Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Θέληση

Ολοι μας έχουμε ακουστά για το Μόμπυ Ντικ, την τεράστια λευκή φάλαινα του ομώνυμου αριστουργηματικού μυθιστορήματος του Χέρμαν Μέλβιλ. Ο Μόμπυ Ντικ είναι μέσα στο βιβλίο το άπιαστο όνειρο και ο εφιάλτης κάθε φαλαινοθήρα. Ενα ζώο απίστευτης εξυπνάδας και σκοτεινής δύναμης, που έχει σκοπό να γελοιοποιήσει και να καταστρέψει κάθε κυνηγό της. Ο Μόμπυ Ντικ, όπως και τα βαθύτερά μας όνειρα, είναι άπιαστος. Οσοι τον κυνηγούν χάνονται στη σκοτεινή θάλασσα και πολλοί από αυτούς καταλήγουν να τσακίζονται από τα τεράστια σαγόνια του. Αργά ή γρήγορα όλοι οι κυνηγοί του εγκαταλείπουν τις προσπάθειες και τον αποφεύγουν. “Είναι ένας δαίμονας…” ακούγεται συνέχεια από τα στόματα των ηρώων του βιβλίου. Ενας άνθρωπος όμως, είναι αποφασισμένος να τον εξολοθρεύσει. Ο Κάπταιν Αχαμπ, η απίστευτη αυτή λογοτεχνική φιγούρα με το ψεύτικο πόδι. Ο Αχαμπ έχει χάσει το πόδι του από τη φάλαινα και θέλει να την εκδικηθεί. Η ζωή του έχει χάσει το νόημά της και αφιερώνει όλη του την ύπαρξη στο σκοπό της εκδίκησης. Στο καράβι όμως που διοικεί, δεύτερος σε εξουσία είναι ο Κάπταιν Στάρμπακ, ένας φιλοσοφημένος φαλαινοθήρας, ο οποίος κυνηγά τις φάλαινες για να ζήσει την οικογένειά του και έρχεται σε αντίθεση με τον Αχαμπ και την εκδικητική του μανία. Ο αναγνώστης στη διάρκεια της ιστορίας γίνεται παιχνίδι στα χέρια του συγγραφέα, καθώς διχάζεται από το θαυμασμό που τρέφει για τον ηρωϊκό Αχαμπ και τη συμφωνία με τη συμβατική λογική του Στάρμπακ. Στο δραματικό τέλος όμως, κανένας από τους δύο δε δικαιώνεται και, εκτός από τον αφηγητή που σώζεται από θαύμα (ή από τη διαβολική θέληση της λευκής φάλαινας να μάθουμε όλοι τα κατορθώματά της), το πλοίο των ηρώων βυθίζεται τσακισμένο. Ο Κάπταιν Αχαμπ δεν καταφέρνει να σκοτώσει το Μόμπυ Ντικ, αλλά ούτε κι ο Κάπταιν Στάρμπακ γυρίζει πίσω στο σπίτι και την οικογένειά του. Ο Μόμπυ Ντικ, μένει ο Βασιλιάς της Θάλασσας και ένα δαιμονικό άπιαστο όνειρο. Ισως δεν υπάρχει πιο ικανοποιητική μεταφορά, για να μιλήσουμε για την ανθρώπινη θέληση. Ολοι μέσα μας έχουμε έναν Αχαμπ, έναν Στάρμπακ και ένα Μόμπυ Ντικ να μας βασανίζουν με τις αγωνίες τους. Ο Μόμπυ Ντικ είναι τα βαθιά μας όνειρα που τα κυνηγάμε και τα φοβόμαστε ταυτόχρονα, ο Αχαμπ είναι η θέλησή μας που δεν ησυχάζει ποτέ και ο Στάρμπακ είναι η συμβατική λογική που μας καλεί να ζήσουμε τη ζωή μας και να σταματήσουμε να κυνηγάμε λευκά φαντάσματα. Στη μοντέρνα ζωή της ασφάλειας και του συμβιβασμού, ο Στάρμπακ είναι ο μόνιμος σύμβουλός μας. Μας υπενθυμίζει συνεχώς πως οι πράξεις μας μόνο σκοπό έχουν την επιβίωση, το κέρδος της οικογένειάς μας και πως κάθε μας επιμονή είναι μια βλάσφημη προσβολή απέναντι στο Σύμπαν. Είμαστε μικρόβια.  