Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Μαρσέλ Προυστ - "Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο"

“Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν. Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση - ο θόρυβος τού πηρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει - για το διάστημα μιας αστραπής - αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου. Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει. Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;
“Δεν ήθελα πια να αφήσω το εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ’ την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα (μολονότι για μια φορά ένα κομμάτι μουσικής τού Βεντέιγ πήγε να με πείσει για το αντίθετο) πιστέψει ως ακατόρθωτο. Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις γευτώ περισσότερο, ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους...
“Διότι οι αλήθειες τις οποίες η ευφυία συλλαμβάνει ευθέως, στο ξέφωτο τού κόσμου, έχουν κάτι το λιγότερο βαθύ, το λιγότερο αναγκαίο από αυτές που η ζωή, άσχετα από εμάς, μάς μετέδωσε μέσα σε μιαν εντύπωση, υλική αφού μπήκε από τις αισθήσεις μας, τής οποίας όμως μπορούμε να ανασύρουμε το πνεύμα. Στο κάτω-κάτω και στη μια και στην άλλη περίπτωση, είτε πρόκειται για εντυπώσεις σαν κι αυτές που μούχε δώσει η θέα των καμπαναριών τής Μαρτενβίλ, είτε για υποσυνείδητες μνήμες σαν την ανισότητα των σκαλοπατιών ή σαν την γεύση των μπισκότων, έπρεπε να προσπαθήσω να τις ερμηνεύσω σαν σημεία ισάριθμων νόμων και ιδεών, επιχειρώντας να σκεφτώ, δηλαδή να βγάλω απ’ το σκοτάδι, αυτό που είχα νοιώσει, να το μετατρέψω σε ένα πνευματικό αντίστοιχο. Άρα, αυτό το μέσον που μού φαινόταν το μοναδικό, τι άλλο ήταν από το να κάνω ένα έργο τέχνης;
“Όσο για το εσωτερικό βιβλίο με τα άγνωστα σημεία (σημεία ανάγλυφα, τα οποία η προσοχή μου ερευνώντας το ασυνείδητό μου, επρόκειτο να ερευνήσει, σαν ένας δύτης που ψάχνει) για την ανάγνωση των οποίων κανένας δεν μπορούσε να με βοηθήσει με κάποιον κανόνα, αυτή η ανάγνωση συνιστούσε μια πράξη δημιουργίας όπου κανείς δεν μπορεί να μάς υποκαταστήσει, ούτε ακόμα και να συνεργαστεί μαζί μας. Γι αυτό πόσοι δεν αποφεύγουν το γράψιμο! Πόσες υποχρεώσεις δεν αναλαμβάνουν για να αποφύγουν αυτήν! Κάθε γεγονός, είτε είναι η υπόθεση Ντρέυφους είτε ο πόλεμος, είχε προσφέρει νέες δικαιολογίες στους συγγραφείς για να μην αποκρυπτογραφήσουν αυτό το βιβλίο. Ήθελαν να εξασφαλίσουν τον θρίαμβο τού Δικαίου, να ξανακάνουν την ηθική ενότητα τού Έθνους, δεν είχαν καιρό να σκεφτούν τη λογοτεχνία. Αλλά δεν ήταν παρά δικαιολογίες, γιατί δεν είχαν, ή δεν είχαν πια, ιδιοφυία, δηλαδή ένστικτο. Διότι το ένστικτο υποδεικνύει το καθήκον και η ευφυία προσφέρει τις δικαιολογίες για να το αποφεύγουμε. Μόνο που οι δικαιολογίες δεν υπάρχουν στην τέχνη, οι προθέσεις δεν μετράνε...
“Και ίσως να είναι πιο πολύ η ποιότητα τής γλώσσας παρά το είδος τής αισθητικής που μας κάνει και μπορούμε να κρίνουμε τον βαθμό τον οποίο έφτασε η καλλιτεχνική και ηθική δουλειά. Αλλά, και αντιθέτως, αυτή η ποιότητα τής γλώσσας, που οι θεωρητικοί νομίζουν ότι μπορούν να αγνοήσουν, δεν αποδεικνύει, για τους θαυμαστές των θεωρητικών, μεγάλη καλλιτεχνική αξία, αξία που για να την καταλάβουν έχουν ανάγκη να την δουν να εκφράζεται απευθείας και στην οποία δεν οδηγούνται από την ομορφιά μιας εικόνας. Eξ ου και ο χονδροειδής πειρασμός για τον συγγραφέα να γράφει έργα διανοουμενίστικα. Μεγάλη έλλειψη λεπτότητας. Ένα έργο όπου υπάρχουν θεωρίες είναι σαν ένα αντικείμενο πάνω στο οποίο ξέχασαν την ετικέτα με την τιμή αγοράς του. Κάνουν λογικές κατασκευές, δηλαδή αλητεύουν, κάθε φορά που δεν έχουν τη δύναμη να πιεστούν να οδηγήσουν μιαν εντύπωση από όλα τα διαδοχικά στάδια που θα καταλήξουν στην αποτύπωση της, στην έκφρασή τους...
“Ακόμα και μέσα στις καλλιτεχνικές χαρές, που αναζητεί κανείς για την εντύπωση που δίνουν, καταφέρνουμε όσο γίνεται γρηγορότερα να παραμερίσουμε, ως μη δυνάμενο να εκφραστεί, αυτό ακριβώς που είναι η ίδια αυτή η εντύπωση, και να προσκολληθούμε σ’ αυτό που μας επιτρέπει απλώς να νοιώσουμε την απόλαυση, χωρίς να την γνωρίσουμε εις βάθος, και να νομίζουμε ότι το μεταδίδουμε σε άλλους εραστές τής τέχνης, με τούς οποίους ο διάλογος θα είναι εφικτός, μια και θα τούς μιλάμε για ένα πράγμα που είναι το ίδιο και γι αυτούς και για μάς, αφού προηγουμένως θα έχουμε αφαιρέσει την προσωπική ρίζα τής ίδιας τής εντύπωσής μας.
Και στις στιγμές που είμαστε οι πλέον ανιδιοτελείς θεατές τής φύσης, τής κοινωνίας, τού έρωτα και αυτής τής τέχνης, όπως κάθε εντύπωση είναι διπλή, μισοχωμένη στο αντικείμενο, με το άλλο μισό να συνεχίζει μέσα μας, το οποίο μόνον εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε, βιαζόμαστε να παραμελήσουμε αυτό το δεύτερο, το μόνο στο οποίο θάπρεπε να προσκολληθούμε, και δεν υπολογίζουμε παρά το άλλο μισό, το οποίο επειδή δεν μπορεί να ερευνηθεί σε βάθος, αφού είναι εξωτερικό, δεν θάναι για μας αιτία καμιάς κόπωσης: το μικρό αυλάκι που η θέα ενός λουλουδιού ή μιας εκκλησίας χάραξε μέσα μας, βρίσκουμε πως είναι πολύ δύσκολο να επιχειρήσουμε να το διακρίνουμε. Αλλά ξαναπαίζουμε το μουσικό κομμάτι, ξαναγυρνάμε να δούμε την εκκλησία, έως ότου -μέσα σ’ αυτή τη φυγή μακριά απ΄ την ίδια τη ζωή μας που δεν έχουμε το θάρρος να αντικρίσουμε και που ονομάζεται πολυμάθεια - τα μάθουμε τόσο καλά, όσο ο πιο σοφός εραστής τής μουσικής ή τής αρχαιολογίας. Έτσι, πόσοι περιορίζονται σ’ αυτό χωρίς να βγάζουν τίποτα από την εντύπωσή τους, και γερνούν άχρηστοι και ανικανοποίητοι σαν εργένηδες τής Τέχνης. Έχουν τις λύπες πούχουν οι παρθένες και οι τεμπέληδες, τούς οποίους θα γιάτρευε η γονιμοποίηση και η εργασία. Είναι πιο ενθουσιασμένοι για τα έργα τέχνης από τους πραγματικούς καλλιτέχνες, γιατί ο ενθουσιασμός τους με το να μην είναι προϊόν μιας σκληρής εργασίας εμβάθυνσης, ξεχύνεται προς τα έξω, ανάβει τις συζητήσεις τους, κοκκινίζει τα πρόσωπά τους. Νομίζουν ότι εκπληρούν μια πράξη ουρλιάζοντας με όλη τους τη δύναμη: “Μπράβο, μπράβο” μετά την εκτέλεση ενός έργου που αγαπούν……………….. Εν τούτοις όσο γελοίοι κι αν είναι δεν είναι τελείως για περιφρόνηση. Είναι οι πρώτες δοκιμές τής φύσης που θέλει να δημιουργήσει τον καλλιτέχνη, εξίσου άμορφες, εξίσου καταδικασμένες όσο τα πρώτα ζώα που προηγήθηκαν των σημερινών ειδών και που δεν ήταν φτιαγμένα για να διαρκέσουν... Όσο για την απόλαυση που δίνει σε ένα πραγματικά σωστό πνεύμα, σε μια πραγματική ζωντανή καρδιά, η ωραία σκέψη ενός μεγάλου, είναι δίχως άλλο τελείως υγιής, αλλά, όσο πολύτιμοι κι αν είναι οι άνθρωποι που τη γεύονται πραγματικά (πόσοι τέτοιοι υπάρχουν μέσα σε είκοσι χρόνια;) τούς περιορίζει εντούτοις στο να μην είναι παρά η πλήρης συνείδηση κάποιου άλλου...
“Το μεγαλείο τής αληθινής τέχνης είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να μάς κάνει να γνωρίσουμε, αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στο βαθμό που διογκώνεται και αδιαβροχοποιείται η συμβατική γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει, και που πολύ απλά είναι η ζωή μας...
“Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώμα για τον ζωγράφο, θέμα όχι τεχνικής, αλλά οράματος. Είναι η αποκάλυψη, που θάταν αδύνατη με μέσα ευθέα και συνειδητά, τής ποιοτικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο πώς στον καθένα μας παρουσιάζεται ο κόσμος, διαφορά που αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα έμενε το αιώνιο μυστικό τού καθενός μας. Μόνο με την τέχνη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, να γνωρίσουμε αυτό που βλέπει ένας άλλος από αυτόν τον κόσμο που δεν είναι ίδιος με τον δικό μας, και τού οποίου τα τοπία θα μάς έμεναν για πάντα το ίδιο άγνωστα μ’ αυτά που μπορεί να υπάρχουν στη σελήνη. Χάρη στην τέχνη αντί να βλέπουμε έναν μόνο κόσμο, τον δικό μας, τον βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται, και όσοι πρωτότυποι καλλιτέχνες υπάρχουν, τόσους κόσμους έχουμε στη διάθεσή μας, πιο διαφορετικούς μεταξύ τους από αυτούς που βρίσκονται στο σύμπαν, και πολλούς αιώνες μετά που έσβησε η εστία από όπου έφεγγαν, είτε λέγονταν Ρέμπραντ είτε Βέρμερ, μάς στέλνουν ακόμα την ειδική ακτίνα τους...
“Και όπως η τέχνη επανασυνθέτει ακριβώς τη ζωή, γύρω απ΄ τις αλήθειες στις οποίες φτάσαμε μέσα μας θα κινείται πάντα μια ατμόσφαιρα ποίησης, η γλυκύτητα ενός μυστηρίου που δεν είναι παρά τα ερείπια τής σκιάς που χρειάστηκε να διασχίσουμε, η ένδειξη, σημειωμένη με ακρίβεια, όπως με ένα βαθύμετρο, τού βάθους τού έργου...
“Είναι τα πάθη μας που σχεδιάζουν τα βιβλία μας, η ενδιάμεση ανάπαυλα που τα γράφει...
“Η φαντασία, η σκέψη μπορούν μα είναι από μόνες τους αξιοθαύμαστες μηχανές, αλλά μπορεί να μένουν αδρανείς. Όταν υποφέρεις μπαίνουν μπρος...
“Αυτός ο συγγραφέας ………………θάπρεπε να ετοιμάσει το βιβλίο του με προσοχή, με συνεχείς ανασυγκροτήσεις δυνάμεων, όπως σε μιαν επίθεση, να το υπομένει όπως μια κούραση, να το δέχεται όπως έναν κανόνα, να το κατασκευάζει όπως μιαν εκκλησία, να το ακολουθεί όπως μια δίαιτα, να το υπερνικά όπως ένα εμπόδιο, να το κατακτά όπως μια φιλία, να το θρέφει όπως ένα παιδί, να το δημιουργεί όπως έναν κόσμο, χωρίς να παραβλέψει αυτά τα μυστήρια που δεν έχουν την εξήγησή τους παρά σε άλλους κόσμους, των οποίων η προαίσθηση είναι αυτό που μάς συγκινεί στη ζωή και στην τέχνη. Και μέσα σ’ αυτά τα μεγάλα βιβλία, υπάρχουν τμήματα που δεν υπήρξε χρόνος παρά μόνον για να σχεδιασθούν, και που πιθανόν δεν θα τελειώσουν ποτέ εξαιτίας τού ίδιου τού εύρους των σχεδίων τού αρχιτέκτονα. Πόσες μεγάλες εκκλησίες δεν έμειναν ημιτελείς! Το θρέφουμε, τού ενισχύουμε τα αδύνατα σημεία, το συντηρούμε, αλλά ύστερα, αυτό είναι που μεγαλώνει, που υποδεικνύει τον τάφο μας, τον προστατεύει από τις φήμες και για λίγο χρόνο από τη λήθη. Αλλά, για να ξαναγυρίσω στον εαυτό μου, σκεφτόμουνα πιο ταπεινά το βιβλίο μου, και θάταν ανακρίβεια να πω ότι σκεφτόμουνα αυτούς που θα το διάβαζαν, τούς αναγνώστες μου. Γιατί δεν θα ήταν κατ’ εμέ, αναγνώστες μου, αλλά οι ίδιοι οι αναγνώστες τού εαυτού τους, αφού το βιβλίο μου δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος μεγεθυντικού φακού, όπως αυτός που πουλούσε ο οπτικός τού Κομπραί. Το βιβλίο μου χάρη στο οποίο θα τούς έδινα το μέσον να διαβάσουν εντός τους...
“Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες...
“Είχα ζήσει όπως ένας ζωγράφος που ανεβαίνει ένα μονοπάτι πάνω από μια λίμνη, τής οποίας τη θέα τού κρύβει ένα παραπέτασμα βράχων και δέντρων. Από ένα άνοιγμα την αντικρίζει, την έχει όλη μπροστά του, παίρνει τα πινέλα του. Αλλά ήδη έρχεται η νύχτα και δεν μπορεί πια να ζωγραφίσει και δεν θα ξημερώσει ποτέ πια...
“Ήξερα πολύ καλά ότι το μυαλό μου ήταν ένα πλούσιο σε κοιτάσματα μεταλλείο, όπου υπήρχε μια μεγάλη έκταση από διάφορα πολύτιμα μέταλλα. Θάχα όμως τον καιρό να τα εκμεταλλευτώ; Ήμουνα ο μόνος ικανός να το κάνω. Για δύο λόγους: με τον θάνατό μου θα χανόταν όχι μόνον ο μοναδικός εργάτης ικανός να εξορύξει τα μεταλλεύματα, αλλά και το ίδιο το κοίτασμα...
“Χωρίς αμφιβολία όταν κάποιος είναι ερωτευμένος με ένα έργο τέχνης θάθελε να κάνει κάτι ολόιδιο. Πρέπει όμως να θυσιάζει τον έρωτα εκείνης τής στιγμής, να μη σκέπτεται το γούστο του, αλλά μιαν αλήθεια που δεν μάς ζητάει τις προτιμήσεις μας και που μας απαγορεύει να τις σκεφτόμαστε. Και μόνον αν την ακολουθήσεις θα συναντήσεις μερικές φορές αυτό που εγκατέλειψες.” 

