Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Πάντα..Τώρα..

Δημιουργώ εικόνες στο μυαλό μου. Βάφω τη θάλασσα γκρι μολυβί κι εκεί που βαθαίνει την κάνω σταχτοπράσινη.
Παρά τη συννεφιά κάθομαι κάτω από μια μεγάλη ψάθινη ομπρέλα για να μου προσφέρει τη συντροφιά της.
Μια επιγραφή με συμβουλεύει να μην αφήσω το βλέμμα να χαθεί στον ορίζοντα.
Το χάνω...και δεν το ξαναβρίσκω...και μαζί του χάνομαι κι εγώ σ'ολα τα "τώρα".
Μερικοί θεωρούν το εφήμερο του εαυτού τους αιώνιο. Για μένα αιωνιότητα είναι κάθε "τώρα".
Όλα τα "τώρα" μας κάνουν ένα "πάντα" του οποίου η διάρκεια είναι τόσο διαφορετική για τον καθένα μας.
Ακόμη κι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μπορεί νε είναι ένα πάντα. Ποτέ δε ζητώ το πάντα με την έννοια του αιώνιου μου αρκεί το τώρα με τη δύναμη της στιγμής
Κάνω πλάνα για το "μετά" και ξέρω πως το "μετά" πρέπει να το διαχειριζόμαστε με πολλή προσοχή κι έχοντας στο νου τις κάθε είδους ανατροπές.
Από την άλλη πήρα χρώματα...και μέχρι να τελειώσουν πρέπει να ζωγραφίσω τους ανέμους...όλους....
Αυτούς που χαϊδεύουν κι αυτούς που δροσίζουν κι αυτούς που σε αναστατώνουν κι αυτούς που με την ορμή τους σε εμποδίζουν να προχωρήσεις κι αυτούς που μουρμουράνε μυστικά νοήματα στ' αυτιά σου κι αυτούς που σε τυλίγουν με την υπέροχη αύρα τους και παίρνεις βαθιές ανάσες για να τους κάνεις δικούς σου πριν χαθούν για πάντα.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Μια αριστερή ηθική

Εχει γίνει αυτό που ο Καµύ θα αποκαλούσε «ριζοσπάστης µεταρρυθµιστής». Τρέφει τη φιλοδοξία να φτάσει σε µια «ευτυχία χωρίς υπερβατικότητα», όπως θα έλεγε ο Σπινόζα. Στα 91 του, ο διευθυντής του Νουβέλ Οµπζερβατέρ Ζαν Ντανιέλ παραδίδει στην ανθρωπότητα µια «αριστερή ηθική».

1) ∆εν θέλω να αλλάξω τον κόσµο· θέλω να τον µεταρρυθµίσω.

2) Ο προηγούµενος αιώνας θα έπρεπε να µας έχει πείσει να δυσπιστούµε απέναντι σε όλες τις επαναστάσεις, να κατανοούµε όλες τις αντιστάσεις και να αγκαλιάζουµε το µεταρρυθµιστικό πνεύµα.

3) Η έκρηξη των δογµάτων και των ιδεολογιών θα έπρεπε να µας έχει καταδικάσει στη σεµνότητα και σε µια πραγµατική λατρεία των σύνθετων καταστάσεων. Σε ό,τι µε αφορά, έχω αποφασίσει να ενδιαφέροµαι πάντα για τους λόγους που έχουν όσοι διαφωνούν µαζί µου.

4) Η σοφία έγκειται στο να µην κάνεις ποτέ διάκριση ανάµεσα στις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας. Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη οδηγεί στη ζούγκλα των ανταγωνισµών. Η ισότητα χωρίς την ελευθερία οδηγεί στην οµοιοµορφία και την τυραννία. ∆εν πρέπει επίσης να κάνεις διάκριση ανάµεσα στη µέριµνα για τη δηµιουργία πλούτου και τη µέριµνα για την κατανοµή του. Ο στόχος κάθε δηµιουργίας είναι ο άνθρωπος.

5) Με την έννοια αυτή, το χρήµα δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύµβολο ενός εµπορεύµατος και το εργαλείο που χρησιµεύει για την καλύτερη κυκλοφορία του.

6) Σύµφωνα µε τον Μαρξ, η βία είναι αποτέλεσµα της µετάβασης από τη µια εποχή στην άλλη, όπως συνέβη στη διάρκεια της µετάβασης από τον φεουδαρχισµό στον καπιταλισµό. Μόνο σε αυτή την περίπτωση η βία είναι προοδευτική, ή ακόµη και επαναστατική.

7) Παρά ταύτα, ένας «αναπόφευκτος και ταυτόχρονα αδικαιολόγητος» πόλεµος µπορεί να είναι αναγκαίος για λόγους αυτοάµυνας. Πρέπει όµως να κηρύσσεται µόνο ως έσχατο µέσο, αφού έχουν αποκλειστεί όλες οι άλλες λύσεις.

8) Στη µοίρα ενός θύµατος δεν είναι γραµµένο ότι θα είναι πάντοτε θύµα. Μετά την απελευθέρωσή του, µπορεί να µετατραπεί σε δήµιο.

9) Από την παιδική µου ηλικία έµαθα να θεωρώ τον εξευτελισµό ένα από τα χειρότερα δεινά της ανθρωπότητας.

10) Υπάρχουν πολλοί τρόποι να µην παραιτηθείς µπροστά στις δυστυχίες της ζωής και τις κατάρες των ανθρώπων. Μπορεί να θεωρείς ότι «η ζωή δεν είναι τίποτα, αλλά τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή» (Μαλρώ). Οτι «δεν πρέπει να αναζητείς τον Θεό σε κανένα άλλο µέρος από όλα τα µέρη» (Ζιντ). Οτι µόνο ο θαυµασµός που µετατρέπεται σε αγάπη µπορεί να µας εµποδίσει να θεωρούµε ότι «η ζωή είναι ένα θορυβώδες και παθιασµένο παραµύθι που το διηγείται ένας ηλίθιος και δεν σηµαίνει τίποτα» (Σαίξπηρ). Ετσι κι αλλιώς, όπως λέει µεγαλειωδώς ο Φρανσουά Τσενγκ, «όλες οι κρίσεις, όλες οι λατρείες και όλες οι τελετές µπορούν να εξαφανιστούν, εκτός από µία, την Οµορφιά».

Aν ο Θεός υπάρχει..

«Λακανιστής, ορθόδοξος σταλινικός, δογματικός και εχθρός του διαλόγου»: έτσι χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ. Και εκθέτει τους στόχους του, διόλου ταπεινούς, είναι αλήθεια.

ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. «Το κύρος που απολαμβάνει τα τελευταία χρόνια η Χάνα Άρεντ αποτελεί τη σαφέστερη ένδειξη της ήττας της Αριστεράς»: η φράση αυτή ανήκει σε έναν φιλόσοφο που απορρίπτει την ταύτιση του ριζοσπαστισμού με τον ολοκληρωτισμό και διαμαρτύρεται για την εξίσωση της πολιτικής με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο ίδιος δεν φοβάται να δηλώνει ριζοσπάστης, γιατί θεωρεί πως το να σκέπτεσαι σημαίνει να τα σκέπτεσαι όλα από την αρχή. Απορρίπτει τον διάλογο στο όνομα του λενινισμού: ο Ισπανός πρωθυπουργός, για παράδειγμα, δεν έκανε διάλογο με τις πολιτικές δυνάμεις ούτε περίμενε «να ωριμάσουν οι συνθήκες» προτού επιβάλει ποσοστώσεις στη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή. Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι ο καπιταλισμός θα συνεχίσει να κυριαρχεί: σε όσους υποστηρίζουν ότι μια μεγάλη οικολογική καταστροφή θα φέρει το τέλος του καπιταλισμού, απαντά ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο, αφού θα ανοίξουν τότε νέες αγορές για επενδύσεις. Στο περιθώριο αυτού του παντοδύναμου καπιταλισμού ζητεί ο Σλαβόι Ζίζεκ να επανιδρυθεί η Αριστερά. «Δεν προτείνω να δημιουργηθεί ένα νέο επαναστατικό κόμμα», λέει σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς. «Λέω απλώς πως πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό και να μη θεωρούμε υπέρτατες αξίες την ανοχή, το κοινωνικό κράτος και τους Τρίτους Δρόμους».

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΗΘΙΚΗΣ. Ο 57χρονος φιλόσοφος δεν συμφωνεί με τον Χάμπερμας ότι υπάρχει ένα όριο στην ευγονική που δεν μπορούμε να το υπερβούμε. Σήμερα μπορούμε να εμφυτεύσουμε ένα τσιπάκι σ' ένα ποντίκι και να το τηλεκατευθύνουμε. Αύριο θα γίνει το ίδιο με τον άνθρωπο. Οι Κινέζοι πειραματίζονται ήδη με τον εξ αποστάσεως έλεγχο του εγκεφάλου. Και αυτό τρομάζει πολύ τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Σε ένα πρόσφατο συνέδριο, ένας επίσκοπος είπε ότι ο εγκέφαλος είναι η τηλεόραση και η ψυχή ο αποκωδικοποιητής, άρα οποιοσδήποτε πειραματισμός είναι άτοπος και απαράδεκτος. Ενδιαφέρον επιχείρημα, αλλά λανθασμένο, λέει ο Ζίζεκ. Αν ένα φάρμακο μπορεί να με κάνει πιο γενναίο, πιο διαυγή, πιο γενναιόδωρο, πού υπεισέρχεται η ηθική;

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΘΕΪΣΜΟΥ. Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει ότι αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται. Το κυριότερο μάθημα της σύγχρονης τρομοκρατίας, γράφει ο Ζίζεκ στη Χέραλντ Τρίμπιουν, είναι ότι αν ο Θεός υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται, συμπεριλαμβανομένης της ανατίναξης χιλιάδων αθώων περαστικών. Οι φονταμενταλιστές κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό για να ικανοποιήσουν τη θέληση του Θεού και να κερδίσουν τη σωτηρία. Οι άθεοι το κάνουν όχι για να κερδίσουν την εύνοια του Θεού, αλλά επειδή σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Είδωλο εαυτού

Κανείς δε φαντάζεται ότι οι ξύλινες κούκλες βλέπουν όνειρα. Χθες το βράδυ είδα δύο. Στο πρώτο, είχα σταθεί μπροστά στον καθρέφτη, έπεσα με δύναμη πάνω του και αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, ολόενα πλησίαζα με μικρά βήματα τον καθρέφτη, ώσπου τελικά ενώθηκα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Μόλις ξύπνησα, κατευθύνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου προς τον καθρέφτη. Στάθηκα ενώπιον του ειδώλου μου. Μου φάνηκε ανέκφραστο και ψυχρό. Πανικοβλήθηκα. Έτρεξα προς το μέρος του, του άπλωσα το χέρι και το τράβηξα έξω από την κατοπτρική του φυλακή. Με ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Πέρασα το επόμενο βράδυ παρέα με το είδωλό μου στο συνηθισμένο μου ράφι της βιβλιοθήκης. Κοιμήθηκα και είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δολοφόνησα το είδωλό μου, ρίχνοντάς το ύπουλα από τη βιβλιοθήκη ενώ κοιμόταν και με τον ίδιο τρόπο αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, έκανα έρωτα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Όταν ξύπνησα, πρότεινα στο είδωλό μου να ξεβιδώσουμε τα κεφάλια μας και να τα ανταλλάξουμε ως ένδειξη αφοσίωσης και εμπιστοσύνης. Το δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Φορώντας πια το νέο μου κεφάλι, ενθουσιάστηκα με την πρόταση του ειδώλου μου να μετακινηθούμε στην ίδια πλευρά του ραφιού, για να βρισκόμαστε σε απόλυτη εγγύτητα. Το βράδυ, ωστόσο, δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Όταν το κατάφερα, είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δραπέτευσα από το ράφι της βιβλιοθήκης αφήνοντας πίσω το είδωλό μου, διένυσα πολλά χιλιόμετρα τρέχοντας, έφτασα στη θάλασσα και εκεί αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, συμφώνησα με το είδωλό μου να ξεβιδώσουμε και να ανταλλάξουμε ένα-ένα όλα μας τα μέλη, και αφού ολοκληρώθηκε η ολική μεταμόσχευση, αρρωστήσαμε βαριά και μετά πεθάναμε.
Εδώ και μερικά λεπτά έχω ξυπνήσει. Βρίσκομαι πίσω από ένα γυάλινο παραπέτασμα. Μπροστά μου στέκεται κάποιος που μου μοιάζει τρομακτικά. Νομίζω ότι με έχει υπνωτίσει. Ελέγχει πλήρως τις κινήσεις μου. Τον βλέπω τώρα να τρέχει προς το μέρος μου απλώνοντάς μου το χέρι.

Tom Waits - I want you


Μισείτε αλλήλους

"Το μίσος είναι ένα πολύτιμο ποτό, ένα δηλητήριο ακριβότερο από εκείνο που άρεσε στους Βοργίες ­ γιατί είναι φτιαγμένο με το αίμα μας, με την υγεία μας, με τον ύπνο μας και με τα δύο τρίτα της αγάπης μας! Ας κάνουμε λοιπόν οικονομία!" (Σαρλ Μπωντλαίρ).

