περισσότερο από όσο είναι ανεκτό σε ένα συνηθισμένο ιμπεριαλιστικό κράτος. Τυπικά παραδείγματα αποτελούν οι προαναφερθείσες πόλεις - κράτη στην αρχαία Ελλάδα και τα μικρά δουκάτα και οι δημοκρατίες της Ιταλίας κατά την Αναγέννηση.
Παραδόξως όμως η γεωγραφική διαίρεση από αιτία προόδου μπορεί να μετατραπεί σε τροχοπέδη εξέλιξης. Το 14ο αιώνα στην αμερικανική ήπειρο, παρά την τεράστια έκταση της, εμφανίστηκαν μόνο δύο πολιτισμοί σχετικά ανεπτυγμένοι, οι Αζτέκοι και οι Ίνκας. Η μεγάλη όμως γεωγραφική απόσταση ανάμεσα τους σε συνδυασμό με την ορεινή μορφολογία του εδάφους καθιστούσε την επικοινωνία εξαιρετικά δύσκολη. Την 3η χιλιετία π. Χ. ο Μινωικός Πολιτισμός εισήγαγε κασσίτερο από τη Μικρά Ασία και χαλκό από την Κύπρο μέσω των θαλάσσιων οδών. Το 1470 π. Χ. σημειώθηκε έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, η οποία αποδυνάμωσε αισθητά τη Μινωική Κρήτη επαληθεύοντας τον καταστροφικό ρόλο της φύσης στην κατάρρευση μεγάλων πολιτισμών. Στη συνέχεια κυριάρχησαν οι Μυκηναίοι στο Αιγαίο οι οποίοι ευτύχησαν να αφομοιώσουν πολλά πολιτισμικά στοιχεία από τους Μινωίτες, δίνοντας ώθηση στο δικό τους πολιτισμό. Οι Ρωμαίοι στο ρου της Ιστορίας πορεύτηκαν υιοθετώντας στοιχεία από πολλούς γειτονικούς λαούς : τους Λατίνους, τους Ετρούσκους και τους Έλληνες. Οι Αζτέκοι, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσαν στην ουσία μια συνομοσπονδία τεσσάρων φυλών ( Ακολούα, Τεπάνεκ, Τσιτσίμεκ, Μέξικα ), ωστόσο δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το νεολιθικό επίπεδο εξέλιξης τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι κατασκεύαζαν πυροβόλα όπλα και ίδρυαν πανεπιστήμια ( 16ος αιώνας ). Ο Φρανσίσκο Πιζάρο  προτού αναχωρήσει για τη Νότιο Αμερική στις αρχές του 16ου αιώνα επισκέφθηκε το Πανεπιστήμιο ης Σαλαμάνκα. Ο κατοπινός καταλύτης της αυτοκρατορίας των Ίνκας για να είναι προετοιμασμένος ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα για τους Ίνκας μέσα από γραπτές μαρτυρίες και αναφορές ενός προγενέστερου κονκισταδόρου, του κατακτητή των Αζτέκων Χερνάν Κορτές. Ο αντίπαλός του αυτοκράτορας Αταχουάλπα δε διέθετε ανάλογες πηγές πληροφόρησης, καθώς ο λαός του δεν είχε κάποιο γείτονα που θα του "δάνειζε" τη γραφή. Η αμερικανική πολιτισμική "συμμαχία" των Αζτέκων αλλά και των Ίνκας πιο νότια πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε λαούς λιγότερο διαφορετικούς μεταξύ τους από εκείνους του ευρασιατικού κόσμου. Με άλλα λόγια, οι Τσιτσίμεκ δεν μπορούσαν να "δανειστούν" κάτι από τους συγγενείς Μεξίκα διότι πιθανότατα το είχαν ενώ, για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι ευτύχησαν να δανειστουν την Άλγεβρα από τους Άραβες.
Η διαδικασία της παγκόσμιας εξέλιξης δεν έχει κατ' εξοχήν οικολογικά, βιολογικά, γεωγραφικά και γενετικά αίτια. Ο Βρετανός ιστορικός Τζ. Μ. Ρόμπερτς υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός προέκυπτε πάντα από τη σύγκληση ενός αριθμού παραγόντων, οι οποίοι δημιουργούσαν σε μια ορισμένη περιοχή τις προϋποθέσεις για να εμφανιστεί κάτι αρκετά συμπαγές ώστε να αναγνωριστεί αργότερα ως πολιτισμός. Το γεγονός ότι υπήρχαν διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικές επιρροές και διαφορετικές κληρονομιές από το παρελθόν, σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν κινούνταν σε όλα τα μέρη του κόσμου με τον ίδιο βηματισμό, ούτε προς τους ίδιους στόχους. Η ιδέα ενός αμετάβλητου προτύπου κοινωνικής "εξέλιξης" έχασε την αξιοπιστία της πριν ακόμα την ιδέα της "διάχυσης" από μια κοινή πηγή πολιτισμού. Σε αυτό το σημείο είναι ανάγκη να διαχωρίσουμε τη διαφορετικότητα από την ανωτερότητα. Ο Αμερικανός Άλμπερτ Μπένεριτγ, ένας ιμπεριαλιστής γερουσιαστής των αρχών του 20ού αιώνα έλεγε : "Δεν είναι αληθές ότι κάθε φυλή χωρίς εκπαίδευση και καθοδήγηση έχει το δικαίωμα να αυτοκυβερνάται. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, οι Ινδιάνοι είχαν δικαίωμα να αυτοκυβερνηθούν. Η Αμερική τους ανήκε, είτε μπορούσαν είτε δεν μπορούσαν να αυτοκυβερνηθούν. Εάν ήταν ικανοί να κυβερνηθούν τότε δεν ήταν μόνο λάθος αλλά και εγκληματικό να εγκαθιδρύσουμε την ανεξάρτητη δημοκρατία μας ( των Ηνωμένων Πολιτειών ) πάνω στη γη τους, χωρίς τη συναίνεση τους". Ο Αμερικανός πολιτικός μετέφραζε την ινδιάνικη διαφορετικότητα και την τεχνολογική πρόοδο των λευκών σε κοινωνική και πολιτισμική ανωτερότητα των δεύτερων. Είναι αλήθεια ότι ο διαφορετικός "βηματισμός" του Τζ. Μ. Ρόμπερτς μοίρασε στους πολιτισμούς το πνεύμα και την τεχνολογία άνισα και πολλές φορές δεν έδωσε τίποτα από τα δύο.
Τα σημαντικότερα ηθικά διλήμματα περιστρέφονται γύρω από λαούς που ακόμη και σήμερα ζουν σε μονολιθικά δομημένες κοινωνίες. Αποδεχόμενοι τη σπουδαιότητα της βιολογικής μας ισότητας ( εκτός και αν κάποιος πιστεύει στον εμφάνιση του Homo Superbus ) πρέπει να σκεφτούμε ποιό είναι το καθήκον των πιο προηγμένων απέναντι σε αυτούς, τους υλικά αδικημένους. Η διαφορετικότητα  αφορά την πνευματική και κοινωνική πτυχή των πολιτισμών, ενώ η ανισότητα απευθύνεται στις υλικές κατακτήσεις. Έτσι, ο καφές των Αμερικανών ιθαγενών επηρεάζει μέχρι σήμερα τις ζωές εκατομμυρίων δυτικών, ενώ το μπαρούτι των Ευρωπαίων επηρέασε την ύπαρξη των ιθαγενών. Η ειρωνεία είναι ότι ο σύγχρονος Μαδριλένος δεν μπορεί να "ζήσει" χωρίς να πιεί καφέ το πρωί, ενώ οι πρόγονοι του εξολόθρευσαν τους δημιουργούς του ροφήματος. Το ερώτημα λοιπόν είναι ποιός επιβίωσε, οι Ισπανοί ή οι Ίνκας;