αποσπάσματα από το πολύτομο έργο του Μάρσελ Προυστ, "Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο"  και συγκεκριμένα από τον τελευταίο τόμο, " Ο Ανακτηθείς Χρόνος"

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Αντρέι Ταρκόφσκι - "Σμιλεύοντας το χρόνο"

Η γέννηση και ανάπτυξη τής σκέψης έχει δικούς της νόμους, και ορισμένες φορές απαιτεί μορφές έκφρασης διαφορετικές από τα πρότυπα τής λογικής σκέψης. Κατά τη γνώμη μου ο ποιητικός συλλογισμός είναι πιο κοντά στους νόμους με τους οποίους αναπτύσσεται η σκέψη, επομένως πιο κοντά στην ίδια τη ζωή. Όταν λέω ποίηση δεν εννοώ κάποιο λογοτεχνικό είδος. Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. Η ποίηση λοιπόν γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο όλη του τη ζωή.
Ορισμένες στιγμές τής ανθρώπινης ζωής μόνο με την ποίηση μπορούν να αναπαρασταθούν πιστά. 

Η τέχνη λοιπόν, όπως και η επιστήμη, είναι μέσο για να αφομοιώσουμε τον κόσμο, αποτελεί εργαλείο γνώσης τού κόσμου στη διαδρομή των ανθρώπων προς την «απόλυτη αλήθεια».
Αλλά εδώ σταματά κάθε ομοιότητα ανάμεσα στις δύο ενσαρκώσεις τής επινοητικότητας τού ανθρώπινου πνεύματος με τις οποίες ο άνθρωπος δεν ανακαλύπτει απλώς, παρά δημιουργεί. Για την ώρα ας σημειώσουμε ότι οι αρχές που διέπουν τις δύο μορφές γνώσης, την επιστημονική και την αισθητική, διαφέρουν, αποκλίνουν σημαντικά.
Με την τέχνη κατακτά ο άνθρωπος την πραγματικότητα μέσα από μια υποκειμενική εμπειρία. Στην επιστήμη, η ανθρώπινη γνώση τού κόσμου προχωρεί ανεβαίνοντας μιαν ατέλειωτη κλίμακα, όπου νέες γνώσεις αντικαθιστούν τις παλαιές και συχνότατα η μία ανακάλυψη αναιρείται από την επόμενη, για χάρη μιας συγκεκριμένης αντικειμενικής αλήθειας. Η καλλιτεχνική ανακάλυψη παρουσιάζεται κάθε φορά σα νέα και μοναδική εικόνα τού κόσμου, σαν ιερογλυφικό τής απόλυτης αλήθειας. Εμφανίζεται σαν αποκάλυψη, σαν στιγμιαία παράφορη επιθυμία να γνωρίσουμε διαισθητικά και διαμιάς όλους τού νόμους τού παρόντος κόσμου – την ομορφιά και την ασχήμια του, τη συμπόνια και τη σκληρότητά του, την απεραντοσύνη και τα όριά του. Όλα αυτά ο καλλιτέχνης, αυτός ο sui generis ιχνευτής τού απόλυτου, τα εκφράζει δημιουργώντας την εικόνα. Η εικόνα προσφέρει μια γνώση τού απείρου: το αιώνιο μες στο πεπερασμένο, το πνεύμα στην ύλη, το απεριόριστο με συγκεκριμένη μορφή. 

Ακόμα κι αν μια επιστημονική ανακάλυψη φανεί αποτέλεσμα έμπνευσης, ή έμπνευση τού επιστήμονα δεν έχει τίποτα το κοινό με την έμπνευση τού ποιητή. Γιατί η εμπειρική διαδικασία τής διανοητικής γνώσης δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γεννιέται μια καλλιτεχνική εικόνα – εικόνα μοναδική, αδιαίρετη, επινοημένη σε διαφορετικό επίπεδο από τη νόηση. Κι εδώ τίθεται υπό αμφισβήτηση η ορολογία.
Στην επιστήμη τη στιγμή τής ανακάλυψης η διαίσθηση αντικαθιστά τη λογική. Στην τέχνη όπως και στη θρησκεία, η διαίσθηση ισοδυναμεί με πεποίθηση, με πίστη. Είναι κατάσταση τού νου και όχι τρόπος σκέψης. Η επιστήμη είναι εμπειρική, ενώ τη σύλληψη τής εικόνας την καθορίζει η δυναμική τής αποκάλυψης. Πιο συγκεκριμένα μιλώ για ξαφνικές εκλάμψεις, σα να ανοίγουν πρώτη φορά τα μάτια μας, όχι όμως ως προς κάτι επιμέρους, αλλά ως προς το σύνολο, το άπειρο, ό,τι δεν ταιριάζει με την ενσυνείδητη σκέψη.
Η τέχνη δεν σκέφτεται λογικά ούτε διατυπώνει κάποια λογική τής συμπεριφοράς. Εκφράζει το δικό της πιστεύω. Αν στην επιστήμη είναι δυνατόν να αιτιολογήσει κανείς την αλήθειας μιας περίπτωσης και να την αποδείξει λογικά στους αντιπάλους του, στην τέχνη, είναι αδύνατον να πείσεις κάποιον άλλο ότι έχεις δίκιο αν οι εικόνες σου τον άφησαν αδιάφορο, αν δεν κατάφεραν να τον κερδίσουν με μια νέα αλήθεια για τον κόσμο και τον άνθρωπο, αν, μόνος απέναντι στο έργο, απλούστατα βαρέθηκε. 

Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί «περιγραφές» τού κόσμου, συμμετέχει στη δημιουργία του.  

Το άπειρο δεν μπορεί να γίνει ύλη. Αλλά μπορούμε να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση τού απείρου: την εικόνα.
Ασχήμια και ομορφιά περιέχουν η μία την άλλη. Αυτό το θαυμαστό παράδοξο, με όλο τον παραλογισμό του, διαποτίζει την ίδια τη ζωή, και, δημιουργεί στην τέχνη την πληρότητα όπου ένταση και αρμονία γίνονται ένα. Η εικόνα κάνει χειροπιαστή μια ενότητα όπου πολύμορφα διαφορετικά στοιχεία συγκλίνουν και εφάπτονται. Μιλούμε για την εικόνα, περιγράφουμε με λόγια την ουσία της, αλλά αυτή η περιγραφή δεν είναι ποτέ επαρκής. Δημιουργούμε μια εικόνα και την κάνουμε αισθητή. Μπορεί να γίνει αποδεκτή ή όχι, δεν μπορεί όμως να γίνει κατανοητή εγκεφαλικά. Την ιδέα τού απείρου δεν την εκφράζει κανείς με λόγια ούτε την περιγράφει, αλλά μπορεί να τη συλλάβει μέσω τής τέχνης που κάνει χειροπιαστό το άπειρο. Στο απόλυτο φτάνει κανείς με την πίστη και τη δημιουργική πράξη.
Ο μόνος όρος τού αγώνα για το δικαίωμα στη δημιουργία είναι η πίστη στην κλίση σου, η ετοιμότητα να υπηρετήσεις και η άρνηση να συμβιβαστείς. Η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτεί από τον καλλιτέχνη να «χαθεί εντελώς» με την απόλυτη, τραγική έννοια τής έκφρασης αυτής. 

Είναι λάθος όταν λέμε ότι ο καλλιτέχνης «αναζητά» το θέμα του. Στην πραγματικότητα το θέμα αναπτύσσεται σαν καρπός μέσα του και αρχίζει να απαιτεί έκφραση. Είναι κάτι σαν τοκετός. Ο ποιητής δεν μπορεί να υπερηφανευτεί για τίποτα, δεν είναι κύριος τής κατάστασης παρά υπηρέτης. Η δημιουργική εργασία είναι η μόνη εφικτή μορφή ύπαρξής του, και κάθε έργο του είναι σαν πράξη που δεν έχει τη δυνατότητα να την ακυρώσει. Για να γνωρίζει ότι η διαδοχή αυτών των πράξεων είναι η πρέπουσα και η σωστή, ότι βρίσκεται στη φύση των πραγμάτων, πρέπει να πιστεύει σ’ αυτό που κάνει, γιατί μόνο η πίστη αρθρώνει το σύστημα εικόνων.

Η ιδιαίτερη λειτουργία τής τέχνης δεν είναι όπως διατείνονται συχνά, να διαδίδει ιδέες, να μεταδίδει σκέψεις, να χρησιμεύει για παράδειγμα. Σκοπός τής τέχνης είναι να ετοιμάσει τον άνθρωποι για το θάνατο, να οργανώσει και να καλλιεργήσει την ψυχή του, κάνοντάς τη να στραφεί στο καλό.

Όταν μάς συγκινήσει ένα αριστούργημα, αρχίζουμε να ακούμε το ίδιο κάλεσμα τής αλήθειας που ώθησε και τον καλλιτέχνη στη δημιουργική του πράξη. Ο δέκτης ενός καλλιτεχνικού έργου, δέχεται ένα μοναδικό, καθαρτήριο τραύμα, όταν δημιουργηθεί δεσμός ανάμεσα σ’ αυτόν και το έργο. Μέσα σ’ αυτό το φέγγος που ενώνει αριστουργήματα και κοινό γνωρίζουμε τις καλύτερες πλευρές τής ψυχής μας και ποθούμε να τις ελευθερώσουμε. Τέτοιες στιγμές αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, το απροσμέτρητο βάθος τού δυναμικού μας και την τελική έκταση των αισθημάτων μας.

Το ωραίο και το ολοκληρωμένο στην τέχνη, δηλαδή ό,τι χαρακτηρίζει το αριστούργημα – το βλέπω εκεί όπου είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις ή να διαλέξεις το παραμικρό στοιχείο στη μορφή ή στο περιεχόμενο χωρίς να ζημιώσεις το σύνολο. Σ’ ένα αριστούργημα κανένα συστατικό δεν έχει το προβάδισμα. Δεν μπορείς να «πιάσεις τον καλλιτέχνη στο παιχνίδι του» και να διατυπώσεις για λογαριασμό του τους τελικούς σκοπούς και τους αντικειμενικούς στόχους του. «Η τέχνη έγκειται στο να μην την προσέχεις» γράφει ο Οβίδιος. Και ο Ένγκελς δήλωσε ότι «όσο πιο καλυμμένες είναι οι απόψεις τού συγγραφέα τόσο το καλύτερο για το έργο τέχνης».

Είναι φανερό ότι η τέχνη δεν μπορεί να διδάξει τίποτα, εφόσον επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα δεν έμαθε απολύτως τίποτα.

Ο καλλιτέχνης έχει καθήκον να είναι ήρεμος. Δεν έχει δικαίωμα να δείχνει τη συγκίνησή του, τη συμμετοχή του, να αδειάσει την ψυχή του στους θεατές. Κάθε συγκίνηση για κάτι πρέπει να αποκτήσει μορφή ολύμπιας αταραξίας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για πράγματα που τον συγκινούν.

Πράγματι, είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις όμορφα μια σκηνή μόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων... Ωστόσο, αρκεί να κάνεις ένα και μόνο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, κι είσαι χαμένος.