H Αγάπη λέει: είμαι ευτυχισμένη με την ευτυχία σου και δυστυχισμένη με τα βάσανά σου. H Μοχθηρία, αν ήταν ειλικρινής, θα έλεγε: χαίρομαι όταν βασανίζεσαι και λυπάμαι όταν είσαι ευτυχισμένος. Ο Φθόνος είναι δυστυχής με την ευτυχία του άλλου και βασανίζεται διαρκώς, επειδή δεν έχει όσα έχει ο άλλος, δεν μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο άλλος, δεν είναι αυτό που είναι ο άλλος. H Ζήλεια προσπαθεί να καταστρέψει κάθε επιθυμία που θα επιθυμούσε το αντικείμενο της επιθυμίας της. H Εκδίκηση απαντά στο κακό με το κακό, το εισπράττει στο δεκαπλάσιο και το ανταποδίδει στο εκατονταπλάσιο. H Μνησικακία θα ήθελε το κακό που δέχεται να διαχέεται καθημερινά στην καρδιά εκείνου που της το έστειλε. Όσο για το Μίσος, εκείνο δεν λέει τίποτα. Προτιμά να κρυφτεί πίσω από άλλα συναισθήματα. Βρίσκεται παντού και πουθενά, σ' έναν φόνο ή ένα ψεύτικο χαμόγελο, σε μια χειρονομία που περιφρονεί ή σε μια πράξη που εξευτελίζει. Και έχει τη σπάνια ιδιότητα να μην ησυχάζει ακόμη κι αφού καταστρέψει το μισητό αντικείμενο. Ποδοπατά κάθε ίχνος του, προσπαθεί να εκμηδενίσει και την τελευταία του ανάμνηση.

Για να γνωρίσει κανείς το μίσος στην πιο σύγχρονη εκδοχή του, γράφει ο Ρομπέρ Ματζορί στη Λιμπερασιόν, αρκεί να παρακολουθήσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στη Λάτσιο, της οποίας ο αρχηγός απευθύνει στους οπαδούς της φασιστικό χαιρετισμό, και τη Λιβόρνο, της οποίας οι οπαδοί κρατούν πορτρέτα του Τσε και κυματίζουν κόκκινες σημαίες. Αν πάλι δεν τον ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο, μπορεί απλώς να κοιτάξει γύρω του. Θα νιώσει το μίσος παντού, στην τρομοκρατία, στον πόλεμο, στη σύλληψη ομήρων, στη δαιμονοποίηση των εχθρών, στην αναθεώρηση της Ιστορίας, στις ρατσιστικές διαδηλώσεις, στην απέχθεια προς τη γνώση, στην αλαζονεία των ηγετών της πολιτικής και της θρησκείας. Αν τη δεκαετία του '60 έλεγαν «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο», σήμερα το κυρίαρχο σύνθημα φαίνεται να είναι «κάντε πόλεμο και μισείτε αλλήλους!».

Οι συγγραφείς του συλλογικού τόμου «Το Μίσος», αναζητούν εξηγήσεις γι' αυτό το φαινόμενο. Μήπως ο φόβος και το μίσος ­ αναρωτιούνται ­ είναι απαραίτητα συστατικά κάθε ανθρώπινης κοινότητας; Μήπως το μίσος, εκτός από τις καταστροφικές του ιδιότητες, έχει και μια οργανωτική αξία; Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το μίσος προς τον πατέρα που οδηγεί στον φόνο και οι τύψεις που προκαλούνται βρίσκονται στην καρδιά της γέννησης του πολιτισμού, αφού οι απαγορεύσεις, οι αξίες και η δύναμη του Νόμου αποτρέπουν ­ θεωρητικά ­ την επανάληψη του κακού. Μα η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξη. Μην το ξεχνάμε: το μίσος είναι φτιαγμένο με το αίμα μας.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

...Μολύβι...

"Είναι μολύβι σ' αυτό που το μυαλό βρίσκει αδιέξοδο επάνω στο χαρτί, έτσι ώστε να μην τρελαθεί"
Μην σταματήσεις ποτέ να γράφεις...!

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Έρμαν Έσσε - Ο λύκος της στέπας

όποιος έχει γευτεί εκείνες της μέρες..με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ' τις κόρες των ματιών και σε κάνει σε κανει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο.
όποιος λοιπόν γευτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστιμένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή, και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα.

κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελλός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ' ένα κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρεί μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

κάπου μακρυά, σε πράσινες κοιλάδες κάποιοι υγιείς άνθρωποι καλλιεργούσαν σταφύλια και πάταγαν το κρασί για να μπορούν σε διάφορα μέρη του κόσμου, πολύ μακριά απ' αυτούς, μερικόι απογοητευμένοι και σιωπηλοί αστοί, οι αμήχανοι λύκοι της στέπας, να βρίσκουν λίγο κουράγιο και λίγο κέφι μέσα στα ποτήρια τους.

ποιο θυμόταν εκέινο το μικρό λυγερόκορμο κυπαρίσσι ψηλά στο βουνό πάνω απ' το Γκούμπιο, που μια κατολίσθηση το 'χε τσακίσει στη μέση, κι' όμως αυτό κρατήθηκε στη ζωή κι έβγαλε έναν καινούργιο βλαστό? ποιος δικαίωνε την εργατική νοικοκυρα του πρώτου ορόφου και την πεντακάθαρη αρωκαρία της? ποιος διάβαζε τις νύχτες πάνω απ' το Ρήνο τα συννεφογραψίματα της ομίχλης? ο λύκος της στέπας. και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελλό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρεί την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού?

στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. το πρωί ήταν γι' αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

είμαι περίεργος να δώ πόσα μπορεί ν' αντέξει ένας άνθρωπος. όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν' ανοίξω την πόρτα και θά 'χω σωθεί.

ο αστός είναι έτσι απ' τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθει.

βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

να ζείς στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ''σαν να μην κατέχεις'', ν' απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στη σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. και θα' πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο..

αποσπάσματα από το βιβλίο του Έρμαν Έσσε, Ο λύκος της στέπας

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Αξίες..

Είτε μιλάμε για τον τρόπο που πλούτισαν οι τραπεζίτες είτε για τον τρόπο που αγοράστηκε ένα διαμέρισμα, η συζήτηση γύρω από το ίδιο θέμα περιστρέφεται: τις αξίες, και το πώς μπορούμε να επιστρέψουμε σ΄ αυτές.

Η ιστορία των αξιών θα μπορούσε να ξεκινήσει με τον γιο ενός πάστορα από το Ρέκεν. Λεγόταν Φρειδερίκος Νίτσε, και διέκρινε πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του 1880, την κατάπτωση των αξιών που θα αναστάτωνε τον επόμενο αιώνα. Ένας «αλλόκοτος επισκέπτης» είχε φτάσει, ο μηδενισμός. Και όπως γράφει ο Χάρι Άιρς στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ο Νίτσε έτρεφε αμφιλεγόμενα αισθήματα απέναντί του. Από τη μια πλευρά, θα μπορούσε να αποτελέσει μια δύναμη κάθαρσης, που θα σάρωνε κάθε τι διεφθαρμένο και θα οδηγούσε σε μια νέα πνευματικότητα. Από την άλλη, ήταν ένα φαινόμενο επικίνδυνο, ιδιαίτερα επικίνδυνο. «Χάνουμε το κέντρο βάρους που μας επιτρέπει να ζούμε», έγραφε ο Γερμανός φιλόσοφος. «Είναι σαν να μην έχει νόημα η ύπαρξη, σαν να είναι όλα μάταια».