Ο Στάρμπακ (παρά το επικό όνομά του) ψάχνει μόνο για το απλό καθημερινό κέρδος, αλλά είναι υπερβολικά ανθρώπινος, γιατί μέσα στη σκέψη του χωράνε τα πάντα, οι φίλοι του, η απλή και όμορφη ζωή, η χαρά του να είσαι ζωντανός, το βλέμμα της αγαπημένης του γυναίκας και η τιμή του να έχεις αξιώματα και ηθική. Μπορεί να γίνει σκληρός, για να μας διδάξει κάποιο μάθημα, αλλά θα κάνει πολλές φορές πίσω, για να μην καταπατήσει τις πεποιθήσεις του. Ετσι γίνεται και στην ιστορία του Μόμπυ Ντικ. Είναι αντίθετος με τον Αχαμπ, μέχρι του σημείου να αποφασίσει να τον δολοφονήσει για να καταλάβει το πλοίο και να γυρίσει πίσω, αλλά τελικά δεν το κάνει ποτέ. Εκλιπαρεί για τη λογική, να δούμε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να σηκώσει το ξίφος για να μας επιβληθεί. Δεν γίνεται να μην τον συμπαθήσουμε: είναι η ανθρώπινη σκέψη με όλη της την απλοϊκή ευγένεια. Αυτή η σκέψη όμως δεν καταλαβαίνει από όνειρα. Δε μπορεί να μεθύσει από το ποτό των κυνηγών και τη μαγεία της αναζήτησης. Κάθε εμπόδιο το βλέπει σα σημαντικό λόγο για να εγκαταλείψει τους στόχους της. Μας παρασύρει μακριά από το όνειρο και μας πείθει πως πρόκειται για ένα ψέμα ή επιστρατεύει ακόμα και δικά της ψέματα, για να μας κάνει να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια. Αλλά είναι ο δεύτερος καπετάνιος στο όχημά μας... Ο Αχαμπ είναι κάτι ξεχωριστό. Αν και αναγνωρισμένος σαν ο καπετάνιος του καραβιού-εαυτού, κρύβεται μέσα στην καμπίνα του, δε βγαίνει έξω, κι έτσι δεν τον βλέπουμε συχνά. Ούτως ή άλλως δεν τον ενδιαφέρουν οι κοινωνικές εκδηλώσεις. Η σκέψη του δεν είναι πολυδιάστατη και στολισμένη. Αδιαφορεί για τις καθημερινότητες και δε δίνει σημασία παρά σε ελάχιστα πράγματα. Αλλά είναι εκεί μέσα και περιμένει. Ακούμε την πένα του να γρατσουνάει κάποιο χαρτί στο οποίο σχεδιάζει τις κινήσεις του. Κάποιες φορές ακούμε τη φωνή του να ψιθυρίζει την αγωνία του να συναντήσει το όνειρο ή τον εφιάλτη του. Κι όταν τελικά βγεί, μένουμε άφωνοι από τη μαγεία και τον ηρωϊσμό του. Μένουμε άφωνοι από τη δύναμη που δίνει και το όραμα που ξεδιπλώνει μπροστά μας, κι ας αρνείται να συμμετάσχει ο Κάπταιν Στάρμπακ… Είναι όμως σκληρός και απάνθρωπος, δε δίνει δεκάρα για τα ανταλλάγματα που θα χρειαστούν για να πετύχει το σκοπό του. Είναι ικανός να χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο, κάθε ηθική ή ανήθικη μέθοδο για να πετύχει. Θα ξεχάσει φίλους, οικογένεια, μέχρι και την ίδια του τη ζωή για να πλησιάσει στο όνειρό του. Είναι ο πραγματικός Μάγος που χειρίζεται τη δύναμη της ψυχής, αλλά είναι και ένας δαίμονας, ίσως ίδιος με το δαίμονα που κυνηγά… Στην ιστορία του Μόμπυ Ντικ, το ξύλινο πόδι του Αχαμπ δεν είναι ξύλινο. Είναι φτιαγμένο από κόκαλο φάλαινας. Ο Αχαμπ είναι κατά κάποιο τρόπο συγγενής του Μόμπυ Ντικ. Κάτι παράξενο μιλάει μέσα του, κάτι που κρύβεται στο βυθό των ωκεανών ή το σκοτάδι του κενού….Τι είναι ο Μόμπυ Ντικ, με την ίδια λογική; Είναι ίσως μια από τις πιο σκοτεινές υπόνοιες που δημιουργούνται καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε την ανθρώπινη ψυχή. Κάτι ξένο, που όμως είναι μέρος μας. Κάτι που μας μιλάει τις στιγμές που αναδύονται από μέσα μας οι άγνωστές μας πτυχές.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Φόβος..αφήγηση Εντουάρντο Γκαλεάνο ( Ελληνικοί Υπότιτλοι από ¡Cataplum! )