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία και Πολιτισμοί ( μέρος τέταρτο )

Το "λιθαράκι" της βίας

Όταν γίνεται λόγος για βία, πρόκειται για τη φυσική διαπολιτισμική ένοπλη σύγκρουση, τους πολέμους και κάθε είδους καταναγκασμό. Η εμφάνιση, η ανάπτυξη, η εξέλιξη και η εξαφάνιση εκατοντάδων πολιτισμών έχει μια αιτιοκρατική σχέση με την επιθετικότητα που δείχνουν. Από την παλαιότερη ιστορία, οι χιλιάδες πολεμικές αναμετρήσεις ανάμεσα σε έθνη, αυτοκρατορίες και κράτη διαμόρφωσαν τα σημερινά σύνορα. Η παραβίαση των ορίων ενός κράτους, μιας ομάδας, ή μιας κοινωνίας οδηγούσαν σε συνοπτικές αποφάσεις πολέμου. Πρόκειται για ένα σενάριο πού πιο σύνθετο από ό,τι φαίνεται. Οι κυνηγοί - τροφοσυλλέκτες επινόησαν "μηχανισμούς εχθρότητας", μόλις ένιωσαν ότι απειλούνται οι πηγές από τις οποίες αντλούσαν τα κατάλληλα προς επιβίωση αγαθά, όπως το νερό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ζωτικοί αυτοί πόροι διεκδικούνταν από πολλούς και συνεχώς αυξανόμενους πληθυσμούς. Η δημογραφική έκρηξη απαιτούσε ανάλογους τόπους προέλευσης ενέργειας και τροφής, στους οποίους δικαίωμα θα είχαν μόνο τα άτομα της αντίστοιχης φυλής. Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν τα πρώτα "χωροκρατικά" ταμπού. "Οι πρωτόγονοι χωρίζουν τον κόσμο σε δύο ξεκάθαρα κομμάτια. Από τη μια είναι το εγγύς περιβάλλον - σπίτι, γύρω χωριά, συγγενείς, φίλοι, ήμερα ζώα και μάγισσες, και από την άλλη το πιο μακρινό περιβάλλον - γειτονικά χωριά, συμμαχίες ανάμεσα σε φυλές, εχθροί, άγρια ζώα και φαντάσματα. Αυτή η θεμελιώδης τοπογραφία διευκολύνει τη διάκριση ανάμεσα σε εχθρούς που επιτίθενται και σκοτώνουν, και σε φίλους που δεν ενεργούν έτσι".
Ο ανθρωπολόγος Κιθ Οτερμπάιν μελέτησε ποσοτικά σε 46 πολιτισμούς, από τις απλές σχετικά κοινωνίες των Τίβι και Τζιράρο στις πιο πολύπλοκες κοινωνίες όπως των Αιγυπτίων, Χαβανέζων και Ιαπώνων, τις μεταβλητές που επηρεάζουν την πολεμοχαρή συμπεριφορά. Καθώς οι κοινωνίες γίνονται πιο σύνθετες και συγκεντρωτικές, αναπτύσσουν πιο περίπλοκους στρατιωτικούς μηχανισμούς και πολεμικές τεχνικές και όσο πιο πολύπλοκοι είναι οι στρατιωτικοί μηχανισμοί τόσο πιο πιθανό είναι να θέλουν να επεκταθούν πέρα από το χώρο της επικράτειας τους και να εκτοπίσουν ανταγωνιστικούς πολιτισμούς. Οι Ισπανοί στρατιώτες του Κορτές ανήκαν σε ένα κράτος το οποίο ζυμώθηκε με ιερούς πολέμους εναντίον των Αράβων και με εμφυλίους. Το ανεπτυγμένο στρατιωτικό δόγμα περί εξοντωτικού πολέμου, απαύγασμα πολλών αιώνων επαφής και ασχολίας με τη στρατιωτική τέχνη βρήκε αντιμέτωπους τους Αζτέκους πολεμιστές, οπλισμένους με αγχέμαχα όπλα. Η μαχητική αξία των Αζτέκων περιοριζόταν στην απλή συλλογή αιχμαλώτων για να τους θυσιάσουν και ύστερα τους έτρωγαν. Οι Ισπανοί επέβαλαν την εξουσία τους με όλα τα μέσα, χωρίς να διστάζουν να σπέρνουν το θάνατο, όπως δείχνουν οι σφαγές της Τσολούλα και του Μεξικού. Τα πάντα προμήνυαν τη σφαγή των Αζτέκων. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μέσω της συνεχούς στρατιωτικής εμπειρίας, κατόρθωσε να συντηρεί για αιώνες μια στρατιωτική μηχανή ικανή να υπερασπιστεί το ρωμαϊκό πολιτισμό όταν αμυνόταν και να υιοθετήσει στοιχεία άλλων λαών όταν έκανε επιθετικούς πολέμους. Έτσι οι ρωμαϊκές λεγεώνες κατέκτησαν την Ιταλική Χερσόνησο μέσα σε 200 χρόνια. Μολονότι οι δυναμικοί πολιτισμοί, όπως ήταν οι Ισπανοί ή οι Ρωμαίοι, είχαν κερδίσει αναμφίβολα "άδεια παραμονής" στην εξέλιξη της ιστορίας, ωστόσο αυτό δεν συντελέστηκε ανεπαίσθητα, καθώς σημειώθηκαν σημαντικότατες εξελίξεις στη δημιουργικότητα και στην ιδεολογία των λαών αυτών. Τόσο στην τέχνη όσο και στην επιστήμη ο πόλεμος παρεμποδίζει την ατομική δημιουργικότητα. Ακόμα και στις πλέον εφαρμοσμένες επιστήμες, όπως η Ιατρική, η συνολική επίδραση του πολέμου είναι αρνητική. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ήταν ολέθριοι καθώς οι περισσότερες μορφές δημιουργικότητας υπέφεραν σε όλον τον κόσμο. Από την άλλη πλευρά αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις είναι βραχυπρόθεσμες. Αν ο πόλεμος δεν είναι μακροχρόνιος ή κτηνώδης, η δημιουργική παραγωγικότητα θα επιστρέψει σύντομα στα προπολεμικά της επίπεδα. Η Ευρώπη του 5ου αιώνα μ. Χ. δεν είχε καμία προοπτική πολιτισμικής άνθησης λόγω των πρόσφατων επιδρομών των αχαλίνωτων Ούννων. Αντίθετα, συμβαίνει να υπάρχουν περιπτώσεις που οι εμπειρίες πολιτικών αναταραχών και βίαιων γεγονότων αποτελούν ιδανική θεματολογία για την ανάπτυξη πνευματικής δραστηριότητας με διδακτικό περιεχόμενο. Ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή ακολούθησε τους Περσικούς Πολέμους, η αμερικανική λογοτεχνία προέκυψε μετά την Αμερικανική Ανεξαρτησία στα τέλη του 18ου αιώνα. Στον 20ό αιώνα η Ελλάδα προσέφερε τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στη λογοτεχνία και στη μουσική έπειτα από πολέμους, πολιτική βία και στρατιωτικά κινήματα. Συνεπώς η γέννηση αξιών, ιδανικών και ιδεολογιών αντικατοπτρίζει την προγενέστερη βία. Αρκετοί στοχαστές. όπως ο Νίτσε και ο Χέγκελ, πίστευαν ότι οι πόλεμοι ήταν αναγκαίοι και λειτουργικοί, ενώ η ειρήνη φέρνει νωθρότητα, παρακμή και εκφυλισμό. Σύμφωνα με το στρατιωτικό αναλυτή και ιστορικό Έντουαρντ Λούτβακ, αν δεν υπήρχαν οι πόλεμοι τότε πιθανότατα να βρισκόμασταν ακόμα στην Εποχή του Λίθου ή στην καλύτερη περίπτωση στην αυτοκρατορία των Σουμερίων ή των Φαραώ. Πρόκειται για την αντίληψη της ειρήνης ως "κοινωνικό κακό".