Η πορεία του 20ού αιώνα επιβεβαίωσε τον Νίτσε. Οι υλικές αξίες θεωρήθηκαν πιο αληθινές, λιγότερο υποκριτικές από τις πνευματικές. Η ιδανική ενσάρκωση αυτής της στροφής ήταν τοΥλικό Κορίτσι της Μαντόνα: «Ξέρεις ότι ζούμε σ΄ έναν υλικό κόσμο/ κι ότι είμαι ένα υλικό κορίτσι». Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η ίδια η επικράτηση των υλικών αξιών. Το πρόβλημα, που δεν προέβλεψε ο Νίτσε, ήταν ότι οι αξίες αυτές υπερτιμήθηκαν. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα, όπως οι τιμές των ακινήτων ή οι τραπεζικές καταθέσεις, άρχισαν να καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας. Η Μαντόνα το κατάλαβε εγκαίρως, και το ΄ριξε στη γιόγκα.

Η υπερτίμηση των «υψηλών» αξιών- όπως η δύναμη της εκκλησίας ή ο σωτήριος χαρακτήρας της τέχνης- ίσως να συνδέεται εν τέλει με τη διόγκωση των «χαμηλών» αξιών. Ίσως όλες οι ανθρώπινες αξίες να είναι καταδικασμένες να διογκώνονται και να υπερτιμώνται. Ο Βρετανός αρθρογράφος έχει μια εξήγηση: φταίει ότι προσπαθούμε να αψηφήσουμε τον θάνατο, ότι μας καταδιώκει το φάντασμα του μεσαιωνικού ποιητή που έλεγε Τimor mortis conturbat me (Ο φόβος του θανάτου με βασανίζει). Προσπαθούμε να τα αποκτήσουμε όλα τώρα, γνωρίζοντας ότι δεύτερη ευκαιρία δεν θα έχουμε. Και κάπου εκεί χάνουμε το μέτρο.

Οι όποιες καινούργιες αξίες γεννηθούν μέσα στα ερείπια του υλισμού θα πρέπει, έτσι, να είναι λιγότερο μεγαλεπήβολες. «Αυτά τα μικρά πράγματα- διατροφή, τόπος, κλίμα, ψυχαγωγία- είναι ασύλληπτα πιο σημαντικά απ΄ όλα όσα θεωρούσε κανείς σημαντικά ώς τώρα», γράφει ο Νίτσε στο Ιδού ο Άνθρωπος . Ένα απλό πιάτο φαΐ, ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα, μια ήσυχη συνείδηση- δεν χρειαζόμαστε πολύ περισσότερα.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Η κουλτούρα του καπιταλισμού

«Αδιάκοπα ανατρέπει την οικονομική δομή από μέσα, αδιάκοπα καταστρέφει την παλιά, αδιάκοπα δημιουργεί μια καινούργια».

Έτσι περιέγραφε στα μέσα του περασμένου αιώνα τον καπιταλισμό ο Γιόζεφ Σουμπέτερ. Για τον Αυστριακό οικονομολόγο, που το έργο του έχει έλθει πάλι τα τελευταία χρόνια στην επικαιρότητα, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μείνει ακίνητος. Είναι ένα σύστημα που οδηγείται από κύματα επιχειρηματικής καινοτομίας ή, όπως έλεγε, από μια διαρκή θύελλα «δημιουργικής καταστροφής». Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό της και με το φάντασμα του Σουμπέτερ να την καταδιώκει, έγραψε η Αμερικανίδα ιστορικός Τζόυς Άπλμπαϊ τη Διαρκή Επανάσταση (εκδ. W.W. Νorton & Company), ένα βιβλίο που ξεκινά από την Ολλανδία, αλλά η δράση του εκτυλίσσεται κυρίως στον αγγλοαμερικανικό κόσμο.

Η ανάδυση του οικονομικού συστήματος που ονομάστηκε καπιταλισμός ήταν απροσδόκητη, σημειώνει η συγγραφέας. Αντίθετα με τους κανόνες και τις αξίες που ίσχυαν τα προηγούμενα 4.000 χρόνια, αναπτύχθηκε μια νέα νοοτροπία που νομιμοποιούσε την επιδίωξη του κέρδους. Όπως επισήμαναν μια σειρά από συγγραφείς που προηγήθηκαν αρκετά του Άνταμ Σμιθ, τα στοιχεία οποιασδήποτε οικονομίας είναι ρευστά και διαπραγματεύσιμα. Η απόδειξη είναι ότι χάρις σε καινοτομίες που οδήγησαν σε μια νέα, εμπορική γεωργία, ο αγροτικός πληθυσμός της Βρετανίας έφτασε το 1800 να αποτελεί λιγότερο από το 40% του πληθυσμού έναντι 80% που ήταν τον 16ο αιώνα. Αυτό οδήγησε σε μια τεράστια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης που έθεσε τα θεμέλια του βρετανικού καπιταλισμού.

Με άλλα λόγια, «δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς μια κουλτούρα του καπιταλισμού». Φυσικά, δεν είναι καλά όλα τα καινούργια στοιχεία που παίρνουν τη θέση των παλιών. Η αναζήτηση του κέρδους απελευθέρωσε και ολέθριες δυνάμεις, όπως η επέκταση του αφρικανικού δουλεμπορίου ή οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια. Η ιστορία του καπιταλισμού περιλαμβάνει μοιραία και την αντίσταση στις επαναστάσεις που έφερε. Όπως γράφει πάντως ο βιβλιοκριτικός των Νιου Γιορκ Τάιμς, το βιβλίο της Άπλμπαϊ δίνει έμφαση στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, όχι στην αντίσταση σ΄ αυτές. Κι ένα από τα συμπεράσματά της είναι ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις όχι μόνο δεν βλάπτουν αυτές τις επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα τις στηρίζουν. Ο 13πλασιασμός των κονδυλίων της αμερικανικής κυβέρνησης για την έρευνα και τεχνολογία κατά την περίοδο 1941-1960 οδήγησε στη γέννηση πολλών καινοτομιών. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: το Ιnternet ήταν προϊόν της κυβερνητικής λογοκρισίας.

Ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε βέβαια παρά να τελειώνει με την Κίνα. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη αυτής της χώρας, τονίζει η συγγραφέας, διαψεύδει όσους θεωρούσαν τον καπιταλισμό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δημοκρατία. Και επιβεβαιώνει πανηγυρικά ότι αυτό το οικονομικό σύστημα έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες συνθήκες.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Το παιχνίδι των παιδιών

To Πανεπιστήμιο της Aix-en Provence ανακήρυξε τον Αντόνιο Ταμπούκι επίτιμο διδάκτορα. Και ο Ιταλός συγγραφέας εκφώνησε μια ομιλία με τίτλο «Εγκώμιο της λογοτεχνίας».