Δεν υπάρχει πιο άσκοπο πράγμα από τη λέξη «έρευνα» όταν εφαρμόζεται σ’ ένα έργο τέχνης. Κρύβει ανικανότητα, εσωτερικό κενό, έλλειψη αληθινής δημιουργικής συνείδησης, ταπεινή ματαιοδοξία. «Ένας καλλιτέχνης που ερευνά»: αυτές οι λέξεις αποτελούν απλώς προκάλυμμα των μετριοτήτων όταν αποδέχονται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Ένα πείραμα που μένει στο στάδιο τού πειράματος και δεν αποτελεί στάδιο στη διαδικασία παραγωγής ενός έργου, στάδιο που το διένυσε μόνος του ο καλλιτέχνης, δεν πετυχαίνει το στόχο τής τέχνης.


Πράγματι στην τέχνη τού δεύτερου μισού τού 20ου αιώνα έχει χαθεί το μυστήριο. Ό,τι θεωρείται σήμερα τέχνη είναι στο μεγαλύτερο του μέρος μύθος, γιατί αποτελεί πλάνη η πίστη ότι η μέθοδος μπορεί να γίνει το νόημα και ο σκοπός τής τέχνης. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι σύγχρονοι καλλιτέχνες σπαταλούν νωθρά τον καιρό τους επιδεικνύοντας τη μέθοδό τους.
Το ζήτημα τής πρωτοπορίας είναι ιδιομορφία τού 20ου αιώνα, μιας εποχής όπου η τέχνη χάνει σταθερά την πνευματικότητά της. Η κατάσταση είναι χειρότερη σήμερα στις πλαστικές τέχνες, που δεν έχουν πια καμιά πνευματικότητα. Η αποδεκτή άποψη είναι ότι η κατάσταση αυτή αντανακλά την αποπνευμάτωση τής κοινωνίας. Και βέβαια, στο επίπεδο απλού παρατηρητή αυτής τής τραγωδίας, συμφωνώ: ακριβώς αυτό αντανακλά. Η τέχνη όμως δεν είναι παρατήρηση, αλλά και υπέρβαση. Ρόλος της είναι να δίνει πνευματικό όραμα στην πραγματικότητα, όπως έκανε ο Ντοστογιέφσκι, ο πρώτος που έδωσε έκφραση στην εκδηλωμένη μόλις τότε αρρώστια τού αιώνα.
Η έννοια τής πρωτοπορίας στην τέχνη δεν έχει νόημα. Καταλαβαίνω τη σημασία της στον αθλητισμό, λόγου χάρη. Στην τέχνη όμως θα σήμαινε πως αποδέχομαι την ιδέα τής προόδου για την τέχνη. Παρόλο που η πρόοδος έχει σημαντική θέση στην τεχνολογία, τελειότερα μηχανήματα, που μπορούν να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους πιο καλά και πιο σωστά – πώς μπορεί να θεωρηθεί κανείς πιο προωθημένος στην τέχνη; Μπορεί να πει κανείς ότι ο Τόμας Μαν είναι καλύτερος από τον Σαίξπηρ;
Συνήθως οι άνθρωποι μιλούν για πειραματισμό και έρευνα σε σχέση με την πρωτοπορία. Τι μπορεί να σημαίνουν όμως αυτοί οι όροι; Πώς πειραματίζεται κανείς στην τέχνη; Δοκιμάζεις κάτι για να δεις πού θα καταλήξει; Αν όμως δεν πετύχει, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από το ιδιωτικό πρόβλημα τού ανθρώπου που το πείραμά του απέτυχε. Το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μια ακέραιη αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είναι οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Μπορεί κανείς να μιλήσει για πείραμα όταν αναφέρεται στη γέννηση ενός παιδιού; Είναι παράλογο και άηθες.

 Η έρευνα ως διαδικασία (και μόνο έτσι μπορεί να τη δει κανείς) έχει την ίδια επίπτωση στο έργο που έχει σ’ ένα καλάθι μανιτάρια το να περπατάς στο δάσος με ένα καλάθι ψάχνοντας για μανιτάρια! Μόνο το γεμάτο καλάθι είναι έργο τέχνης. Το περιεχόμενο είναι πραγματικό και απόλυτο, ενώ ο περίπατος στο δάσος παραμένει προσωπική υπόθεση κάποιου που τού αρέσει το περπάτημα.

Ένα έργο γερνά εξαιτίας τής ενσυνείδητης προσπάθειας του να είναι εκφραστικό και σύγχρονο. Αυτά τα πράγματα δεν τα «πετυχαίνεις». Πρέπει να τα έχεις μέσα σου. 

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ολόκληρο το σύμπαν. Η ποιητική εικόνα όμως μπορεί να το εκφράσει ολόκληρο.

Η λειτουργία τής εικόνας, όπως είπε ο Γκόγκολ, είναι να εκφράσει την ίδια τη ζωή, όχι ιδέες ούτε απόψεις. Δεν σηματοδοτεί τη ζωή, δεν τη συμβολίζει, παρά τής δίνει σάρκα και οστά, εκφράζοντας τη μοναδικότητά της.

Όποιος προδίδει τις αρχές του δεν μπορεί ποτέ πια να έχει αγνή σχέση με τη ζωή. Συνεπώς, όταν ένας σκηνοθέτης λέει ότι θα φτιάξει μια εμπορική «σούπα» για να έχει μετά τη δύναμη και τα μέσα να γυρίσει την ταινία των ονείρων του απατάται οικτρά, ή κάτι χειρότερο: αυταπατάται. Ποτέ πια δεν θα κάνει την ταινία του.

Όποτε μιλούμε για «είδος» στον κινηματογράφο αναφερόμαστε κατά κανόνα σε εμπορικές ταινίες - κωμωδία καταστάσεων, γουέστερν, ψυχολογικό δράμα, μελόδραμα, αστυνομική ταινία τρόμου, ή αγωνίας. Τι σχέση έχουν αυτά τα έργα με την τέχνη; Ανήκουν στα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας και απευθύνονται στον μαζικό καταναλωτή. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η μορφή τού κινηματογράφου σήμερα, σχεδόν διεθνώς, μια μορφή που έχει επιβληθεί εξωτερικά, για εμπορικούς λόγους. Στον κινηματογράφο μόνο ένας τρόπος σκέψης υπάρχει: ο ποιητικός. Μόνο με την ποιητική προσέγγιση λύνεται καθετί ασυμφιλίωτο και παράδοξο, μόνο έτσι γίνεται ο κινηματογράφος επαρκής τρόπος έκφρασης των σκέψεων και των αισθημάτων τού δημιουργού.
Η αληθινή κινηματογραφική εικόνα χτίζεται πάνω στην καταστροφή τού «είδους» αφού συγκρουστεί μαζί του. Και τα ιδεώδη που κατά τα φαινόμενα θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης με τον κινηματογράφο δεν περιορίζονται προφανώς στις παραμέτρους ενός συγκεκριμένου «είδους».Ποιο είναι το «είδος» τού Μπρεσόν; Κανένα. Ο Μπρεσόν είναι Μπρεσόν. Είναι είδος από μόνος του. Και ο Αντονιόνι, ο Φελλίνι, ο Μπέργκμαν, ο Κουροσάβα, ο Ντοβζένκο, ο Βιγκό, ο Μιζογκούτσι, ο Μπουνιουέλ, - ο καθένας ταυτίζεται με τον εαυτό του. Ακόμα και η έννοια «είδος» είναι κρύα σαν τάφος.

Άλλο να είσαι αστείος και άλλο να κάνεις τον κόσμο να γελά. Για να συμπάσχει μαζί σου το ακροατήριο, δεν σημαίνει ότι θα εκβιάσεις τα δάκρυά του. Η υπερβολή γίνεται αποδεκτή μόνο ως δομικό στοιχείο τού συνόλου, ένα στοιχείο στο σύστημα εικόνων τής ταινίας, κι όχι τής μεθόδου της. Η γραφή τού δημιουργού δεν πρέπει να είναι βαριά, τονισμένη ή καλλιγραφική.

Η τέχνη είναι μέσο γνώσης, και γι αυτό τείνει πάντοτε προς τη ρεαλιστική αναπαράσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια νατουραλισμό ή ηθογραφία. (Το χορικό πρελούδιο σε σι ελάσσονα τού Μπαχ είναι ρεαλιστικό, επειδή εκφράζει ένα όραμα αλήθειας). 

Βέβαια τα κριτήρια με τα οποία η τέχνη διακρίνεται από τη μη τέχνη, από το επίπλαστο, είναι τόσο σχετικά, τόσο ακαθόριστα και αναπόδεικτα, που τίποτε δεν εμποδίζει να θεωρηθούν αισθητικά κριτήρια τα καθαρά χρησιμοθηρικά μέτρα αξιολόγησης – μέτρα που τα υπαγορεύει η επιθυμία για το μέγιστο δυνατό εμπορικό κέρδος ή κάποιο ιδεολογικό κίνητρο. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μακριά από τον αυθεντικό σκοπό τής τέχνης.
Η φύση τής τέχνης είναι αριστοκρατική και βεβαίως επιλεκτική όσον αφορά την απήχησή της στο κοινό. Ακόμα και στις «συλλογικές» εκδηλώσεις της, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η απήχησή της συνδέεται με τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με ένα έργο. Όσο πιο πολύ το σημαδεύουν και το συνεπαίρνουν το άτομο αυτά τα συναισθήματα, τόσο πιο σημαντική θέση θα κατέχει το έργο στην εμπειρία του.
Ωστόσο η αριστοκρατική φύση τής τέχνης δεν απαλλάσσει καθόλου τον καλλιτέχνη από την ευθύνη του απέναντι στο κοινό και, αν θέλετε, απέναντι στην ανθρωπότητα. Κάθε άλλο. Ο καλλιτέχνης, επειδή έχει πλήρη συνείδηση σε ποια εποχή και σε ποιον κόσμο ζει, γίνεται η φωνή αυτών που δεν μπορούν να διατυπώσουν ή να εκφράσουν την άποψή τους για την πραγματικότητα. 

Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα τής λεγόμενης «ελευθερίας», ή «έλλειψης ελευθερίας» τού καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος. Από καμιά άλλη ανθρώπινη ομάδα δεν λείπει περισσότερο η ελευθερία. Τον καλλιτέχνη τον δεσμεύει το τάλαντο, η κλίση του. 

Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί, και δεν έχει το δικαίωμα να κατεβαίνει σε κάποιο αφηρημένο, τυποποιημένο επίπεδο για χάρη μιας παρεξηγημένης αντίληψης που απαιτεί έργο πιο προσιτό και πιο κατανοητό. Διαφορετικά, θα οδηγούσε την τέχνη σε παρακμή – και εμείς θέλουμε να ανθεί η τέχνη, πιστεύουμε ότι ο καλλιτέχνης έχει ακόμα πολλές ανεξερεύνητες πηγές να ανακαλύψει και ότι το κοινό θα έχει ακόμα πιο σοβαρές απαιτήσεις – ή, εν πάση περιπτώσει, θέλουμε να το πιστεύουμε.
Ο Μαρξ είπε ότι, «για να απολαύσεις την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγημένος». Ο καλλιτέχνης δεν είναι δυνατό να θέτει στόχο του το να είναι κατανοητός – θα ήταν παράλογο όσο και το αντίθετό του: να προσπαθεί να είναι ακατανόητος. 

Δεν είναι δυνατόν να κατανοούν όλοι εξίσου καλά έναν δημιουργό. Ωστόσο κάθε σκηνοθέτης δικαιούται να έχει τους δικούς του, λίγους ή πολλούς θιασώτες ανάμεσα στους θεατές τού κινηματογράφου. Αυτός είναι ο κανονικός όρος ύπαρξης τού μεμονωμένου καλλιτέχνη και όρος ανάπτυξης τής πολιτιστικής παράδοσης στην κοινωνία. Φυσικά, καθένας θέλει να βρει, όσο γίνεται περισσότερα συγγενικά πνεύματα που να τον εκτιμούν και να τον χρειάζονται. Δεν μπορεί όμως να υπολογίσει την επιτυχία του και να διαλέξει τις αρχές εργασίας του με τρόπο που να τη διασφαλίζουν. Όταν φροντίζει κανείς να ικανοποιήσει το κοινό, τότε πια μιλούμε για βιομηχανία διασκέδασης, για τον κόσμο τού θεάματος, για μάζες, για ό,τι άλλο θέλετε, αλλά σίγουρα όχι για τέχνη, η οποία υπακούει αναγκαστικά στους δικούς της νόμους ανάπτυξης, είτε μάς αρέσει είτε όχι. 

Ένας σκηνοθέτης δεν έχει το δικαίωμα να κάνει προσπάθειες να γίνει αρεστός. Δεν έχει το δικαίωμα να αυτοπεριορίζεται στη δουλειά του για χάρη τής επιτυχίας, αλλιώς θα πληρώσει αναπόφευκτα το τίμημα: το σχέδιό του, ο στόχος του και η υλοποίησή τους δεν θα έχουν πια την ίδια σημασία γι αυτόν. Θα είναι σαν να έχει δεχτεί εξαρχής να χάσει το παιχνίδι. Ακόμα κι αν ξέρει εκ των προτέρων πως η δουλειά του δεν θα έχει πλατιά απήχηση, πάλι δεν έχει το δικαίωμα να επιφέρει αλλαγές σ’ αυτό που θέλησε να κάνει. 