συνεχίζεται..

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία και Πολιτισμοί ( μέρος τρίτο )

Θρησκεία, "τρέφει" και "τρέφεται"

Ο γεωγράφος Μαξ Ντερού υποστηρίζει ότι η θρησκεία είναι συχνά η "ιεροποίηση" ενός τρόπου ζωής, συγγενούς με κάποιο οικολογικό σύστημα. Είναι γεγονός ότι πολλοί πολιτισμοί θεοποίησαν ποτάμια, βουνά, ζώα, αλλά καθοριστική στη διαμόρφωση θεοτήτων υπήρξε η τροφή. Στις γεωργικές κοινωνίες η χρόνια έλλειψη κρέατος επηρέασε βαθιά τη θρησκευτική πίστη. Μολονότι η γεωργία επέτρεψε την αύξηση του πληθυσμού, ωστόσο ο άνθρωπος είχε ανάγκη να τραφεί και με κρέας. Για τις κοινωνίες που κατοικούσαν σε βιότοπους επαρκείς σε ποικιλία ζωικών και βιολογικών οργανισμών, η μακροβιότητα και η δημογραφική αύξηση ήταν βεβαία, με άμεσο αντίκτυπο στην υλική ευημερία. Σε περιοχές όμως που το κυνήγι δεν ήταν άφθονο, δεν υπήρχε αρκετό πλεόνασμα κρέατος με αποτέλεσμα οι πολιτισμοί αυτοί να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα από τη μια στρεφόμενοι στα οικόσιτα ζώα και από την άλλη περιορίζοντας τις μερίδες τους.
Υπήρχαν ωστόσο ομάδες που δε διέθεταν ούτε μεγάλα θηράματα ούτε εξημερωμένα κτήνη, καθιστώντας τη σίτιση εξαιρετικά δυσχερή. Οι άνθρωποι αυτοί, μεταξύ των οποίων ήταν και οι Αζτέκοι, βρήκαν διέξοδο στον κανιβαλισμό. Οι ανθρωποθυσίες εγκρίνονταν από τους Θεούς, μέσω των ιερέων, και οι μάζες δικαιολογούσαν έτσι την ανθρωποφαγία τους ιερό - νομιμοποιώντας την. Στην Ινδία μετά το 600 π.Χ., όταν οι πληθυσμοί έγιναν πυκνότεροι και τα εξημερωμένα ζώα μειώθηκαν ανάλογα, η κατανάλωση κρέατος περιορίστηκε αναγκαστικά, ώσπου έγινε μονοπώλιο των Βραχμάνων και των πατρόνων τους. Ο απλός κόσμος αγωνίστηκε να διατηρήσει μερικά ζωντανά για να καλύψει τις ανάγκες του σε γάλα, σε κοπριά ως καύσιμο, αλλά και στις μεταφορές. Σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο εμφανίστηκαν μεταρρυθμιστικές θρησκείες, κυρίως ο βουδισμός και ο ζαϊνισμός, που επιχείρησαν να καταργήσουν τις κάστες και το κληρονομικό ιερατείο και να απαγορεύσουν το σφάξιμο των ζώων. Οι μάζες ενστερνίστηκαν τις νέες θρησκείες και τελικά με τη δική τους υποστήριξη η αγελάδα αναγορεύτηκε ιερό ζώο. Η πειθαρχεία και η εγκράτεια των Ινδών προσδίδει μια περισσότερο πνευματική αντίληψη αντιμετώπισης των πραγμάτων από την αντίστοιχη ωμή πρακτική των Αζτέκων.
Η θρησκεία ως απόρροια του διαιτολογίου των λαών ευθύνεται για τη μοίρα πολλών πολιτισμών. Το Ισλάμ, μία εκ των οπισθοδρομικών θρησκειών της Ανατολής, κρατούσε μακριά από τη ζωή των πιστών αγαθά όπως το αλκοόλ και το χοιρινό κρέας. Κατ' επέκταση τέτοιου είδους απαγορεύσεις καθιστούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες λιγότερο ευκταίες στους μουσουλμάνους. Οι πολιτισμοί αυτοί είχαν ως επακόλουθο να είναι αποκομμένοι από τυχόν εξελίξεις στον υλικό και στον πνευματικό τομέα των γειτόνων τους. Οι μουσουλμάνοι συμβουλεύονταν τον αλάθητο λόγο του Αλλάχ, μέσω Κορανίου, όχι μόνο σε θεολογικά ζητήματα αλλά επίσης σε πρακτικά, νομικά και κοινωνικά. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που διοικείτο ουσιαστικά από τον ιερό νόμο σαρία μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα στήριζε την οικονομία της σε μεγάλο βαθμό στις μη μουσουλμανικές κοινότητες για τις οποίες δεν υπήρχαν περιορισμοί. Από τα τέλη του 17ου μ.Χ. αιώνα είχαν αρχίσει να φαίνονται τα σημάδια "κόπωσης" στην άλλοτε κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, ώσπου τελικά κατέρρευσε στις αρχές του 20ου αιώνα υπό την αμείλικτη πίεση των εκσυγχρονισμένων Ευρωπαίων.
Πολλές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας περνούσαν από ιερατικό "κόσκινο". Αυτό ήταν γνώρισμα όχι μόνο των πιστών του Αλλάχ, αλλά σχεδόν όλων των προγονικών λαών μας. Αρκεί το ένστικτο για να συλλάβει κανείς την επιρροή των εκπροσώπων του Θεού στις πολεμικές συγκρούσεις. Ο Ισπανός ιερέας Βαλβέρντε, μπροστά στην άρνηση του αυτοκράτορα των Ίνκας να ασπαστεί τον χριστιανισμό, αναφώνησε τους παρευρισκόμενους στρατιώτες: "Σας δίνω άφεση αμαρτιών, εξοντώστε τους ειδωλολάτρες". Μέσα σε λίγη ώρα η σφαγή των Ίνκας είχε ολοκληρωθεί. Πολλοί πόλεμοι ξεκινούσαν με τις ευλογίες του Θεού, στοιχείο που φανάτιζε τους θεοφοβούμενους στρατούς καθιστώντας τους ορμητικότερους και πιο πιθανούς νικητές. Η συντριβή των μουσουλμάνων Αράβων από τους Ισπανούς αποθεματοποίησε έναν υπερβάλλοντα θρησκευτικό ζήλο έτοιμο να εκτονωθεί στους υπερπόντιους ειδωλολάτρες Ίνκας και Αζτέκους. Η κατάκτηση της Αμερικής πραγματοποιήθηκε στο όνομα του βασιλιά και της Αγίας Παρθένου Μαρίας.
Τα παραδείγματα των Αζτέκων και των Ίνκας μαρτυρούν και μια άλλη πτυχή της θρησκείας, το στοιχείο της κοινωνικής συνοχής ως θεμελιακή προϋπόθεση στην επιβίωση ενός πολιτισμού. Το σύνολο των τύπων λατρείας με τις οποίες εκδήλωναν την πίστη τους οι υπήκοοι αυτών των δύο αυτοκρατοριών δεν ήταν καρπός ενός λαϊκού θρησκευτικού κινήματος ή συνείδησης, όπως συνέβη με τις ευρύτατα διαδεδομένες θρησκείες που εξαπλώθηκαν στον αρχαίο κόσμο, σαν το χριστιανισμό, αλλά έργο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης που βρισκόταν στην κορυφή της πυραμίδας. Ας συλλογιστούμε τί ελπίδες πολιτισμικής επιβίωσης μπορεί να έχει ένας λαός χωρίς ισχυρό θρησκευτικό συναίσθημα απέναντι σε φανατισμένα στρατεύματα όπως ήταν οι ευρωπαϊκοί στρατοί της αναγεννησιακής περιόδου. Την υποταγή των Αζτέκων στους χριστιανούς την προδίκαζε ακόμα και το σύνολο των δοξασιών που είχαν σχέση με τους θεούς. Ο ερχομός των γενειοφόρων Ισπανών εκλαμβανόταν ως απελευθέρωση, σηματοδοτώντας το κλείσιμο μιας παλαιάς εποχής και το άνοιγμα μιας νέας. Βέβαια η αντίσταση μιας κοινωνίας μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους παράγοντες βαθμού εξέλιξης των πολιτισμών, αλλά οπωσδήποτε η επιβίωση μετά από μια πολεμική σύρραξη πολλαπλασιάζει τις ευκαιρίες για πρόοδο, αποκαλύπτοντας έτσι τον παράγοντα βία στη διαμόρφωση της Ιστορίας.