Γιατί γράφουμε; Το αναπόφευκτο αυτό ερώτημα επιστρέφει συνεχώς, όσο κι αν θέλεις να το αποφύγεις, όπως εκείνες οι ευσεβείς κυρίες που είναι αφοσιωμένες στην κατήχηση και κάθε Κυριακή κτυπούν αμείλικτα την πόρτα σου. Όμως ακόμη και η πιο ριζοσπαστική απάντηση όπως εκείνη που είχε δώσει ο Μπέκετ («γιατί δεν είμαι καλός σε τίποτα άλλο») είναι προφανώς ανεπαρκής και εμπνέεται από μια σεμνότητα και έναν αυτοσαρκασμό που δεν λύνουν το πρόβλημα. Γνωρίζω δεκάδες ανθρώπους που δεν είναι «καλοί σε τίποτα άλλο», και παρά ταύτα δεν έχουν γράψει στη ζωή τους ούτε μια γραμμή. Οι άλλες πιθανές απαντήσεις είναι όλες σεβαστές, αν και στην πραγματικότητα καμιά δεν είναι. Γράφουμε επειδή φοβόμαστε τον θάνατο; Είναι πιθανό. Ή μήπως γράφουμε επειδή φοβόμαστε τη ζωή; Κι αυτό είναι πιθανό. Γράφουμε επειδή νοσταλγούμε την παιδική μας ηλικία; Επειδή ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα;

Επειδή ο χρόνος περνά πολύ γρήγορα και θέλουμε να τον σταματήσουμε; Γράφουμε από θλίψη επειδή θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και δεν το κάναμε; Γράφουμε από τύψεις επειδή δεν θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και παρά ταύτα το κάναμε; Γράφουμε επειδή βρισκόμαστε εδώ, αλλά θα θέλαμε να βρισκόμαστε εκεί; Γράφουμε επειδή πήγαμε εκεί αλλά στην πραγματικότητα θα θέλαμε να έχουμε μείνει εδώ; Γράφουμε επειδή θα θέλαμε να είμαστε ταυτόχρονα εδώ που έχουμε φτάσει και εκεί όπου βρισκόμασταν νωρίτερα; Γράφουμε επειδή, όπως λέει ο Μπωντλαίρ, «η ζωή είναι ένα νοσοκομείο όπου όλοι οι ασθενείς θα ήθελαν να αλλάξουν κρεβάτι. Ο ένας θα προτιμούσε να υποφέρει δίπλα στο καλοριφέρ, ο άλλος είναι πεισμένος ότι δίπλα στο παράθυρο θα θεραπευόταν»;

Ή μήπως γράφουμε για παιχνίδι; Όχι όμως το καθαρό παιχνίδι, όπως διακήρυσσε άλλοτε η αβανγκάρντ στην Ιταλία και αλλού, όχι το παιχνίδι που παίζουν οι ταχυδακτυλουργοί της Κυριακής, αλλά ένα παιχνίδι που μοιάζει μ'εκείνο των παιδιών. Ένα παιχνίδι τρομερής σοβαρότητας. Γιατί όταν παίζει ένα παιδί, τα βάζει όλα στο παιχνίδι. Παίρνει ένα πετραδάκι, κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού του και, ενώ πέφτει το βράδυ, ακουμπά το πετραδάκι στην παλάμη του χεριού του και λέει πως αυτό το πετραδάκι είναι ο κόσμος. Προσοχή: δεν το σκέφτεται μονάχα, το λέει κιόλας, γιατί μονάχα αν το πει τα μάγια γίνονται πραγματικότητα και το πετραδάκι γίνεται ο κόσμος. Και το παιδί ξέρει ότι αν αυτό το πετραδάκι πέσει κάτω, ο κόσμος θα καταρρεύσει, τα άστρα θα τρελαθούν και θα έλθει το χάος. Με άλλα λόγια, κρατά στα χέρια του τις τύχες του κόσμου. Μέχρι τη στιγμή που θα φανεί στην πόρτα ο μπαμπάς του χαμογελώντας, το φαγητό είναι έτοιμο, κάνει κρύο, αύριο έχει σχολείο, πρέπει επιτέλους να μαζευτεί.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Ο καθένασμας, ο Θάνατος κι ο Ροθ

Είστε θρήσκος, Φίλιπ Ροθ; «Είμαι ακριβώς το αντίθετο. Είμαι αντι-θρήσκος. Θεωρώ τους θρήσκους αποκρουστικούς. Μισώ τα ψέματα της θρησκείας. Όλα είναι ένα μεγάλο ψέμα. Όταν γράφω, αισθάνομαι μοναξιά, φόβο, αγωνία. Και δεν χρειάστηκα ποτέ τη θρησκεία για να με σώσει».

Στα τέλη του 15ου αιώνα υπήρχε η συνήθεια να παίζουν στα αγγλικά νεκροταφεία κάποια αλληγορικά, ηθικοπλαστικά θεατρικά έργα. Το θέμα ήταν πάντα η σωτηρία. Και το ηθικό δίδαγμα ήταν του τύπου «Εργάσου σκληρά και θα πας στον Παράδεισο». Ή «Να είσαι καλός χριστιανός, αλλιώς θα πας στην Κόλαση». Ένα απ' αυτά τα έργα λεγόταν Ο Καθένασμας (Everyman) και γράφτηκε από έναν άγνωστο το 1485, ανάμεσα στον θάνατο του Τσώσερ και τη γέννηση του Σαίξπηρ. Ο Καθένασμας δέχεται επίσκεψη από τον Θάνατο. «Είμαι ο Θάνατος», του λέει. «Ω, Θάνατε», απαντά ο Καθένασμας, «ήλθες τη στιγμή που σε είχα λιγότερο στο μυαλό μου».

Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου του Φίλιπ Ροθ, ενός βιβλίου με μαύρο, κατάμαυρο εξώφυλλο και μια μονάχα στενή κόκκινη γραμμή κάτω από τον τίτλο: Everyman. Μοιάζει με τη Βίβλο, λέει στον συγγραφέα ο Δανός δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη για λογαριασμό της Γκάρντιαν. «Εγώ νομίζω πως μοιάζει με ταφόπλακα», απαντά εκείνος. Μα δεν θα αντιδράσει ο εκδότης, δεν θα ενοχληθούν οι βιβλιοκριτικοί, δεν θα ξενιστούν οι αναγνώστες; «Ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Πιστεύω πως πρέπει να επιβληθεί ένα μορατόριουμ 100 ετών σε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία. Να κλείσουν όλα τα τμήματα λογοτεχνίας, να καταργηθούν οι βιβλιοκριτικές, να απολυθούν οι κριτικοί. Οι αναγνώστες να αφεθούν μόνοι τους με τα βιβλία. Κι όποιος τολμά να εκφράζει οποιαδήποτε άποψη γι' αυτά, να φυλακίζεται ή να εκτελείται επιτόπου».