Όταν λέω ότι δεν μπορώ να επηρεάσω τη στάση τού κοινού απέναντί μου, προσπαθώ να διατυπώσω το δικό μου επαγγελματικό καθήκον, που είναι ολοφάνερο, απλούστατο: να κάνεις αυτό που πρέπει, να δώσεις ό,τι είναι δυνατόν να δώσεις και να κρίνεις τον εαυτό σου με τα πιο αυστηρά κριτήρια. Πώς να υπάρξει τότε θέμα να σκεφτείς για την «ικανοποίηση τού κοινού» ή να νοιαστείς να δώσεις στο κοινό «παράδειγμα προς μίμηση»; Ποιο κοινό; Τις ανώνυμες μάζες; Τα ρομπότ;
Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή στο καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία. Στη Ρωσία το κοινό μου συμπεριλάμβανε πολλούς που δεν θα μπορούσαν να καυχηθούν για τις γνώσεις ή για τη μόρφωσή τους. Πιστεύω ότι η ευαισθησία απέναντι στην τέχνη δίνεται σε κάποιον τη στιγμή που γεννιέται, κι ύστερα εξαρτάται από την πνευματική του καλλιέργεια. 

Αν αποδεχόμαστε άκριτα το γούστο των θεατών, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσουμε, σημαίνει απλούστατα ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι θέλουμε μόνο να πάρουμε τα λεφτά τους. Αντί να εκπαιδεύουμε το κοινό, προσφέροντάς του εμπνευσμένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουμε τους καλλιτέχνες πώς να εξασφαλίζουν τα εισοδήματά τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο – πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογημένη. Η αποτυχία μας να αναπτύξουμε τα κριτήρια τού κοινού σημαίνει τελικά ότι το μεταχειριζόμαστε με πλήρη αδιαφορία. 

Όλα αυτά τα ανέφερα επειδή θέλω να τονίσω την πίστη μου ότι η τέχνη πρέπει να εμφορείται από τη δίψα τού ανθρώπου για το ιδεώδες, πρέπει να αποτελεί έκφραση αυτής τής προσπάθειάς του. Πρέπει να δίνει ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο. Κι όσο πιο απελπιστικός είναι ο κόσμος στην εκδοχή τού καλλιτέχνη, τόσο πιο καθαρά πρέπει να δούμε ίσως το ιδεώδες που τον αντιπαλεύει, αλλιώς η ζωή μας γίνεται αβίωτη! 

Ο καλλιτέχνης θέλει να κλονίσει εκ βάθρων τη σταθερότητα τής κοινωνίας για να πλησιάσει περισσότερο το ιδεώδες. Η κοινωνία αποζητά τη σταθερότητα, ο καλλιτέχνης το άπειρο. Τον καλλιτέχνη τον ενδιαφέρει η απόλυτη αλήθεια, γι αυτό κοιτάζει μπροστά και βλέπει τα πράγματα πιο γρήγορα από τους άλλους. 

Έχω ανάγκη να νιώθω ότι σ’ αυτό τον κόσμο διαδέχομαι κάτι, κάποιον, ότι δεν βρίσκομαι τυχαία εδώ. Μες στον καθένα μας πρέπει να υπάρχει κάποια κλίμακα αξιών. Στον Καθρέφτη ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να νιώσουν ότι ο Μπαχ, ο Περγκολέζι, το γράμμα τού Πούσκιν, το δύσκολο πέρασμα των στρατιωτών από τη λίμνη Σίβας και τα προσωπικά, οικεία γεγονότα, έχουν κατά κάποιον τρόπο ίση σημασία σαν ανθρώπινη εμπειρία. Για την πνευματική εμπειρία ενός ανθρώπου αυτό που συνέβη χτες μπορεί να σημαίνει το ίδιο με εκείνο που συνέβη στην ανθρωπότητα εκατό χρόνια πριν. 

Πιστεύω ότι οι πληγές πάντοτε επουλώνονται μέσα από μια πνευματική κρίση. Αυτή η κρίση είναι απόπειρα να βρει κανείς τον εαυτό του, να αποκτήσει νέα πίστη. Είναι ο κλήρος κάθε ανθρώπου που έχει πνευματικούς στόχους. Δεν αποφεύγεται, εφόσον η ψυχή διψά για αρμονία και η ζωή είναι γεμάτη παραφωνία. Αυτή η διχοτόμηση αποτελεί το ερέθισμα για να κινηθούμε, την πηγή τού πόνου και ταυτόχρονα τής ελπίδας μας, επιβεβαίωση τού πνευματικού μας δυναμικού και βάθους. 

Θεωρώ καθήκον μου να ερεθίζω τη σκέψη πάνω σε ό,τι ουσιαστικά ανθρώπινο και αιώνιο έχει κάθε ατομική ψυχή, πάνω σε πράγματα που ο άνθρωπος συνήθως τα προσπερνά, ακόμα και αν εξαρτάται από αυτά η μοίρα του. Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα. Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στην ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα τής ζωής ενός ανθρώπου. Έργο μου είναι να κάνω τον θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της. 

Δεδομένου ότι η τέχνη εκφράζει το ιδεώδες και τις βλέψεις τού ανθρώπου προς το άπειρο, δεν μπορούμε να τη ζέψουμε σε καταναλωτικούς στόχους χωρίς να βιάσουμε τη φύση της ... Το ιδεώδες αφορά πράγματα που δεν υπάρχουν στον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε, παρά μάς υπενθυμίζει τι πρέπει να υπάρχει στο πνευματικό επίπεδο. 

Τελικά, θα ‘θελα να εκμυστηρευτώ στον αναγνώστη ότι το μόνο που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα με πνεύμα αυταπάρνησης είναι η καλλιτεχνική εικόνα – και θέλω να με πιστέψει. Ίσως το νόημα κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας να βρίσκεται στην καλλιτεχνική συνείδηση, στην άσκοπη και ανιδιοτελή καλλιτεχνική πράξη. 


αποσπάσματα από το "Σμιλεύοντας το χρόνο" του Αντρέι Ταρκόφσκι
 

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Πείραμα Ψυχολογίας

Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου του 2007, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό, δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.
Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός. Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι -χωρίς καμία εξαίρεση- τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν -έστω και για λίγο- μόνο 6 άνθρωποι, σε σύνολο περίπου χιλίων. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια.
Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση, εκτός από μία γυναίκα. Αυτό που δεν ήξερε κανείς, ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Τζόσουα Μπελ, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Στραντιβάριους αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Αντόνιο Στραντιβάρι το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Μπελ έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός «φθηνού» εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια.
Ο Μπελ αμoίβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό! Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Τζόσουα Μπελ στο σταθμό του μετρό ινκόγνιτο, οργανώθηκε από την εφημερίδα Ουάσιγκτον Ποστ, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης, περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;».



Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Φερνάντο Πεσσόα

"Από τον καιρό που γνωρίζω τον εαυτό μου ως τον άνθρωπο που χαρακτηρίζω "εγώ" , θυμάμαι ότι στο μυαλό μου σχεδίαζα την όψη , τις κινήσεις , τον χαρακτήρα και την ιστορία διαφόρων μη πραγματικών προσώπων που για μένα ήταν τόσο ορατά και δικά μου , όπως αυτό που αποκαλούμε , ίσως καταχρηστικά , αληθινή ζωή ... Θυμάμαι , λοιπόν , εκείνον που υπήρξε ο πρώτος ετερώνυμός μου ή , καλύτερα , ο πρώτος ανύπαρκτος γνωστός μου : κάποιος Σεβαλιέ ντε Πα , όταν ήμουν έξι χρόνων , μέσω του οποίου έγραφα δικά του γράμματα στον εαυτό μου , και του οποίου η μορφή , όχι εντελώς θολή , ακόμα συγκινεί εκείνο το κομμάτι της αγάπης μου που συνορεύει με τη νοσταλγία ".

"Η τάση μου αυτή να δημιουργώ γύρω μου έναν άλλον κόσμο , ίδιο με αυτόν εδώ αλλά με διαφορετικούς ανθρώπους , δεν εγκατέλειψε ποτέ τη φαντασία μου . Πέρασε διάφορες φάσεις , ανάμεσα στις οποίες και αυτή που ζω τώρα , ήδη σε ώριμη ηλικία . Μου ερχόταν στο νου κάποιο ευφυολόγημα , εντελώς ξένο , για τον έναν ή τον άλλον λόγο , από αυτό που είμαι ή από αυτό που νομίζω ότι είμαι . Το έλεγα αμέσως , αυθορμήτως , σαν να επρόκειτο για κάποιον φίλο μου , του οποίου επινοούσα το όνομα ,του οποίου συναρμολογούσα την ιστορία και του οποίου την όψη - πρόσωπο , ύψος , ρούχα και κινήσεις - έβλεπα αμέσως μπροστά μου . Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησα και διεύρυνα τον αριθμό φίλων και γνωστών οι οποίοι δεν υπήρξαν ποτέ και τους οποίους ακόμα και σήμερα , σχεδόν τριάντα χρόνια μετά , ακούω , νιώθω , βλέπω . Επαναλαμβάνω : ακούω , νιώθω , βλέπω ... Και νοσταλγώ".


"Και οι μεταφυσικές χαμένες στις γωνιές των καφενείων ανά τον κόσμο,
οι μοναχικές φιλοσοφίες τόσων αποτυχημένων στις σοφίτες τους,
οι τυχαίες ιδέες ενός τυχαίου , οι διαισθήσεις τόσων τιποτένιων
μια μέρα ίσως , αφηρημένο ρευστό , και ουσία ασύλληπτη,
θα φτιάξουν έναν Θεό και θα κυριεύσουν τον κόσμο".

"Πολλαπλασιάστηκα,για να με νιώσω,
για να με νιώσω, χρειάστηκε να νιώσω τα πάντα,
ξεχείλισα,χύθηκα έξω από μένα,
γυμνώθηκα,παραδόθηκα,
και σε κάθε γωνιά της ψυχής μου
υπάρχει ένας βωμός σε διαφορετικό θεό".

"Γιατί η συνείδηση της ασημαντότητάς μας είναι το απόγειο της γνώσης της ζωής".

"Δεν υπάρχουν κανόνες . Όλοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σ' έναν κανόνα που δεν υπάρχει"

"Έκανα τον εαυτό μου ό,τι ακριβώς ήμουν ανίκανος να κάνω. Και για ό,τι ήμουν ικανός, δεν το έκανα. Το ντόμινο που φόρεσα δεν ήταν το σωστό. Κι αμέσως με πήραν για κάποιον που δεν ήμουν, δεν είπα τίποτε και χάθηκα. Κι όταν τράβηξα τη μάσκα, κολλούσε στο πρόσωπό μου."

"Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως, τελικά, είναι και τα τοπία.
Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. “Κάθε δρόμος θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου”. Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε βόλτα, είναι το ίδιο το μέρος απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα, η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι ‘αυτό, όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, υπάρχουν. Κι εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τα άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους- πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι.
Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε".

 "Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου".


 "Ζούμε στο ημίφως της συνείδησης, ποτέ σε αρμονία με αυτό που είμαστε ή με αυτό που υποθέτουμε ότι είμαστε... Είμαστε κάτι που διαδραματίζεται στο διάλειμμα του θεάματος".

  "Ανάμεσα σε μένα και τη ζωή υπάρχει ένα λεπτό τζάμι. Παρ’ ότι βλέπω και καταλαβαίνω τη ζωή ξεκάθαρα, δεν μπορώ να την αγγίξω".

"Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται".

 "Η ίδια η ζωή είναι θάνατος, γιατί δε ζούμε ούτε μια μέρα παραπάνω στη ζωή μας που να μην είναι, ακριβώς γι’ αυτό, μια μέρα λιγότερο".

"Θέλω η ανάγνωση αυτού του βιβλίου να σας αφήσει την εντύπωση πλήξης που μεταλλάσσεται σε ηδονικό εφιάλτη".

 
αποσπάσματα από το έργο του Φερνάντο Πεσσόα.. ή Αλμπέρτο Καρέιρο ή Αλβάρο ντε Κάμπος ή Ρικάρντο Ρέις ή Μπερνάρντο Σοάρες..

Σενέκας

"Δείξε μου τον άνθρωπο που ξέρει να αποδίδει στο χρόνο την αξία του, να εκτιμά την κάθε ημέρα, να αντιλαμβάνεται ότι πεθαίνει κάθε στιγμή. Απατώμεθα όταν νομίζουμε ότι ο θάνατος βρίσκεται μπροστά μας. Το μεγαλύτερο μέρος του ήδη παρήλθε. Ό,τι ανήκει στο παρελθόν βρίσκεται στα χέρια του θανάτου.
Κάμε λοιπόν, αγαπητέ μου Λουκίλιε, καθώς γράφεις: γίνε κύριος όλων των ωρών σου. Θα εξαρτάσαι λιγότερο από το αύριο, αν γίνεις κύριος του σήμερα. Όσο αναβάλουμε, η ζωή μας φεύγει. Τίποτε, Λουκίλιέ μου, δεν μας ανήκει. Μόνον ο χρόνος είναι δικός μας. Αυτό είναι το μόνο φευγαλέο και τυχαίο αγαθό που μας χάρισε η φύση. Κι όμως, ο οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να μας το ξοδεύει.
Κοίτα πόσο μωροί είναι οι άνθρωποι: θεωρούν ως μεγάλη εξυπηρέτηση τις πλέον ελάχιστες και ευτελείς υπηρεσίες, τις μη αναγκαίες, και νιώθουν υποχρεωμένοι. Αλλά κανείς δεν νιώθει υπόχρεος για τον χρόνο που του χαρίζουμε, ενώ αυτό είναι το μόνο αγαθό που δεν μπορεί να ανταποδώσει ακόμη κι ο πιο ευγνώμων άνθρωπος".