συνεχίζεται..

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία και Πολιτισμοί ( μέρος δεύτερο )

Από τη γεωργία στην πόλη και από την πόλη στον πολιτισμό

Η έλλειψη ζώων εμπόδιζε τη μεταφορά καρπών ανά περιοχή με αποτέλεσμα πολλά καλλιεργούμενα είδη να είναι άγνωστα σε άλλες χώρες καθιστώντας οπισθοδρομικό τον παράγοντα γεωργία. Το κλίμα δεν επηρέασε μόνο την κατά τόπους παρουσία και εξέλιξη των ζώων αλλά συνετέλεσε καταλυτικά στην εδραίωση γεωργικών κοινωνιών. Το ιδανικό κλίμα υπήρχε λίγο πολύ σε διάσπαρτα μέρη του πλανήτη, καθώς σε όλες σχεδόν τις ηπείρους εμφανίζονται εύκρατες περιοχές. Παρ' όλα αυτά η μορφολογία του εδάφους και κυρίως οι μεγάλοι ποταμοί σε αυτά τα σημεία του πλανήτη αποτέλεσαν πραγματικούς μαγνήτες για τις πρώτες ομάδες ανθρώπων και ενίσχυσαν στη μετεξέλιξη τους σε οργανωμένες κοινωνίες.
Οι πρώτοι πληθυσμοί που απέκτησαν τον τίτλο του "πολιτισμού" από τους ιστορικούς ήταν αυτοί που αναπτύχθηκαν κοντά σε μεγάλους ποταμούς. Πρόκειται κυρίως για τις ευρύτερες περιοχές της Μεσοποταμίας με τον Τίγρη και τον Ευφράτη, της Αιγύπτου με το Νείλο, της κοιλάδας του Ινδού ποταμού και της Κίνας με τον περίφημο Κίτρινο Ποταμό. Αυτοί λοιπόν οι "υδραυλικοί πολιτισμοί" εκμεταλλεύθηκαν το άφθονο νερό των παρακείμενων ποταμών και το εύφορο έδαφος γύρω από αυτούς και ανέπτυξαν μεθόδους καλλιέργειας. Τα αυξανόμενα παραγόμενα προϊόντα ανταλλάσσονταν με άλλα αγαθά που δε διέθεταν οι συγκεκριμένοι, θέτοντας τις απαρχές του εμπορίου. Το πλεόνασμα όμως των των γεωργικών αποθεμάτων ήταν το "κλειδί" για να ανοίξουν οι πύλες των πρώτων πόλεων. Αυτό δηλαδή το περίσσευμα της σοδειάς έδινε περιθώρια απαλλαγής κάποιων ομάδων από την άμεση συμμετοχή στις γεωργικές εργασίες. Οι πιο φιλόδοξοι και ικανοί από αυτές τις σωματοποιημένες κλίκες σχημάτισαν την κυβερνητική ελίτ σε εξελικτικά πιο συγκεντρωτικές κοινωνίες. Οι πρώτοι αυτοί ηγέτες πέτυχαν να εκτρέψουν τα έσοδα προς την κατασκευή μνημειωδών θρησκευτικών κέντρων, που αποτελούσαν σημείο αναφοράς για τους αντίστοιχους πληθυσμούς. Αυτό έλαβε χώρα περί το 3.500 π.Χ. στη Μεσοποταμία και περί το 3.100 π.Χ. στην Αίγυπτο. Στην πεδιάδα του Ινδού η πόλη ανέκυψε περί το 2.500 π.Χ., ενώ στην Κίνα η αστικοποίηση ξεκίνησε γύρω στο 1.800 π.Χ. Τότε εμφανίστηκαν και οι πρώτες πόλεις στο εσωτερικό των οποίων αναδύθηκαν νέες ανάγκες, προσδίδοντας μια πολυπλοκότερη φυσιογνωμία σε αυτά τα "νεογνά" αστικά κέντρα και συντελώντας στην πρεμιέρα μιας υποτυπώδους εξειδίκευσης. Τα αποθέματα τροφίμων "γέννησαν" ένα διοικητικό σύστημα το οποίο πλαισίωναν άτομα με διαφορετικές ιδιότητες. Έτσι, ενώ οι αρχηγοί και οι στρατιωτικοί οργάνωναν και προστάτευαν την πόλη, ένα άλλο μέρος του πληθυσμού μπορούσε πλέον εκτός από τους αγρούς να στραφεί σε δραστηριότητες που διευκόλυναν την καθημερινή ζωή. Η μεταλλουργία, η οπλοποιία και η ανάπτυξη της γραφής αποτελούν τις πρώτες κατακτήσεις της ανθρώπινης εφευρετικότητας στα χέρια αυτών των κοινωνιών. Κοινωνίες όπως αυτές των Παπούα στη Νέα Γουινέα δεν μπόρεσαν να εξελιχθούν τεχνολογικά διότι ξόδευαν τον περισσότερο χρόνο τους στην εξαιρετικά χρονοβόρα καλλιέργεια των ριζοβουνιών, καθώς το περιβάλλον δεν ευνοούσε άλλες σοδειές. Συνεπώς παρέμειναν για πάντα ένας λαός κυνηγών και στατικών γεωργών.
Η υπεροχή των γεωργικών πολιτισμών επαληθεύτηκε όταν συγκρούστηκαν με τους "κυνηγούς" και νομαδικούς λαούς. Οι νομάδες συνδεδεμένοι ως ένα βαθμό με τη γεωργία - πολλοί δε εξ αυτών καλλιεργούσαν δημητριακά με σύντομο κύκλο - άλλοτε παρέμεναν κοντά στους αγρούς και άλλοτε όχι. Ο ποιμενικός τρόπος ζωής όμως δεν τους επέτρεψε να ιδρύσουν ένα σημαντικό οικιστικό κέντρο, στερώντας τους τα σχετικά πλεονεκτήματα της πόλης. Η συνεχής ενασχόληση και επαφή των γεωργικών - κτηνοτροφικών λαών με τα οικόσιτα ζώα συνετέλεσε στην εμφάνιση εκ μέρους αυτών των κτηνοτρόφων ενός είδους ανοσίας σε κάποιες ασθένειες. Όταν έφτασαν οι Ευρωπαίοι στην Αμερική στα τέλη του 15ου αιώνα έφεραν μαζί τους την ευλογιά, η οποία ευθύνεται για την εξόντωση του 95% του ιθαγενούς πληθυσμού. Οι καλλιέργειες και τα κοπάδια ( πέραν των μικροβίων ) περιέχουν πολύ περισσότερη διατροφική αξία από το άγριο περιβάλλον. Η έλλειψη πρωτεΐνης στην τροφή των Παπούα στη νησιωτική Νέα Γουινέα επηρέασε βαθύτατα τη σωματική ανάπτυξη των ανθρώπων. Συνεπώς η καλύτερη τροφή συνεπαγόταν την αύξηση των αγροτικών και κτηνοτροφικών πληθυσμών των οποίων η πυκνότητα ήταν 10 με 100 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των κυνηγών. Έτσι οι τελευταίοι, ολιγάριθμοι και χωρίς ανάλογη διοικητική οργάνωση, εκτοπίστηκαν από τους αγροτοκτηνοτρόφους, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τη σημασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα της γης για την επιβίωση τους, θέλησαν να το "ανταμείψουν" προσδίδοντας του υπερφυσικές ιδιότητες.