Για πολλά χρόνια, ο Ροθ είχε αποφασίσει να μη σκέπτεται τον θάνατο. Δεν άλλαξε την απόφασή του ακόμη κι όταν πέθαναν οι γονείς του. Όμως τον περασμένο Απρίλιο πέθανε ένας καλός του φίλος, συνομήλικος, κι όλα άλλαξαν. Ο θάνατος αυτός τον διέλυσε και τον τρομοκράτησε. Στα 72 του χρόνια, ο Ροθ φοβάται τον θάνατο, τη λήθη, το να μην είναι ζωντανός, να μην αισθάνεται τη ζωή, να μην τη μυρίζει. «Πριν από οκτώ χρόνια βρέθηκα στην κηδεία ενός συγγραφέα. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, χιούμορ, περιέργεια. Είχε φίλες, ερωμένες. Κι ήταν όλες εκεί. Γυναίκες όλων των ηλικιών. Κι όλες έκλαιγαν, και κάποια στιγμή εγκατέλειψαν την αίθουσα, γιατί δεν το άντεχαν». Στη δική του κηδεία τι θα κάνουν οι γυναίκες; «Αν κάνουν τον κόπο να περάσουν, μάλλον θα αποδοκιμάσουν το φέρετρο».

Το πάθος δεν αλλάζει με την ηλικία, λέει ο Ροθ. Εσύ αλλάζεις. Μεγαλώνεις. H δίψα για τις γυναίκες γίνεται πιο έντονη. Το πάθος για το σεξ αποκτά μια δύναμη που δεν την είχε νωρίτερα. Το πάθος για το γυναικείο σώμα γίνεται πιο επίμονο. Το σεξουαλικό πάθος είναι πάντα βαθύ, αλλά γίνεται βαθύτερο.

Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ

H πρώτη αίθουσα, που είναι αφιερωμένη στην αρχαιότητα, είναι κόκκινη, κόκκινη σαν τη φωτιά των εποποιών. Όπως έγραφε άλλωστε ο Αριστοτέλης, η μελαγχολία είναι ίδιον όλων εκείνων που ξεχωρίζουν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση ή στις τέχνες. Όλων των ηρώων, όπως εκείνος ο Αίας που απεικονίζεται σ' έναν αμφορέα να ετοιμάζει την αυτοκτονία του. Στον Μεσαίωνα, όπου είναι αφιερωμένη η επόμενη αίθουσα, η μελαγχολία προσλαμβάνει μάλλον αρνητικό χαρακτήρα: ο Δάντης μιλά στην Κόλαση για έναν «σκοτεινό βούρκο». Ύστερα αλλάζει ξανά, συνδέεται άλλοτε με τη διάνοια κι άλλοτε με την παράνοια, όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες (Οκτώβριος 2005) στο Παρίσι («Melancolie, genie et folie en Occident», Galeries nationales du Grand Palais). Μα είναι πάντα παρούσα στην τέχνη, από τον Πετράρχη μέχρι τον Μπωντλαίρ, από την αγορά των Αθηνών μέχρι την Αγγλία της Ελισάβετ κι από τη Ρωσία του Ντοστογιέφσκι μέχρι το Παρίσι του Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Κεντρική θέση στην έκθεση έχει η «Μελαγχολία» του Άλμπρεχτ Ντύρερ (1514), ένας πίνακας που προκαλούσε πάντα αντιφατικά συναισθήματα και πολλές συζητήσεις. Ο «Δον Γκασπάρ Μελτσόρ ντε Χοβεγιάνος» (Φρανθίσκο Γκόγια, 1798) μας παρατηρεί στηρίζοντας το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι, ενώ η «Γυναίκα στον ήλιο» (Έντουαρντ Χόπερ, 1961) προτιμά να κοιτάζει τον τοίχο. H μελαγχολία δεν ταυτίζεται όμως πάντα με τη δυστυχία: στο «Πορτραίτο του Ανρί Περσύ» (Νίκολας Χίλιαρντ, 1594), ένας όμορφος νέος άνδρας έχει βγάλει τα γάντιά του και απολαμβάνει το τοπίο ξαπλωμένος στο γρασίδι, δίπλα σ' ένα κλειστό βιβλίο.

Όσο κι αν άλλαζε μορφές, πάντως, η μελαγχολία ακολουθούσε πάντα λίγο έως πολύ τον ορισμό του Ιπποκράτη: «Όταν ο φόβος ή η δυστυχία επιμένει για καιρό, πρόκειται για μια μελαγχολική κατάσταση». Και αποτελούσε μόνιμο χαρακτηριστικό της Δύσης, τροφοδοτούμενη σε μεγάλο βαθμό από το σφάλμα και την ενοχή στα οποία στηρίζεται ο ιουδαιοχριστιανισμός. Μα έπεσε κι αυτή θύμα της παγκοσμιοποίησης. Στην τέταρτη έκδοσή του, το «Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των πνευματικών διαταραχών», που εκδίδεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελεί τη μοναδική πηγή αναφοράς για όλον τον κόσμο, καταργεί ουσιαστικά τη μελαγχολία και την εντάσσει στην ευρύτερη κατηγορία της κατάθλιψης. Πρόκειται για το «φάντασμα Κόκα-κόλα Μακντόναλντ», λέει στη Φιγκαρό ο Γάλλος καθηγητής Ψυχιατρικής Εντουάρ Ζαριφιάν, για την απαίτηση δηλαδή των αγορών να υπάρχει ένα προϊόν, μια εικόνα, μια λέξη. Ο «μαύρος ήλιος» της μελαγχολίας που είχε εξυμνηθεί από τον ποιητή Ζεράρ ντε Νερβάλ, οδηγώντας τον και στον θάνατο, δεν εμπνέει πια τους σημερινούς καλλιτεχνικούς δημιουργούς. Το μόριο αντικατέστησε την ποίηση. Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Πώς έγινα βλάκας

"Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Στο δημοτικό, η πιο απαίσια βρισιά είναι το να σε αποκαλέσουν διανοούμενο. Αργότερα, το να είσαι διανοούμενος γίνεται σχεδόν προτέρημα. Όμως αυτό είναι ψέμα: το να είσαι διανοούμενος είναι κουσούρι. Όπως οι ζωντανοί γνωρίζουνε πως θα πεθάνουν, ενώ οι νεκροί δε γνωρίζουνε τίποτα, πιστεύω πως το να είναι κανείς έξυπνος είναι χειρότερο από το να είναι βλάκας, γιατί ένας βλάκας δεν αντιλαμβάνεται τη βλακεία του, ενώ ένας έξυπνος, ακόμα κι αν είναι ταπεινός και μετριόφρων, ξέρει πως είναι έξυπνος, έτσι κι αλλιώς.