 απόσπασμα, "Επιστολές στον Λουκίλιο"

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Βίλχελμ Ράιχ - " Άκου Ανθρωπάκο"

"Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο: επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά.To σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο. Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω. Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα 'χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου: «Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες. «Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ. «Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς. «Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;»
Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις. Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή». «Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ. «Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή». «Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;» «Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και δια-περαστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».
«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ' έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;» «Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής...» «Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; To αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το 'φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;» «Μοιάζουν με τους Γερμανούς». «Τι είναι ο Γερμανός;» «Ο Γερμανός ανήκει σιη βόρεια φυλή των Αρίων». «Οι Ινδοί είναι Άριοι;» «Ναι». «Είναι βόρειοι;» «Όχι». «Είναι ξανθοί;» «Όχι». «Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός». «Μα, υπάρχουν Εβραίοι!» «Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί». «Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία». «Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;» «Όχι». «Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;» «Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό». «Σε τι διαφέρει;» «Δεν ξέρω». Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο.
Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος. Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος. Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ' αλήθεια, ανθρωπάκο. Όταν αποκαλείς κάποιον περιφρονητικά «Εβραίο», η αίσθηση της μηδαμινότητάς σου ξαλαφρώνει. Αυτό το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Αποκαλείς Εβραίο όποιον σου εμπνέει είτε υπερβολικό, είτε ελάχιστο σεβασμό. Σαν να 'σαι αντιπρόσωπος κάποιας ανώτερης δύναμης επί της γης, ανέλαβες να αποφασίζεις ποιος είναι και ποιος δεν είναι Εβραίος. Αμφισβητώ το δικαίωμά σου να το κρίνεις αυτό, είτε είσαι τιποτένιος Άριος, είτε τιποτένιος Εβραίος. Μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να πω τι είμαι. Είμαι βιολογικός και πολιτισμικός μιγάς κι είμαι περήφανος γι' αυτό. ούτε σωβινιστής όπως εσύ, ασήμαντε φασίστα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά σου, η φυλή και η τάξη σου."

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Χούλιο Κορτάσαρ - "Το Κουτσό", κεφάλαιο 7

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.

Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.
Από "Το κουτσό", κεφάλαιο 7

Καρλ Γιούγκ - "Επιστολές Επιλογή"

Αγαπητέ κύριε Ισαάκ,
Το ερώτημά σας είναι πραγματικά ιδιαίτερα επίκαιρο, επειδή είναι απίθανο ότι οποιαδήποτε κοινωνικά μέτρα να μπορούν να κάνουν το άτομο πιο συνειδητό, πιο ευσυνείδητο και πιο υπεύθυνο, αλλά θα έχουν το αποτέλεσμα, επειδή κάθε συνάθροιση από άτομα δείχνει μια σαφή τάση να κατεβάζει το επίπεδο της ατομικής συνείδησης.
Επομένως, κάθε συμβουλή που αρχίζει με το «πρέπει» αποδεικνύεται συνήθως μη αποτελεσματική. Αυτό είναι συνυφασμένο με το φανερό γεγονός ότι μόνο το άτομο είναι ο φορέας των αξιών και όχι η μάζα.
Σήμερα αυτό το εξαιρετικά σπουδαίο όχημα της κοινωνικής λειτουργίας κινδυνεύει από ολόκληρη την κουλτούρα μας ή καλύτερα από την μη κουλτούρα μας. Αν μπορούσε το άτομο να βελτιωθεί, νομίζω ότι θα έμπαιναν τα θεμέλια για μια βελτίωση του συνόλου. Ακόμα και ένα εκατομμύριο μηδενικά δεν κάνουν σύνολο ένα.
Γι’ αυτό υιοθετώ την όχι δημοφιλή άποψη ότι μια καλύτερη κατανόηση του κόσμου μπορεί να γίνει εφικτή μόνο με φορέα το άτομο και ότι μόνο το άτομο μπορεί να την προωθήσει. Αλλά αν κανείς αναλογιστεί τον τεράστιο αριθμό των ατόμων, αυτή η αλήθεια μοιάζει με μια συμβουλή που υπαγορεύεται από απόγνωση και ματαιότητα. Αν υποτεθεί ιδεωδώς, έστω και στο ελάχιστο, τότε θα μπορούσε κανείς να καταλάβει ένα άλλο άτομο.
Η απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η κατανόηση του εαυτού μας. Αν ο άνθρωπος δεν κατανοήσει τον εαυτό του, θα βλέπει αναπόφευκτα το άλλο πρόσωπο μέσα από τους απατηλούς και παραμορφωτικούς φακούς των ιδίων του των προκαταλήψεων και προβολών και θα αποδίδει στον άλλο ακριβώς αυτά που χρειάζεται ιδιαίτερα ο ίδιος. Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσουμε ως ένα σημείο τον εαυτό μας αν θέλουμε να έχουμε πραγματική επικοινωνία με τους άλλους.
Σήμερα υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που θα έπρεπε να γνωρίζει ο ενήλικας για να είναι εξοπλισμένος για την ζωή. Υποτίθεται ότι είναι κάτοχος αυτής της γνώσης από τα σχολικά χρόνια, αλλά ήταν πολύ νέος τότε για να την κατανοήσει, ενώ αργότερα δεν υπήρχε τίποτα που να τον ωθήσει να ξαναγυρίσει στο σχολείο. Συνήθως δεν έχει χρόνο για κάτι τέτοιο. Κανένας δεν του παρέχει χρήσιμη γνώση απ’ αυτή την άποψη και γι’ αυτό παραμένει σε κατάσταση παιδικής άγνοιας.
Θα έπρεπε να είχαμε σχολεία για ενήλικες, τα οποία να τους έδιναν τουλάχιστο τα στοιχεία της αυτογνωσίας και της γνώσης της ανθρώπινης φύσης.
Συχνά έχω κάνει τέτοιες προτάσεις, αλλά παρέμειναν ευσεβείς πόθοι αν και όλοι παραδέχονται, θεωρητικά, ότι χωρίς αυτογνωσία δεν μπορεί να υπάρξει γενική κατανόηση.
Αν είχαμε να κάνουμε με κανένα τεχνολογικό πρόβλημα ασφαλώς θα βρίσκαμε τους τρόπους και τα μέσα. Αλλά επειδή το πρόβλημα -το πιο σπουδαίο απ’ όλα- είναι η ανθρώπινη ψυχή και οι ανθρώπινες σχέσεις, δεν υπάρχουν δάσκαλοι, ούτε μαθητές, ούτε σχολές ούτε ειδικά μαθήματα και όλα τα αποσείουμε με ένα «θα’ πρεπε».
Το ότι ο καθένας θα’ πρέπει να ξεκινήσει από τον εαυτό του είναι πολύ λίγο δημοφιλές και γι’ αυτό όλα παραμένουν όπως έχουν.
Μόνο όταν οι άνθρωποι γίνονται τόσο νευρικοί ως το σημείο που ο γιατρός να διαπιστώνει νεύρωση, συμβουλεύονται τον ειδικό, του οποίου ο ιατρικός ορίζοντας συνήθως δεν περιλαμβάνει την κοινωνική ευθύνη.
Δυστυχώς οι λεγόμενες θρησκείες ποτέ δεν αποδέχτηκαν οχήματα γενικής ανθρώπινης κατανόησης, αφού, με ελάχιστες εξαιρέσεις, χαρακτηρίζονται από ολοκληρωτικές τάσεις και, απ’ αυτή την άποψη τουλάχιστο, δεν διαφέρουν πολύ από άλλους «ισμούς» και πραγματικά καταστρέφουν τις ανθρώπινες σχέσεις στο κρίσιμο σημείο.
Αν βρίσκεται κανείς στη θέση ενός γιατρού, όπως εγώ, που έρχεται σε άμεση επαφή με πολλούς μορφωμένους ανθρώπους, δεν μπορεί παρά να δοκιμάσει διαρκή έκπληξη με την τρομαχτική ασυνειδητότητα που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμένο άνθρωπο.
Η σύγχρονη επιστήμη παρέχει σ’ αυτούς τους ανθρώπους όσες διαφωτιστικές γνώσεις επιθυμούν για πράγματα που θα’ πρεπε να γνώριζαν από την αρχή της κοινωνικής τους ζωής, αλλά που δεν είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν. Αντί να μάθουν, ήταν αναγκασμένοι να μένουν ικανοποιημένοι με γελοίες προκαταλήψεις και αβασάνιστες γνώμες.
Ολόκληρη η κοινωνία μας είναι κερματισμένη από την ειδίκευση και τα αυτοτελή επαγγέλματα είναι τόσο διαφοροποιημένα ώστε δεν γνωρίζει το ένα τι κάνει το άλλο. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε τίποτα από τα πανεπιστήμια, αφού βγάζουν μόνον ειδικούς. Ακόμη και η ψυχολογία δεν νοιάζεται για την ενότητα του ανθρώπου, αλλά έχει κερματιστεί σε άπειρες υποδιαιρέσεις που η κάθε μια τους έχει τα δικά της τεστ και τις δικές της θεωρίες.
Όποιος τυχόν αναζητήσει την απαιτούμενη σοφία, σύντομα θα βρεθεί στην κατάσταση του γέρο–Διογένη, που γύριζε στην αγορά της Αθήνας μέρα μεσημέρι με αναμμένο το λυχνάρι αναζητώντας άνθρωπο.
Νομίζω ότι δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο για τη σημερινή στάθμη της ανθρώπινης κατανόησης.
25 Οκτωβρίου 1954
Ειλικρινά δικός σας
Κ.Γ.Γιούγκ

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Η Βαβέλ Είναι Παντοτινή;

Oι γλώσσες είναι υπέροχα ιδιόρρυθμες. Τα αγγλικά βάζουν το υποκείμενο μπροστά από το ρήμα. Τα φινλανδικά έχουν πολλές πτώσεις. Τα κινεζικά των μανδαρίνων είναι τονικά.

Παρά τις διαφορές τους όμως, μία από τις σημαντικότερες ιδέες στη μελέτη της γλώσσας είναι αυτή της καθολικής γραμματικής. Προτάθηκε από τον Νόαμ Τσόμσκι στη δεκαετία του 1960 και η γενική ερμηνεία της είναι ότι όλες οι γλώσσες είναι βασικά οι ίδιες και ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος γεννιέται «έτοιμος» για τη γλώσσα, με ένα ενσωματωμένο πρόγραμμα που μπορεί να αποκρυπτογραφεί τους κοινούς κανόνες στους οποίους βασίζεται οποιαδήποτε μητρική γλώσσα. Επί πέντε δεκαετίες η ιδέα αυτή κυριάρχησε στη γλωσσολογία, την ψυχολογία και τις γνωσιακές επιστήμες. Για να κατανοήσουμε τη γλώσσα, υποστήριζε, πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος τη χαοτική πολυμορφία των γλωσσών και να βρούμε τον κοινό ανθρώπινο πυρήνα τους.

Μήπως όμως τελικά αυτή ακριβώς η πολυμορφία αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσουμε την ανθρώπινη επικοινωνία; Αυτή την καινούργια ιδέα προωθούν δυο γλωσσολόγοι, ο Νίκολας Εβανς του Αυστραλιανού Εθνικού Πανεπιστημίου της Κανμπέρα, και ο Στίβεν Λέβινσον του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ Ψυχογλωσσολογίας στο Ναϊμέγκεν της Ολλανδίας.

Συμβολικά ο Πύργος της Βαβέλ σημαίνει το χάος και την ασυνεννοησία, ίσως όμως το μυστικό της ανθρώπινης επικοινωνίας να κρύβεται ακριβώς σε αυτή τη χαώδη πολυμορφία των γλωσσών των διάφορων λαών του κόσμου. Εδώ και μισόν αιώνα η Γλωσσολογία βασίζεται στη θεωρία ότι, όσο και αν ακούγονται διαφορετικές, οι χιλιάδες γλώσσες που ομιλούνται στην υφήλιο έχουν έναν πυρήνα,ένα κοινό σύνολο γενικών αρχών,τη λεγόμενη «καθολική γραμματική». Τώρα όμως οι δύο ερευνητές αμφισβητούν αυτή τη θεωρία υποστηρίζοντας ότι οι γλώσσες δεν έχουν μια κοινή βάση- είναι όλες τους διαφορετικές και σε αυτή την ποικιλότητα πρέπει να αναζητήσουμε τα «κλειδιά» για να κατανοήσουμε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα. Αν οι ισχυρισμοί τους είναι σωστοί, δεν ανατρέπουν μόνο τις αρχές της Γλωσσολογίας αλλά ενδεχομένως και τις αντιλήψεις μας για τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Η ύπαρξη σχεδόν 7.000 διαφορετικών γλωσσών μπορεί τελικά να σημαίνει την ύπαρξη 7.000 διαφορετικών τρόπων σκέψης.

Κλειδί η ποικιλία
Πιστεύουν ότι οι γλώσσες δεν μοιράζονται κοινούς κανόνες. Αντιθέτως, υποστηρίζουν, αυτή καθαυτή η ποικιλία τους αποτελεί ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης επικοινωνίας- κάτι το οποίο δεν παρατηρείται σε άλλα ζώα. Και όχι μόνον αυτό. Η ποικιλία των γλωσσών αποτελεί το «βασικό γεγονός για την κατανόηση της θέσης της γλώσσας στην ανθρώπινη γνωσιακή λειτουργία» λένε οι δύο ερευνητές.