συνεχίζεται..

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ιστορία και Πολιτισμοί ( μέρος πρώτο )

Νότιος Αμερική, 15 Νοεμβρίου 1532. Κοντά στην πόλη Καχαμάρκα του Περού είναι έτοιμοι να συγκρουστούν δύο αυτοκρατορικοί στρατοί, 168 Ισπανοί αντιμέτωποι με 80.000 σκληροτράχηλους Ίνκας. Μέσα σε εικοσιτέσσερεις ώρες 7.000 Ίνκας θα κείτονταν κομματιασμένοι στο πεδίο της μάχης ενώ ο αυτοκράτοράς τους θα κατέληγε αλυσοδεμένος. Η μάχη όμως είχε κερδηθεί από τους Ισπανούς πριν ακόμα ξεκινήσει. Το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, το ατσάλι, τα άλογα, το μπαρούτι, τα πλοία, τα μικρόβια και η Αγία Παρθένος Μαρία ήταν τα ατού των Ισπανών.

Η έννοια του πολιτισμού συγκροτείται από την εξέλιξη των υλικών και των πνευματικών συνθηκών της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου. "Η ιδέα ενός αμετάβλητου προτύπου κοινωνικής εξέλιξης έχασε την αξιοπιστία της πριν ακόμα την ιδέα της  διάχυσης από μια κοινή πηγή πολιτισμού". Δεν ευτύχησαν όλοι οι πολιτισμοί να παράγουν θέατρο ή δημοκρατία ούτε είχαν όλοι την τιμή να είναι πατρίδα σπουδαίων προσωπικοτήτων όπως ήταν ο φιλόσοφος Μαρξ ή ο στρατηλάτης Σογκούν Τοκουγκάβα Ιεϊάσου. Ωστόσο, το ολίσθημα της ανθρωπότητας σημειώθηκε όταν η πολιτισμική διαφορετικότητα ταυτίστηκε αυθαίρετα με τη φυλετική ανωτερότητα. Ο καλλιεργούμενος εθνοκεντρισμός δεν επέτρεψε στις πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες να εξετάσουν την ιδιαιτερότητα και την ευρύτερη προσφορά των πολιτισμών με τους οποίους ήρθαν σε επαφή. Οι Άγγλοι αποικιοκράτες δεν ήταν πιο ευφυείς από τους υποταγμένους Ινδούς, ούτε ο χριστιανισμός ήταν καλύτερη ή πιο "πολιτισμένη" θρησκεία από τον ινδουισμό. Σήμερα είναι δυνατόν μέσα από τη συνεργασία πολλών επιστημών να διακριθούν εκείνα τα στοιχεία ποθ δικαιολογούν όχι μόνο τις μεγάλες διαφορές αλλά αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη διαχρονική πνευματική και υλική ανισότητα πάνω στον πλανήτη μας.