Λέει κάπου ο Εκκλησιαστής: όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον. Μην έχοντας όμως ποτέ τη τύχη να πάω στο κατηχητικό μαζί με τα άλλα παιδιά, δε προειδοποιήθηκα έγκαιρα για τους κινδύνους που ενέχει η μελέτη. Είναι πολύ τυχεροί οι χριστιανοί που τόσο νέοι έχουν ήδη μάθει να φυλάγονται από τους κινδύνους της ευφυΐας. Θα ξέρουν έτσι για όλη τους τη ζωή πως να την αποφεύγουν. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

Όσοι σκέφτονται πως η ευφυΐα εμπεριέχει κάτι το ανώτερο, σίγουρα δε διαθέτουν αρκετή για να αντιληφθούν πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατάρα. Οι δικοί μου, οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου, όλοι τους μ' εύρισκαν ευφυή, ανέκαθεν. Ποτέ δε κατάλαβα καλά το γιατί και το πως είχανε καταλήξει σ' αυτή την ετυμηγορία για το άτομό μου. Υπέφερα συχνά απ' αυτόν τον θετικό ρατσισμό, απ' αυτούς που συγχέουν την επιφανειακή ευφυΐα με την πραγματική και που σε καταδικάζουν, με μια προκατάληψη αναληθώς ευνοϊκή, να ενσαρκώνεις μια μορφή κύρους. Όπως ακριβώς η κοινή γνώμη εκστασιάζεται μπροστά στον νεαρό ή τη νεαρά που διαθέτουν το ύψιστο κάλλος, έτσι κι εγώ ήμουν το πανέξυπνο και καλλιεργημένο πλάσμα, προς σιωπηλή ταπείνωση εκείνων που ήταν λιγότερο προικισμένοι από τη φύση, απ' όσο εγώ. Πόσο πολύ απεχθανόμουν εκείνες τις συνεδρίες που συμμετείχα παρά τη θέλησή μου, με το να πληγώνω και να υποβιβάζω αγόρια και κορίτσια, που κρίνονταν ως λιγότερο ευφυή από μένα!

...Όλος ο κόσμος έχει να πει κάτι για τις γυναίκες, τους άντρες, τους μπάτσους, τους δολοφόνους. Γενικεύουμε όλοι, βασιζόμενοι στις προσωπικές μας εμπειρίες, σ' αυτά που μας βολεύουν, σύμφωνα με τα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε με τα πενιχρά μέσα των νευρικών κυττάρων μας κι ανάλογα με την οπτική γωνία των απόψεών μας. Είναι μια ευκολία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε γρήγορα, να κρίνουμε και να λάβουμε θέση. Αυτό δεν έχει καμμιάν αξία, κατά βάση, απλά πρόκειται για σήματα, για μικρές σημαιούλες που κουνά ο καθένας από μας. Κι όλοι μας υπερασπιζόμαστε την αλήθεια των συμφερόντων μας, του φύλου μας και των αγαθών μας.

Σε μια συζήτηση, οι γενικότητες προσφέρουν το πλεονέκτημα της απλότητας και της ρευστότητας των συλλογισμών, της εύκολης κατανόησής τους κι ως εκ τούτου έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση στο ακροατήριο. Αν θέλουμε να μεταφράσουμε αυτή τη σκέψη σε μαθηματική γλώσσα, θα λέγαμε πως οι συζητήσεις που βασίζονται στις γενικότητες είναι οι προσθέσεις, οι απλές πράξεις, που επειδή ακριβώς είναι προφανείς, αποκτούν αξιοπιστία ως προς την ορθότητα τους. Ενώ μια σοβαρή συζήτηση θα έδινε μάλλον την εντύπωση μιας σειράς ανισώσεων με πολλαπλούς αγνώστους, ολοκληρώματα και ταχυδακτυλουργίες με πολύπλοκους αριθμούς.

Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει, πάνω-κάτω, πως ένα ψάρι ποτέ δε ξέρει πότε κατουράει. Αυτό ταιριάζει τέλεια στους διανοούμενους. Γιατί είναι πεπεισμένοι πως είναι κι έξυπνοι επειδή χρησιμοποιούν το μυαλό τους. Ο κτίστης χρησιμοποιεί τα χέρια του, αλλά έχει επίσης μυαλό που μπορεί να του υποδείξει πως "αυτός ο τοίχος δεν είναι ίσιος κι έπειτα, ξέχασες να βάλεις τσιμέντο ανάμεσα στους τσιμεντόλιθους". Υπάρχει μια ανταλλαγή ανάμεσα στη χειρωνακτική δουλειά και στη σκέψη του. Ο διανοούμενος που δουλεύει με τη σκέψη, δε βιώνει αυτή την ανταλλαγή, τα χέρια του δε ζωντανεύουν για να του πουν: "Ε φιλαράκο, λάθος κάνεις! Η γη είναι στρογγυλή". Λείπει από τον διανοούμενο τούτη η διαφοροποίηση, έτσι λοιπόν νομίζει πως είναι ικανός να έχει μια εμπεριστατωμένη άποψη για τα πάντα. Ο διανοούμενος είναι σα τον πιανίστα που επειδή χρησιμοποιεί τα χέρια του με δεξιοτεχνία, νομίζει πως διαθέτει εξίσου την ικανότητα για να γίνει εκ φύσεως χαρτοπαίκτης, μποξέρ, νευροχειρουργός και ζωγράφος.

Προφανώς η εξυπνάδα δεν αφορά μονάχα τους διανοούμενους. Γενικά, όταν κάποιος ξεκινά λέγοντας: "Δεν είναι ότι θέλω να γίνω δημαγωγικός αλλά...", τότε πράγματι θέλει να γίνει δημαγωγικός. Έτσι λοιπόν, δε ξέρω πως ακριβώς να εκφράσω κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συγκαταβατικότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ευφυΐα είναι μια αρετή, που τη μοιράζεται το σύνολο του πληθυσμού, δίχως κοινωνική διάκριση: βρίσκουμε το ίδιο ποσοστό ευφυών ανθρώπων τόσο ανάμεσα στους καθηγητές ιστορίας και τους ψαράδες της Βρετάνης, όσο κι ανάμεσα στους συγγραφείς και στις δακτυλογράφους... Αυτό το συμπεραίνω εκ πείρας, μιας κι έχω συναναστραφεί πολύ με brain-builders, με στοχαστές και με καθηγητές, με χαζούς διανοούμενους και με φυσιολογικούς ανθρώπους, ευφυείς δίχως πιστοποιητικό ευφυΐας, δίχως τη θεσμική αύρα. Δε μπορώ να πω τίποτε άλλο. Πρόκειται για κάτι που είναι ακόμη πιο αμφισβητήσιμο, μιας κι είναι αδύνατον να μελετηθεί επιστημονικά. Δε θεωρούμε πως κάποιος είναι ευφυής, εχέφρων, ανάλογα με τα διπλώματά του: δεν υπάρχει τεστ ευφυΐας που να φανερώνει αυτό που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε ευθυκρισία. Μου ξανάρχεται κατά νουν αυτό που έλεγε ο Μάϊκλ Χερ, ο σεναριογράφος του "Full Metal Jacket", στο καταπληκτικό βιβλίο του Μισέλ Σιμάν, για τον Κιούμπρικ: "Η βλακεία των ανθρώπων δεν οφείλεται στην έλλειψη ευφυΐας τους, αλλά στην έλλειψη θάρρους τους".