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύς λόγος για την ιδέα ότι οι άνθρωποι διαθέτουν ένα «γλωσσικό ένστικτο»: τα μωρά μαθαίνουν εύκολα να μιλούν γιατί όλες οι γλώσσες ακολουθούν ένα σύνολο κανόνων που είναι ενσωματωμένοι στον εγκέφαλό τους. Παρ΄ ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανθρώπινη σκέψη επηρεάζει τη μορφή που παίρνει η γλώσσα, αν ο κ. Εβανς και ο κ. Λέβινσον έχουν δίκιο, η γλώσσα με τη σειρά της διαμορφώνει τον εγκέφαλό μας. Αυτό υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι παρουσιάζουν μεγαλύτερη πολυμορφία από ό,τι νομίζαμε και ότι οι εγκέφαλοί μας έχουν διαφορές ανάλογα με το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσαμε. Οδηγεί επίσης σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα: κάθε φορά που μια γλώσσα εξαφανίζεται, η ανθρωπότητα χάνει ένα σημαντικό κομμάτι από την πολυμορφία της.

Καθόλου καθολικοί οι «καθολικοί» κανόνες
Από τότε που προτάθηκε η θεωρία της καθολικής γραμματικής οι γλωσσολόγοι έχουν ανακηρύξει πολλούς γλωσσικούς κανόνες. Αν και υποτίθεται ότι είναι καθολικοί, σχεδόν πάντοτε έχουν εξαιρέσεις. Κάποτε, για παράδειγμα, θεωρείτο ότι καμία γλώσσα δεν έχει συλλαβές που αρχίζουν από φωνήεν και καταλήγουν σε σύμφωνο αν δεν έχει επίσης συλλαβές που αρχίζουν από σύμφωνο και καταλήγουν σε φωνήεν. Αυτός ο καθολικός κανόνας διήρκεσε ως το 1999, όταν οι γλωσσολόγοι έδειξαν ότι η Αρέμτε, την οποία μιλούν κάποιοι ιθαγενείς της Αυστραλίας, έχουν συλλαβές που αρχίζουν από φωνήεν και καταλήγουν σε σύμφωνο αλλά όχι συλλαβές που αρχίζουν από σύμφωνο και καταλήγουν σε φωνήεν.

Αλλες μη καθολικές «καθολικές» αρχές περιγράφουν τους βασικούς κανόνες της κατηγοριοποίησης των λέξεων. Ας πάρουμε τον κανόνα ότι κάθε γλώσσα περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες λέξεων: ουσιαστικά, ρήματα, επίθετα και επιρρήματα. Ερευνες έχουν δείξει τις δύο τελευταίες δεκαετίες ότι αρκετές γλώσσες δεν έχουν μια «ανοιχτή» κατηγορία επιρρημάτων, κάτι το οποίο σημαίνει ότι ο αριθμός των διαθέσιμων επιρρημάτων είναι περιορισμένος. Δεν μπορεί δηλαδή κανείς να μετατρέψει σχεδόν οποιαδήποτε λέξη σε επίρρημα όπως στα αγγλικά ή τα ελληνικά (π.χ. απαλός- απαλά). Κάποιες, όπως η Λάο που ομιλείται στο Λάος, δεν έχουν καθόλου επίθετα. Ορισμένοι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν επίσης ότι πολύ λίγες γλώσσες, όπως η Σαλίς των Βόρειων Πορθμών, που ομιλείται από ιθαγενείς των βορειοδυτικών περιοχών της Βορείου Αμερικής, δεν έχουν διακριτά ονόματα και ρήματα: αντ΄ αυτού έχουν μια ενιαία κατηγορία λέξεων που καλύπτει γεγονότα, οντότητες και ιδιότητες.

Στον Αμαζόνιο χάθηκαν οι κανόνες...
Ακόμη και φαινομενικά αδιάσειστοι καθολικοί κανόνες έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς. Σε αυτούς περιλαμβάνεται η επαναδρομή, η ικανότητα της επ΄ άπειρον ενσωμάτωσης ενός θέματος σε ένα παρόμοιο θέμα, όπως το «ο Τζακ νομίζει ότι η Μαίρη νομίζει ότι... το λεωφορείο θα έρθει στην ώρα του». Θεωρείται ευρέως ότι αυτή αποτελεί ένα χαρακτηριστικό το οποίο διαχωρίζει την ανθρώπινη γλώσσα από τους τρόπους επικοινωνίας των άλλων ζώων. Παρ΄ όλα αυτά ο Νταν Εβερετ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Ιλινόι δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη που προκάλεσε πολλές αντιδράσεις αποδεικνύοντας ότι η Πιράχα του Αμαζονίου δεν διαθέτει το χαρακτηριστικό της επαναδρομής.

Βασίλειο της διαφοράς, με κοινές τάσεις
Οσο περισσότερα μαθαίνουμε γύρω από τις γλώσσες τόσο πιο εμφανείς γίνονται οι διαφορές τους. Αν και οι περισσότεροι γλωσσολόγοι ως τώρα είχαν μάθει με κάποιον τρόπο να ζουν με αυτές τις ανωμαλίες, ο κ. Εβανς και ο κ. Λέβινσον πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε. «Η ιδέα των ξεκάθαρων και εμπειρικά άψογων καθολικών κανόνων,ύστερα από δεκαετίες ερευνών,είναι αξιοθρήνητη» λέει ο κ. Εβανς. Ο ίδιος και ο κ. Λέβινσον υποστηρίζουν ότι η ιδέα της καθολικής γραμματικής έστρεψε τους ερευνητές σε ένα αδιέξοδο. Θα πρέπει να ενστερνιστούμε τη γλωσσική πολυμορφία, λένε, και να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις μορφές που παίρνουν τελικά οι γλώσσες. Με αυτόν τον στόχο δημοσίευσαν πέρυσι μια μελέτη που περιγράφει τη θεωρία τους στο έντυπο «Βehavioral and Βrain Sciences». Ο κ. Εβερετ τη χαρακτήρισε «σταθμό στην ιστορία της γλωσσολογικής θεωρίας».


Πως γίνεται και συμπίπτουν οι κανόνες
Αν οι γλώσσες δεν υπακούουν σε ένα ενιαίο σύνολο κοινών κανόνων τότε πώς δημιουργούνται; «Αντί για καθολικούς κανόνες έχουμε τυποποιημένες μηχανικές λύσεις που οι γλώσσες υιοθετούν ξανά και ξανά και ύστερα έχουμε έκτοπα» εξηγεί ο κ. Εβανς. Μαζί με τον κ. Λέβινσον υποστηρίζουν ότι αυτό συμβαίνει επειδή οποιαδήποτε δεδομένη γλώσσα είναι ένα σύνθετο σύστημα που διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων του πολιτισμού, της γενετικής και της ιστορίας. Δεν υπάρχουν απολύτως καθολικά χαρακτηριστικά της γλώσσας, λένε, μόνο τάσεις. Ενα μείγμα ισχυρών και ασθενών τάσεων χαρακτηρίζει τελικά το «βιοπολιτισμικό» υβρίδιο που αποκαλούμε γλώσσα.

Σύμφωνα με τους δυο γλωσσολόγους οι ισχυρές τάσεις εξηγούν γιατί πολλές γλώσσες συγκλίνουν σε κοινά πρότυπα. Διάφοροι παράγοντες τείνουν να ωθούν τη γλώσσα προς μια παρόμοια κατεύθυνση: η δομή του εγκεφάλου, η βιολογία της ομιλίας και ο βαθμός αποδοτικότητας της επικοινωνίας, π.χ. Τα ευρέως κοινά γλωσσικά στοιχεία μπορεί επίσης να βασίζονται σε ένα ιδιαίτερα ανθρώπινο είδος κοινωνικής συλλογιστικής. Για παράδειγμα το γεγονός ότι προτού μάθουμε να μιλάμε βλέπουμε τον κόσμο σαν ένα μέρος γεμάτο από πράγματα που προκαλούν ενέργειες (πράττοντες) και πράγματα τα οποία υφίστανται ενέργειες (πάσχοντες) εξηγεί γιατί οι περισσότερες γλώσσες αναπτύσσουν αυτές τις δυο «φωνές», την ενεργητική και την παθητική.

Πώς μια λοίμωξη αλλάζει τη γλώσσα
Οι ασθενείς τάσεις, σε αντίθεση, εξηγούνται από τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων γλωσσών. Ο κ. Εβανς και ο κ. Λέβινσον υποστηρίζουν ότι πολλές πλευρές της ιδιαίτερης φυσικής ιστορίας ενός πληθυσμού μπορούν να επηρεάσουν τη γλώσσα. Για παράδειγμα ο Αντι Μπούτσερ του Πανεπιστημίου Φλίντερς της Αδελαΐδας της Αυστραλίας έχει παρατηρήσει ότι τα παιδιά των αυστραλών ιθαγενών παρουσιάζουν με διαφορά το υψηλότερο ποσοστό χρόνιας λοίμωξης του μέσου ωτός από κάθε άλλο πληθυσμό στον πλανήτη και ότι οι περισσότερες ιθαγενείς αυστραλιανές γλώσσες δεν διαθέτουν πολλούς ήχους οι οποίοι είναι κοινοί στις άλλες γλώσσες αλλά είναι δύσκολο να τους ακούσει κανείς όταν έχει λοίμωξη του μέσου ωτός. Το αν η πάθηση αυτή διαμόρφωσε τα συστήματα ήχων αυτών των γλωσσών είναι άγνωστο, λέει ο κ. Εβανς, είναι όμως σημαντικό να εξετάσουμε την ιδέα.

Ο κ. Λέβινσον και ο κ. Εβανς δεν είναι οι πρώτοι που αμφισβητούν την παντοδυναμία της καθολικής γραμματικής (ΚΓ), κανείς όμως ως τώρα δεν είχε διατυπώσει τις αντιρρήσεις του με τόσο πειστικό τρόπο και σε τόσο ευρύ πεδίο. Ως αποτέλεσμα τα επιχειρήματά τους έχουν προκαλέσει ενθουσιασμό, ιδιαίτερα μεταξύ των γλωσσολόγων που έχουν κουραστεί να προσπαθούν να στριμώξουν τα ευρήματά τους στον στενό κορσέ των «απόλυτων καθολικών κανόνων». «Η καθολική γραμματική είναι νεκρή» λέει για παράδειγμα ο Μάικλ Τομασίνο , συνδιευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ Εξελικτικής Ανθρωπολογίας στη Λειψία της Γερμανίας, γνωστός πολέμιος της ιδέας ότι όλες οι γλώσσες υπακούουν σε ένα κοινό σύνολο κανόνων.

Είναι «νεκρή» η καθολική γραμματική;
Ο Στίβεν Πίνκερ του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, συγγραφέας του «Το ένστικτο της γλώσσας», συμφωνεί με πολλά επιχειρήματα των δυο ερευνητών, όπως το ότι τα πρότυπα ανάδειξης καθολικών κανόνων δεν ήταν αρκετά αυστηρά, το ότι η γλώσσα προκύπτει από τη συνδυασμένη εξέλιξη των γονιδίων και του πολιτισμού και το ότι είναι πολύ σημαντικό να καταγράψουμε την ποικιλία των γλωσσών. Παρ΄ όλα αυτά υποστηρίζει ότι όλοι οι άνθρωποι μοιράζονται ένα έμφυτο κοινό σύνολο μηχανισμών για τη μάθηση της γλώσσας. Δέχεται ότι ο βαθμός στον οποίο οι διάφορες γλώσσες χρησιμοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς μπορεί να διαμορφώνεται από την ιστορία του πολιτισμού τους, αλλά εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχουν πολλοί καθολικοί κανόνες οι οποίοι βρίσκονται στη βάση όλων των γλωσσών.

Αλλοι αντιτάσσουν ότι μόνο και μόνο επειδή ακόμη δεν έχουμε βρει τι ακριβώς συνιστά έναν καθολικό κανόνα στη γλώσσα αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιοι κανόνες δεν υπάρχουν. Ο Τεκούμσε Φιτς του Πανεπιστημίου της Βιέννης επισημαίνει ότι εξ αρχής ο ορισμός του Τσόμσκι ήταν αρκετά εκλεπτυσμένος. «Εισάγοντας τον όρο “ΚΓ” ο Τσόμσκι κατέστησε σαφές ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εξαιρετικά αφηρημένα».

«Αν καθολικός κανόνας σημαίνει “μια προκατάληψη που μπορεί να παραβιαστεί” τότε δεν έχω αντίρρηση να χρησιμοποιήσω τον όρο με αυτή την ειδική έννοια» λέει ο κ. Εβανς. «Δεν νομίζω όμως ότι αυτή ήταν η αρχική πρόθεση.Αν ωστόσο η ΚΓ καταλήξει να πάρει αυτή τη μορφή,τότε εντάξει, ας προχωρήσουμε σε πιο ενδιαφέροντα ζητήματα».

Η γλώσσα «χτίζει» τον εγκέφαλο
Ενα από τα πιο σημαντικά είναι το τι έχει να πει η προσέγγιση των δυο ερευνητών για το είδος μας. Η ποικιλία της ανθρώπινης γλώσσας την κάνει να ξεχωρίζει από τα συστήματα επικοινωνίας όλων των άλλων ζώων, τα οποία τείνουν να είναι τα ίδια για κάθε ομάδα σε κάθε είδος, ανεξάρτητα από το μέρος του πλανήτη όπου αυτή ζει. Βεβαίως ορισμένα ζώα, όπως κάποια ωδικά πτηνά και ανώτερα πρωτεύοντα θηλαστικά, έχουν μια σειρά επίκτητων εκφράσεων που μπορεί να διαφέρουν από πληθυσμό σε πληθυσμό, καμία όμως δεν παρουσιάζει τέτοια ποικιλία όπως η ανθρώπινη γλώσσα. Ο κ. Εβανς και ο κ. Λέβινσον αποδίδουν τη γλωσσική πολυμορφία μας στην πλαστικότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου και υποστηρίζουν ότι αυτό αλλάζει το πώς θα πρέπει να σκεφτόμαστε την ανθρώπινη σκέψη.