Μία φραγκόκοτα δε φέρνει την άνοιξη

Το 1492, όταν ο Κολόμβος πάτησε στο Νέο Κόσμο, οι Αμερικανοί ιθαγενεις κυριεύτηκαν από αισθήματα τρόμου και απορίας όχι μόνο από τη θέα αλλόκοτων και πάνοπλων Ισπανών στρατιωτών αλλά από τα τετράποδα κτήνη που έφεραν μαζί τους. Μπροστά στο μέγεθος και στην ταχύτητα των αλόγων οι δύσμοιροι ιθαγενείς δεν μπορούσαν να αντιπαρατάξουν κάτι ανάλογο. Οι 20 περίπου Μπαντχάουντ σκυλιά-ιχνηλάτες χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για να ξετρυπώσουν τους ταλαίπωρους ιθαγενείς που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τους Ισπανούς. Η κατοχή και η χρήση αυτών των τετράποδων πλασμάτων από τους κονκισταδόρους μαρτυρά την πρόοδο που σημείωσαν στην ευρύτερη τιθάσευση των ζωντανών. Η ευεργετική ικανότητα των ζώων να χρησιμοποιούνται όχι μόνο ως στρατιωτικό όπλο αλλά ως μεταφορικό μέσο και κυρίως ως τροφή, δεν έτυχε συστηματικής εκμετάλλευσης από τους ιθαγενείς Αμερικανούς.
Το 1500 μ.Χ. τα μόνα ζώα που εξημερώθηκαν στη Νότιο Αμερική ήταν ο ινδόχοιρος, τα λάμα και τα αλπάκα, ενώ στην Κεντρική το μόνο "κατοικίδιο" ήταν η γαλοπούλα. Δίχως αμφιβολία οι κάτοικοι αυτών των περιοχών στερήθηκαν τη γρήγορη μεταφορά, τη στρατιωτική και την αγροτική χρήση αλλά και το αρκετό σε ποσότητα θρεπτικό κρέας των ζώων. Ενώ η Ευρασία διέθετε 13 είδη οικόσιτων θηλαστικών, στην Αμερική υπήρχε μόνο ένα. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην υποσαχάρια Αφρική, είναι εντυπωσιακό ότι το μόνο κτήνος που εξημέρωσε ο άνθρωπος ήταν ένα πουλί, η φραγκόκοτα. Στην Αφρική όλα τα άγρια θηλαστικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν δυνατο να υπακούσουν σε ανθρώπινη εντολή. Η τσίτα δεν μπορεί να αναπαραχθεί στην αιχμαλωσία, η ανθρώπινη παρουσία καθιστά τη ζέβρα νευρική σε σημείο που να γίνεται επιθετική, ενώ οι ρινόκεροι και οι ιπποπόταμοι έχουν πολύ ατίθαση συμπεριφορά. Αν αυτά τα ζώα εξημερώνονταν και μόνο η στρατιωτική τους χρήση θα μπορούσε να αλλάξει την έκβαση ιστορικών πολεμικών συγκρούσεων και φυσικά την εξέλιξη των κατόχων των δύστροπων ζώων. Ας φανταστούμε το υποθετικό σενάριο της επέλασης εξημερωμένων λιονταριών με Αφρικανούς αναβάτες εναντίον του ευρωπαϊκού ιππικού. Οι τελευταίοι θα αφανίζονταν ή θα υποτάσσονταν και μαζί με αυτούς και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος.
Φυσικά τίθεται το ερώτημα, πως είναι δυνατόν να οικοδομήθηκε και να διατηρήθηκε για αιώνες ο περίφημος αιγυπτιακός πολιτισμός πριν από 5.000 χρόνια εφόσον στην αφρικάνικη ήπειρο δεν υπήρχαν "συνεργάσιμα" κτήνη. Η Αφρική, σε αντίθεση με την Αμερική, βρίσκεται πολύ κοντά στην Ασία. Τα ζώα που χρησιμοποίησαν οι Αιγύπτιοι χιλιάδες χρόνια πριν από τους Αζτέκους και τους Ίνκας ήταν ασιατικό "δάνειο". Ο άξονας Βορράς-Νότος, ως κύριο γεωγραφικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής ηπείρου, σήμαινε ότι τα είδη που υπήρχαν αλλά και αυτά που εξημερώνονταν σε ένα μέρος δεν μπορούσαν να εξαπλωθούν, καθώς το κλίμα αλλάζει και η προσαρμογή στις νέες καιρικές συνθήκες είναι ανέφικτη. Αντίθετα όμως, ο άξονας Δύση-Ανατολή επιτρέπει τη μετανάστευση και την πιο εύκολη επιβίωση λόγω των συγγενέστερων κλιματολογικών συνθηκών. Έτσι η γαλοπούλα δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το μέρος στο οποίο εξημερώθηκε, το Μεξικό, ενώ τα λάμα δεν ξέφυγαν από τις Άνδεις.

συνεχίζεται..

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Γράφοντας ένα αριστούργημα

Αποφάσισα να επιχειρήσω αυτό το ταξίδι χωρίς να έχω το χάρτη. Το έβλεπα σαν μια σύντομη διαφυγή από την καθημερινότητα και, ομολογουμένως, είχα αρκετή αυτοπεποίθηση πιστεύοντας ότι θα τα έβγαζα πέρα ακόμα και χωρίς το χάρτη. Γι'αυτό και δεν μπήκα στη διαδικασία να τον αναζητήσω, να τον κλέψω, έστω να τον επινοήσω. Ούτε καν μου πέρασε απ'το μυαλό πόσο εύκολο είναι να χαθείς μέσα σ'έναν επεξεργασμένο φλοιό ξύλου.
Σήκωσα το βλέμμα από τη ρωγμη του τοίχου στο παράθυρο και, αντικρύζοντας το φως του πρωινού, η πένα μου γλίστρησε από το χέρι, καρφώθηκε στο χαρτί, ισορρόπησε για μια στιγμή κι έπειτα έπεσε στο πλάι σχηματίζοντας μια ανεπαίσθητα λεπτή γραμμή στο λευκή ως τότε σελίδα.
Στεκόμουν για ώρες με την πλάτη ακουμπισμένη στο κενό. Στο τέλος υποχώρησα. Ξάπλωσα μπρούμυτα και το άφησα να κοιμηθεί πάνω μου.