Κάτι που μπορούμε να παραδεχτούμε, είναι πως το να έρχεται κανείς συχνά σ' επαφή με τα μεγάλα έργα, το να χρησιμοποιεί το πνεύμα του, το να διαβάζει συγγράμματα μεγαλοφυών ανθρώπων, ίσως να μη τον κάνει απαραίτητα ευφυή, καθιστά όμως τον κίνδυνο αυτό, ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι φυσικά, που μπορεί να έχουν διαβάσει Φρόϋντ, Πλάτωνα, μπορεί να παίζουν στα δάχτυλα τα κουόρκ και να ξέρουν να ξεχωρίσουν ένα κυνηγετικό γεράκι από ένα τσιχλογέρακα, αλλά να είναι εντούτοις ανόητοι. Παρ' όλ' αυτά, δυνητικά, η ευφυΐα, ερχόμενη σ' επαφή με πολλαπλά ερεθίσματα κι αφήνοντας το πνεύμα όλο και πιο συχνά να βυθίζεται σε μιαν ατμόσφαιρα εμπλουτιστική, βρίσκει κατάλληλον έδαφος για ν' αναπτυχθεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναπτύσσεται μια ασθένεια. Διότι η ευφυΐα είναι ασθένεια".

Martin Paz αποσπάσματα απο το 'πώς έγινα βλάκας'

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Αλληλεπίδραση

Από τα τρία μεγάλα κοσμικά δόγματα που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα, γράφει στο κύριο άρθρο του ο Εκόνομιστ, ο μαρξισμός έπεσε θύμα της καταστροφικής εφαρμογής του και πέθανε απότομα όσο και επώδυνα. Ο φροϋδισμός πνέει κι αυτός τα λοίσθια, αν και με πιο ειρηνικό τρόπο. Ο δαρβινισμός, αντίθετα, φαίνεται να δυναμώνει όλο και περισσότερο. Αφού οι «κοινωνικοί δαρβινιστές» τον καταδίκασαν σε μια εκατοντάχρονη στασιμότητα, ταυτίζοντάς τον με την επιβίωση των ισχυρών και την εγκατάλειψη των αδυνάτων, νέες θεωρίες τον τοποθετούν επιτέλους στο σωστό πλαίσιο. Το κοινό σημείο αυτών των θεωριών είναι ότι δεν βασίζονται στον ατομικό ανταγωνισμό, μία ιδέα που υποστήριξε μεταξύ των άλλων ο Χέρμπερτ Σπένσερ, αλλά στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι συχνά συγκρούονται, και οι συγκρούσεις αυτές καταλήγουν σε αιματοχυσία. Άλλο τόσο αλήθεια, όμως, είναι ότι συνεργάζονται. Το «φυσικό» περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η ανθρωπότητα δεν είναι η ζούγκλα ή η σαβάνα, αλλά η κοινωνία. Και ισχυρός δεν είναι ο γονιδιακά-ιδεολογικά-σωματικά-εμφανισιακά-θρησκευτικά-οικονομικά-τεχνολογικά "ανώτερος". Ισχυρή είναι μονάχα μια κοινωνία που διέπεται από σεβασμό στην ελευθερία, χωρίς καν να το επιδιώκει...

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Αρκεί να ξέρει να ακούει

«Κάνουμε το σχολείο που θέλουμε. Εξαρτιόμαστε μονάχα από τον εαυτό μας. Είναι καταπληκτικό». Έινε Λίινανκι, δασκάλα του Δημοτικού στο Αράμπια, ένα από τα 200 σχολεία του Ελσίνκι.

Είναι εννιά το πρωί και η Λίινανκι μαζί με τους άλλους δασκάλους του σχολείου πίνουν καφέ, διαβάζουν εφημερίδες και κουβεντιάζουν τα σχέδια της ημέρας. Κτυπά το κουδούνι και μπαίνουν στις τάξεις, που έχουν το πολύ 16 μαθητές η καθεμιά. Η δημοσιογράφος της Ελ Παΐς θα μπει σε μια τάξη 15χρονων και 16χρονων και θα παρακολουθήσει ένα μάθημα Σουηδικών, που είναι μία από τις επίσημες γλώσσες και τη μιλά το 6% του πληθυσμού. Στη μέση του μαθήματος, ένας από τους μαθητές σηκώνεται όρθιος και λέει ότι βαρέθηκε. «Δεν μ' αρέσει το μάθημα Σουηδικών, γιατί είναι υποχρεωτικό», διαμαρτύρεται. «Σε συγχαίρω γιατί είσαι ειλικρινής», του απαντά η δασκάλα.

Ποιο είναι το μυστικό αυτής της χώρας, που λατρεύει τους δασκάλους της, που δεν ενδιαφέρεται τόσο να έχει υψηλό ποσοστό επιτυχιών όσο χαμηλό ποσοστό αποτυχιών και που την τελευταία δεκαετία καταλαμβάνει σταθερά την πρώτη θέση στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την ποιότητα της εκπαίδευσης; Με ποιον τρόπο η εκπαίδευση στη χώρα αυτή έγινε ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κοινωνία; «Η Φινλανδία ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη, και η δεύτερη στον κόσμο, που επέτρεψε την ψήφο των γυναικών», απαντά ο Γιάρι Γιόκινεν, που εκπροσωπεί τη χώρα του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Και για τις γυναίκες ήταν ανέκαθεν ξεκάθαρο ότι τα παιδιά τους θα τα πάνε καλύτερα στη ζωή αν μελετήσουν». Ένας άλλος καταλυτικός παράγων ήταν η ανάγκη της Φινλανδίας να απαλλαγεί από τη σουηδική και ρωσική κυριαρχία. Για να το επιτύχει, έδωσε έμφαση στην εκπαίδευση και την εκμάθηση της φινλανδικής ως εργαλείου για την πολιτιστική απελευθέρωση. Τότε δημιουργήθηκαν και τα δημόσια σχολεία, που αντιστοιχούν σήμερα στο 90% του συνόλου.

Στις 10.45 κτυπά το κουδούνι για το διάλειμμα. Το κολατσιό είναι δωρεάν και η διευθύντρια, η Κάισου Κέρκεϊνεν, τρώει στην καντίνα μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές. «Σε αυτό το σχολείο κάνουν κουμάντο οι δάσκαλοι», λέει. «Αυτοί αποφασίζουν πού θα ξοδέψουμε τα χρήματά μας, αυτοί επεξεργάζονται το πρόγραμμα, πηγαίνουν εκδρομή όποτε θέλουν και επιλέγουν ορισμένα από τα βιβλία». Άλλοι ψαρεύουν στον πάγο κατά τη διάρκεια του μαθήματος Φυσικής Ιστορίας, άλλοι επισκέπτονται το μουσείο για το μάθημα Ιστορίας. Η απουσία κατευθυντήριων γραμμών από το υπουργείο τούς κάνει πιο δημιουργικούς. «Ο δάσκαλος δεν χρειάζεται να ξέρει πολλά», σημειώνει η Μάτι Μέρι, καθηγήτρια της Παιδαγωγικής Σχολής του Ελσίνκι. «Πρέπει να ξέρει να ακούει. Πολλές φορές, είναι πιο σημαντικό να ακούς τον μαθητή και να μοιράζεσαι μαζί του τη γνώση. Στη Φινλανδία υπάρχει αλληλοσεβασμός δασκάλων και μαθητών, ο οποίος δεν βασίζεται στην ιεραρχία αλλά στην ισότητα».

Portishead - Roads