Η κλασική σύγχρονη μεταφορά για τη γνωσιακή ικανότητα είναι η «εργαλειοθήκη», στην οποία οι άνθρωποι μοιράζονται ορισμένα εργαλεία με άλλα ζώα αλλά διαθέτουν κατ΄ αποκλειστικότητα κάποια άλλα. Για τον κ. Εβανς και τον κ. Λέβινσον η γνωσιακή ικανότητα είναι περισσότερο σαν «ένα εργαλείο-μηχανή,ικανό να κατασκευάζει ειδικά εργαλεία για ειδικές δουλειές... όπως το να υπολογίζουμε,να παίζουμε πιάνο,να διαβάζουμε από δεξιά προς τα αριστερά ή να μιλάμε αραβικά». Με βάση αυτή την άποψη ο εγκέφαλος ενός παιδιού δεν έρχεται προγραμματισμένος εκ των προτέρων με αφηρημένους γλωσσικούς κανόνες. Αντιθέτως η αρχική ρύθμισή του είναι πολύ πιο απλή: η πρώτη δουλειά του εγκεφάλου είναι να κατασκευάσει έναν πιο πολύπλοκο εγκέφαλο. Αυτό το κάνει χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε εισερχόμενη πληροφορία λαμβάνει, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας. Αυτό ίσως σημαίνει ότι οι άνθρωποι που μιλούν πολύ διαφορετικές γλώσσες έχουν αρκετά διαφορετικούς εγκεφάλους, λέει ο κ. Λέβινσον.

Είναι όλες οι γλώσσες το ίδιο εύκολες;
Η αποδοχή της ποικιλίας δίνει επίσης στους γλωσσολόγους την ευκαιρία να επανεξετάσουν παλαιά δόγματα. Για παράδειγμα, θεωρείται ότι όλες οι γλώσσες είναι εξίσου εύκολες στην εκμάθησή τους, αυτό όμως δεν έχει εξεταστεί ποτέ. Ο κ. Εβανς πιστεύει ότι, δεδομένου του αριθμού των μεταβλητών παραγόντων που διαμορφώνουν τις γλώσσες, είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν διαφορές στο πόσο γρήγορα τα παιδιά φθάνουν σε συγκεκριμένα γλωσσικά ορόσημα ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της μητρικής γλώσσας τους. «Πρέπει να ξαναδούμε αυτή την ιδέα» λέει.

Ενα άλλο κλασικό δόγμα είναι ότι όλοι φθάνουμε να κατέχουμε τη θεμελιώδη δομή της μητρικής μας γλώσσας στα πρώτα παιδικά μας χρόνια. Πράγματι, μια από τις πιο εντυπωσιακές πλευρές της ιδέας ΚΓγλώσσα- ένστικτο ήταν ότι φαινόταν να εξηγεί πώς τα μωρά τα καταφέρνουν με τόση ευκολία. Παρ΄ όλα αυτά αποκαλύπτεται ότι σε ορισμένες γλώσσες κάποια στοιχεία μαθαίνονται πολύ αργότερα, όπως οι τριγωνικοί όροι συγγένειας της αυστραλιανής ιθαγενούς γλώσσας Μπινίντζ Γκουνγουόκ. Αυτοί καθιστούν τον ομιλούντα, τον ακροατή και ένα τρίτο πρόσωπο ταυτόχρονα συγγενείς. Για παράδειγμα «αλ ντόνγκου» σημαίνει «αυτή που είναι μητέρα μου και κόρη σου, αφού εσύ είσαι η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου». Και αυτό δεν είναι παράδοξο, υπάρχουν εκατοντάδες τέτοιες δομές σε αυτή τη γλώσσα. Οσοι μιλούν τη Μπινίντζ Γκουν-γουόκ μόλις αρχίζουν να κατακτούν αυτό το μέρος της γλώσσας τους μετά τα είκοσι.

Μυστήρια της ύπαρξης σε μια λαλιά
 Η εστίαση της προσοχής στη γλωσσική πολυμορφία υπογραμμίζει επίσης την τραγωδία της εξαφάνισης των γλωσσών.Στο παλιό μοντέλο όλες οι γλώσσες αποτελούν απλώς παραλλαγές του ίδιου βασικού θέματος.Στο νέο μοντέλο όμως κάθε μία από τις περίπου 7.000 γλώσσες περιέχει τις δικές της μοναδικές ενδείξεις για ορισμένα από τα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Παρατηρήσεις σχετικά με τα ζωικά είδη,τη διαφορετικότητα,τη συμπεριφορά και τις οικολογικές σχέσεις που αποτυπώνονται στο λεξιλόγιο ορισμένων γλωσσών αποστάζουν χιλιετίες στενής παρατήρησης από αυτούς που τις μιλούν»λέει ο κ.Εβανς.Για παράδειγμα,ορισμένες γλώσσες που ομιλούνται στη Βόρεια Επικράτεια της Αυστραλίας έχουν λέξεις για πέντε είδη μέλισσας τα οποία ακόμη δεν έχουν περιγραφεί από την επιστήμη.«Μια τυπική γλώσσα αυτής της περιοχής περιλαμβάνει ένα ολόκληρο ράφι βιβλιοθήκης με εθνολογικές πληροφορίες το οποίο κινδυνεύει να χαθεί χωρίς ποτέ να μάθουμε τι βιβλία περιείχε»τονίζει. Στην ποικιλία των γλωσσών του κόσμου βρίσκουμε δεδομένα σχετικά με την αρχαία ανθρώπινη ιστορία,την πορεία των γλωσσών μέσα στον χρόνο και τη βαθιά γνώση του πλανήτη μας.Υπό αυτό το φως οι γλώσσες και οι ομιλητές τους προσφέρουν έναν επιστημονικό θησαυρό για όποιον προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη εξέλιξη,τη συμπεριφορά και τη γνώση.




Νew Scientist Μagazine, Reed Βusiness Ιnformation Ltd.



Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Πάολο Φλόρες ντ’ Αρκαϊς - Η Θρησκεία Στα Χρόνια Της Δημοκρατίας



Ο Ιταλός φιλόσοφος και δημοσιογράφος Πάολο Φλόρες ντ’ Αρκαϊς μιλάει για τη συμβατότητα του Θεού με τη Δημοκρατία

Συνέντευξη στη Σελανα Βροντη

«Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη Δημοκρατία και τη θρησκεία; Ο Θεός είναι συμβατός με τη Δημοκρατία; Η απάντηση είναι: με δυσκολία. Γιατί η Δημοκρατία είναι η πρώτη μορφή συμβίωσης στην ανθρώπινη ιστορία που στηρίζεται στην αυτονομία. Αυτό, όμως, έρχεται σε αντίφαση με την ιδέα ότι, κάπου στον κόσμο, υπάρχει κι ένας άλλος νόμος, τον οποίο καλούμαστε να υπακούσουμε, κι αυτός ο νόμος είναι η θέληση του Θεού. Η ιδέα ότι ένας Θεός ρυθμίζει την κοινωνική ζωή είναι ασύμβατη με τη Δημοκρατία, γιατί ο νόμος ορίζεται από τους ανθρώπους για να εξυπηρετεί τους ανθρώπους».
Αυτό αποσαφήνισε ο διακεκριμένος Ιταλός φιλόσοφος και δημοσιογράφος Πάολο Φλόρες ντ’Αρκαϊς, την Τετάρτη 30 Μαρτίου, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Ο Ντ’ Aρκαϊς, ήρθε στην Αθήνα για να συμμετάσχει στη συζήτηση με θέμα «Επιστήμη και θρησκεία: Μια δύσκολη σχέση;». Συνομιλητές του ήταν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» και ο Στάθης Ψύλλος, καθηγητής στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και το κοινό μάλλον παθιασμένο. «Πάντα συμβαίνει αυτό όταν γίνονται συζητήσεις με θέμα τη θρησκεία», εξήγησε εκ των υστέρων ο 67χρονος ομιλητής, ο οποίος μέχρι πρόσφατα δίδασκε Ηθική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης. Σήμερα διευθύνει την πολιτική επιθεώρηση MicroMega και αρθρογραφεί συστηματικά σε μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες όπως η Εl Pais, η Frankfurter Allgemeine Zeitung και η Gazeta Wyborcza.
Ο Πάολο Φλόρες ντ’ Αρκαϊς είναι ένας τολμηρός συζητητής και μάχιμος λόγιος. Ο λόγος του είναι καθαρός και κατανοητός, γράφει με δημοσιογραφική ακρίβεια και μαθηματική συλλογιστική. Το 2000 είχε αναμετρηθεί με τον Καρδινάλιο Γιόζεφ Ράτσινγκερ, τον σημερινό ηγέτη του Βατικανού. Η συζήτησή τους έχει εκδοθεί σε βιβλίο με τον τίτλο «Υπάρχει Θεός» (Dio esiste?). Τον άθεο Ντ’ Αρκαϊς λίγο τον ενδιαφέρει αν πιστεύει κανείς ή όχι. Αρκεί να κρατάει την πίστη του μακριά από την πολιτική: «Οταν σε μια δημόσια συζήτηση χρησιμοποιείται το επιχείρημα “αυτή είναι η θέληση του Θεού”, τότε δεν υπάρχουν περιθώρια διαλόγου. Αλλά η Δημοκρατία στηρίζεται ακριβώς στη λογική επιχειρηματολογία».
– Θρησκεία και επιστήμη μπορούν να συνυπάρξουν; Ποια θέση επιφυλάσσει στον Θεό η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα;
– Επιστήμη και θρησκεία είναι έννοιες ασύμβατες. Η αντίληψη που έχει η θρησκεία για τον κόσμο στερείται λογικής. Ο απόστολος Παύλος ταύτιζε την πίστη με τη μωρία, σαν να ήταν κάτι θετικό. Η θρησκεία, λοιπόν, συνδέεται με το παράλογο και την τρέλα, ενώ η λογική βρίσκεται στο πλευρό της επιστήμης.
– Ο χριστιανισμός χάνει έδαφος στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν όλο και λιγότερο στην εκκλησία. H θρησκεία θα πεθάνει στο μέλλον;
– Φυσικά και όχι. Η θρησκεία είναι μια ψευδαίσθηση την οποία, οι άνθρωποι δυστυχώς έχουν ανάγκη ή τέλος πάντων νομίζουν ότι την έχουν ανάγκη.
– Το Βατικανό μιλάει για επανευαγγελισμό, αλλά το κύρος της Καθολικής Εκκλησίας πλήττεται συχνά από σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης. Ποια είναι η θέση του Πάπα για τις ευθύνες της Εκκλησίας;
– Η στάση του Πάπα είναι αμφιλεγόμενη. Ναι, μεν, καταδικάζει ανοιχτά την παιδεραστία, ωστόσο δεν έχει παραπέμψει ποτέ κανέναν κληρικό στη Δικαιοσύνη. Ο Πάπας, ο σημερινός αλλά και ο προηγούμενος, γνώριζαν όλες τις περιπτώσεις κακοποίησης ανηλίκων. Κάθε επίσκοπος που είχε υπόψη του κάποιο περιστατικό όφειλε και οφείλει να θέσει όλα τα στοιχεία στην Επιτροπή Δόγματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Επικεφαλής της Επιτροπής Δόγματος υπήρξε, επί Βοϊτίλα, ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ - δηλαδή ο σημερινός Πάπας.

Μπερλουσκονισμός και Δημοκρατία

– Εκτός από τον Πάπα, έχετε έρθει πολλές φορές σε ρήξη με τον αρχηγό της κοσμικής εξουσίας. Σε ένα άρθρο σας υποστηρίζετε ότι το καθεστώς του Μπερλουσκόνι μπορεί να μην είναι φασιστικό αλλά αναμφίβολα αποτελεί μια νέα μορφή καταστροφής δημοκρατικών θεσμών.
– Ο μπερλουσκονισμός δεν είναι φασισμός (ακόμη), κι ας ελπίσουμε ότι δεν θα γίνει στο μέλλον. Ωστόσο, μέρα με τη μέρα, η δημοκρατία μας διαλύεται. Ξέρετε, δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο να πηγαίνουμε στις κάλπες κάθε 4 ή 5 χρόνια. Δημοκρατία είναι επίσης η ποιότητα ενημέρωσης που διαθέτει κανείς τα χρόνια που μεσολαβούν μέχρι τις επόμενες εκλογές. Είναι η πληροφόρηση, αλλά και η δυνατότητα αληθινού διαλόγου. Εάν δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση -αμερόληπτη, ελεύθερη, πλουραλιστική- τότε ακρωτηριάζεται η ελευθερία επιλογής του καθενός μας. Στην Ιταλία περίπου το 90% του πληθυσμού ενημερώνεται από τα τηλεοπτικά κανάλια. Στην τηλεόραση όμως ο διάλογος μετατρέπεται σε σόου. Ενα πολιτικό σόου δεν είναι αυτό που χρειάζεται μια δημοκρατία. Η Ιταλία σήμερα αγωνίζεται για μια ουσιαστική δημοκρατία.
– Δικαστικές αποφάσεις υποστηρίζουν ανοιχτά ότι το κόμμα «Φόρτσα Ιτάλια» συνδέεται με την ηγεσία της μαφίας. Εν τω μεταξύ, τα πρωθυπουργικά ροζ σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο. Παρόλα αυτά ο Μπερλουσκόνι αποδεικνύεται εξπέρ της πολιτειακής επιβίωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή οι Ιταλοί βλέπουν πολλή τηλεόραση;
– Στις δυτικές κοινωνίες οι πολίτες ενημερώνονται από την τηλεόραση, αλλά πουθενά αλλού στον κόσμο ένα άτομο δεν ελέγχει πλήρως την ενημέρωση μέσω της τηλεόρασης. Οταν αυτό το άτομο είναι ο πρωθυπουργός της χώρας, τότε μιλάμε για συγκέντρωση της εξουσίας. Δεν μιλάμε πια για δημοκρατία, αλλά για ολιγαρχία. Φυσικά, ο νέοι ενημερώνονται από το Ιντερνετ -και το Διαδίκτυο παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των μαζικών κινητοποιήσεων- αλλά οι απλοί άνθρωποι βλέπουν ειδήσεις στην τηλεόραση. Οι εφημερίδες από την άλλη απευθύνονται σε μια ελίτ.
– Πριν από λίγο καιρό, ο Μπερλουσκόνι παρουσιάστηκε στην πρώτη από τις πολλές δίκες που αντιμετωπίζει, για να πει ότι οι εισαγγελείς τον βλέπουν «ως το μεγαλύτερο εμπόδιο που συναντά η Αριστερά για να εξασφαλίσει την εξουσία». «Δυστυχώς», συνέχισε, «ο κομμουνισμός στην Ιταλία ποτέ δεν άλλαξε. Είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία και στο σύμπαν που έχει δεχθεί τόσες πολλές κατηγορίες»
– Είναι γεγονός ότι ο κομμουνισμός δεν υφίσταται από το 1989, δηλαδή εδώ και 22 χρόνια. Ο κομμουνισμός δεν υπάρχει στην Ευρώπη, ούτε καν στην Κίνα? το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα εφαρμόζει τον πιο στυγνό καπιταλισμό παγκοσμίως. Το να λέει κάποιος ότι οι κομμουνιστές τον καταδιώκουν, σημαίνει ότι αυτός ο κάποιος έχει χάσει τα λογικά του. Οταν ένα άτομο είναι τρελό και βρίσκεται στην εξουσία τότε γίνεται πολύ επικίνδυνο. Ο μόνος παλιός κομμουνιστής σήμερα, που διαθέτει μεγάλη εξουσία, είναι ο Πούτιν, ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας, ένας πολύ ισχυρός άνδρας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Και δεν είναι τυχαίο ότι είναι στενός φίλος του Μπερλουσκόνι. Μοιράζονται το ίδιο μίσος για τη δημοκρατία. Κάθε αντίπαλος του Μπερλουσκόνι είναι κομμουνιστής – κατά την άποψή του οι δικαστές είναι κομμουνιστές. Ομως οι περισσότεροι δικαστές είναι συντηρητικοί, οι οποίοι απλώς εφαρμόζουν στην πράξη τη δικαιοσύνη. Ο Μπερλουσκόνι βρίσκεται συχνά στη θέση του κατηγορούμενου γιατί απλούστατα παραβιάζει τον νόμο και το Σύνταγμα. Επίσης, κάθε μέρα σχεδόν κατηγορεί τους δημοσιογράφους. Αποκαλεί μάλιστα κομμουνιστικές τις εφημερίδες που γράφουν την αλήθεια γι’ αυτόν. Η «La Rebbublica», η νέα εφημερίδα «In Fatto Quotidiano», αλλά ακόμη και οι πιο συντηρητικές σαν την «Corriere de la serra», έχουν δεχθεί τα πυρά του.
– Ενας άλλος φίλος του Μπερλουσκόνι είναι ο Μουαμάρ Καντάφι.
– Ναι, είναι ο δεύτερος καλύτερος φίλος του. Αν κρίνουμε τους φίλους του, μπορούμε να καταλάβουμε τα πολιτικά ιδεώδη του. Υπήρχε και ο Μπους, αλλά ο Μπους δεν ήταν φίλος, ήταν ο αρχηγός του.
– Τον προηγούμενο Ιούνιο στη Ρώμη, ο πρόεδρος της Λιβύης στράφηκε στον Μπερλουσκόνι για να ανανεώσουν τους δεσμούς που συνδέουν τις χώρες τους. Αυτό τι αντίκτυπο έχει υπό το φως των σημερινών εξελίξεων στη βόρεια Αφρική;
– Οι άλλες μεγάλες δυνάμεις της Δύσης -η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ- δεν υπολογίζουν την Ιταλία, ακριβώς επειδή ο Μπερλουσκόνι υπήρξε στενός φίλος του Καντάφι. Η Ιταλία μπορεί μεν να ανήκει σε ένα συνασπισμό που προσπαθεί να ανατρέψει το λιβυκό καθεστώς, αλλά ο Μπερλουσκόνι δεν χάνει ευκαιρία να υπογραμμίζει τη συμπάθειά του προς τον Καντάφι. Είναι αναπόφευκτο οι υπόλοιπες χώρες να μην εμπιστεύονται την ιταλική κυβέρνηση. Πριν από μερικές μέρες, η Μέρκελ, ο Σαρκοζί, ο Ομπάμα και ο Κάμερον συμμετείχαν σε μια τηλεδιάσκεψη με θέμα τη στρατιωτική επέμβαση, αλλά όχι ο Μπερλουσκόνι. Αυτή είναι τώρα η Δύση - η Ιταλία είναι πια εκτός.
– Πώς κρίνετε την επανάσταση στον αραβικό κόσμο;
– Αυτή είναι μόνο η αρχή της. Αυτοί που ξεκίνησαν την επανάσταση στην Τυνησία, στην Αίγυπτο και τώρα στη Λιβύη είναι κυρίως νέοι μορφωμένοι άνθρωποι, που είναι συνήθως άνεργοι και φτωχοί. Θα λέγαμε, κατά μια έννοια, ότι είναι νέοι της Δύσης. Αυτοί οι άνθρωποι -που βρίσκονται στη βάση της επανάστασης, που βγαίνουν στους δρόμους, που παλεύουν και πεθαίνουν- είναι δυστυχώς οι λιγότερο οργανωμένοι. Ο στρατός από την άλλη, κάποιες θρησκευτικές οργανώσεις, οι κυβερνητικές ομάδες και οι πλούσιοι είναι οι μόνες οργανωμένες δυνάμεις. Το παράδοξο είναι ότι οι νέοι που ξεκινούν την επανάσταση δεν αναλαμβάνουν άμεσα την εξουσία. Σήμερα η Τυνησία είναι χωρισμένη μεταξύ στρατιωτικών και θρησκευτικών δυνάμεων, οπότε πιστεύω ότι ο αγώνας δεν έχει ολοκληρωθεί. Και εύχομαι να μη λήξει. Ευτυχώς, όμως, είδαμε για πρώτη φορά να γεννάται η δημοκρατία σε αυτή τη χώρα. Είχαμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε ότι μια πιθανή επανάσταση στον αραβικό κόσμο θα είχε θρησκευτική βάση. Αυτό δεν ισχύει σε αυτήν την περίπτωση, γεγονός που δίνει ελπίδα για δημοκρατία. Αλλά είναι ακόμη νωρίς. Πάντα υπάρχει κίνδυνος κάποιος άλλος δικτάτορας να πάρει τη θέση του προηγούμενου.

Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα στην κρίση

– Για την ελληνική κρίση τι γνώμη έχετε;
– Δεν γνωρίζω καλά την κατάσταση στην Ελλάδα, ώστε να μπορώ να μιλήσω επαρκώς γι’ αυτό το θέμα. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν μπορεί μια κυβέρνηση να ζητεί γενικώς και αορίστως θυσίες από τον λαό. Πρέπει να κάνει δύο πράγματα πριν το κάνει αυτό:
να βάλει στη φυλακή τους διεφθαρμένους παράγοντες του πολιτικού και οικονομικού συστήματος και να ζητήσει πρώτα θυσίες από τους πλούσιους. Νομίζω ότι αν γίνουν τα πράγματα με αυτή
τη σειρά, ο υπόλοιπος κόσμος θα δεχθεί να κάνει θυσίες. Για παράδειγμα, δεν μπορεί ο μάνατζερ της Fiat να λέει στους εργάτες «όλοι βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι», γιατί δεν είναι αλήθεια. Αυτός πλέει σε μία πολυτελή θαλαμηγό, ενώ οι εργάτες ταξιδεύουν με το πλοίο της γραμμής. Οταν η μάζα βλέπει ότι κάποια σημαντικά πρόσωπα βρίσκονται στη φυλακή, μόνο τότε μπορεί να εκφράσει την πίστη της στην κυβέρνηση. Πριν από αυτό, δεν γίνεται.
– Δεδομένου της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μπορούμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός καταρρέει;
– Οχι. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές καπιταλισμού.
Ο καπιταλισμός γίνεται επικίνδυνος όταν εκδηλώνεται μια κρίση. Η λογική του κέρδους μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει ένα εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο. Χρειαζόμαστε τον καπιταλισμό αλλά πρέπει να τον ελέγχουμε με γνήσιους πολιτικούς, ηθικούς και δημοκρατικούς όρους.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ουμπέρτο Έκο - Το εκκρεμές του Φουκώ

“…. Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί".
"Εξαιρείται κανείς;"
"Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Ολοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί. Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος ειν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους".
"Idealtypen".
"Μπράβο. Ξέρετε και γερμανικά;"
"Κουτσά στραβά για τις βιβλιογραφίες".
"Στην εποχή μου, όποιος ήξερε γερμανικά δεν έπαιρνε πτυχίο. Περνούσε τη ζωή του ξέροντας γερμανικά. Νομίζω ότι σήμερα το ίδιο συμβαίνει με τα κινέζικα".
"Δεν τα ξέρω αρκετά καλά κι έτσι θα πάρω πτυχίο. Ας γυρίσουμε και πάλι όμως στην τυπολογία σας. Τι είναι η μεγαλοφυία, ο Αινστάιν, ας πούμε;".
"Μεγαλοφυής είναι αυτός που επιστρατεύει ένα απ’ αυτά τα συστατικά κατά ιλιγγιώδη τρόπο, τρέφοντας το με τα υπόλοιπα".
Ηπιε. Είπε: "Καλησπέρα κούκλα. Ακόμα δεν αποπειράθηκες ν αυτοκτονήσεις;".
"Όχι", απάντησε η κοπέλα που περνούσε, "τώρα ανήκω σε μια ομάδα".
"Μπράβο", της είπε ο Μπέλμπο. Στράφηκε προς το μέρος μου: "Μπορούν να γίνουν και ομαδικές αυτοκτονίες, δεν νομίζετε;".
"Οι τρελοί όμως;".
"Μη νομίσετε ότι η θεωρία μου είναι πανάκεια. Δεν πάω να τακτοποιήσω το σύμπαν. Λέω τι σημαίνει τρελός για έναν εκδοτικό οίκο. Η θεωρία μου είναι ad hoc, εντάξει;".
"Εντάξει. Σειρά μου να κεράσω".
"Σύμφωνοι. Πυλάδη, σας παρακαλώ, λιγότερο πάγο. Αλλιώς μπαίνει αμέσως στην κυκλοφορία. Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά".
"Πώς γίνεται;".
"Αυτός τα καταφέρνει. Γι αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι".
"Ας τον αφήσουμε".
"Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι".
"Τι εννοείτε;".
"Αυτό". Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. "Σκοπεύει να μιλήσει γι αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;".
"Καταλαβαίνω. Τους ξέρω".
"Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν, ή μάλλον μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;".
"Εγώ ναι".
"Ανόητος είναι ο Ιωακείμ Μουρά που επιθεωρεί τους αξιωματικούς του και ανάμεσα τους βλέπει έναν από τη Μαρτινίκα γεμάτο παράσημα. "Vous etes negre?", τον ρωτά. Κι εκείνος: "Oui, mon general". Κι ο Μουρά: "Bravo, bravo, continuez!" (-Είστε νέγρος; -Μάλιστα στρατηγέ μου –Μπράβο, μπράβο, συνεχίστε!) Και ούτω καθ' εξής. Με παρακολουθείτε; Συγγνώμη αλλ απόψε γιορτάζω μια ιστορική απόφαση της ζωής μου. Εκοψα το ποτό. Ένα ακόμη; Δεν απαντάτε, με κάνετε να νιώθω ένοχος. Πυλάδη!".
"Και ο βλάκας;".
"Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι".
"Πράγμα που ισχύει".
"Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους".
"Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί".
"Κατ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;".
"Ολοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι".
"Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ενας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν ασχολείται μαζί τους ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί ν αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;".
"Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα".
"Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου".
"Διαμάχη μεταξύ βλακών".
"Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου".
"Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες".
"Δεν υπάρχει διαφυγή. Ολοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας".
"Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ".
"Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!"
"Μα είναι η σειρά μου".
"Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια".
"Αυτό είναι βλακώδες".
"Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε κι αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης".
"Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;".
"Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ενας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ".
"Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές, όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;".
"Θεέ μου – είναι η ώρα να το πω… Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;"
"Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους".
"Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;".
"Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά".
"Ε, ναι, η βλακεία μας περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου".
"Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας".
"Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης".
"Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δεν φτάσαμε ακόμα στους τρελούς".
"Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναίτες".
"Πάντα;".
"Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναίτες αλλά οι τρελοί με τους Ναίτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Εγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναίτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;".
"Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί".
"Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη".
"Γιατί μ εμπιστεύεστε;".
"Ποιός είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια".


Απόσπασμα από το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, "Το εκκρεμές του Φουκώ"