 "Θυμάμαι ότι τον καιρό της εξορίας στις ακτές της Καταλωνίας, μια μέρα μας έκαναν δώρο ένα ινδικό χοιρίδιο. Έφτασε στο σπίτι μέσα σε ένα κλουβί. Εγώ λυπόμουν να το βλέπω έτσι, φυλακισμένο, και το μεσημέρι του άνοιξα το κλουβί.
Όταν γύρισα στο σπίτι, το σούρουπο, το βρήκα ακριβώς όπως το είχα αφήσει. Στο βάθος του κλουβιού, κολλημένο στα κάγκελα… έτρεμε από τον φόβο της ελευθερίας.
Αναρωτιέμαι αν η εποχή μας μας κάνει όλους να μοιάζουμε σ΄αυτό το ινδικό χοιρίδιο.
Σήμερα θα σας διηγηθώ, με τον δικό μου τρόπο, μερικές ιστορίες φόβου που κυβερνούν τον κόσμο."



Ο Φόβος εξουσιάζει 1 - Εντουάρντο Γκαλεάνο 

Ο Φόβος εξουσιάζει 2 - Εντουάρντο Γκαλεάνο

Ο Φόβος εξουσιάζει 3 - Εντουάρντο Γκαλεάνο


Τα βίντεο μετέφρασε, υποτίτλισε και πρωτοδημοσίευσε η Ζωή στο  ¡Cataplum!






Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Mogwai - Friend Of The Night

In girum imus nocte et consumimur igni... Τριγυρνάμε τη νύχτα και μας κατακαίει η φωτιά...
Μεσαιωνικό λατινικό παλίνδρομο επίγραμμα ( καρκινική επιγραφή ), γνωστό και ως διαβολικός στίχος.

Εμίλ Σιοράν - Εξομολογήσεις και αναθεματισμοί

- Η μοναξιά με γεμίζει τόσο που το παραμικρό ραντεβού μου είναι σταύρωση.

- Θα έλεγε κανείς ότι η ύλη, επειδή ζηλεύει τη ζωή,παραμονεύει να βρει τ' αδύνατα της σημεία και να   τιμωρήσει τις πρωτοβουλίες και τις προδοσίες της. Είναι γιατί η ζωή δεν είναι ζωή παρά μόνο όταν απιστεί στην ύλη.

- Δεν κατοικούμε μια χώρα. Κατοικούμε μια γλώσσα. Αυτή είναι η πατρίδα και τίποτε άλλο.

- Αναπόφευκτα ανακαλύπτω κάποιο τρωτό σημείο σε όλους όσους ενδιαφέρονται για τα ίδια πράγματα με μένα...

- Μια περιουσία ολόδική μας: οι ώρες που δεν κάναμε τίποτα... Αυτές μας μορφώνουν , μας καθιστούν άτομα, μας διαφοροποιούν.

- Να μην έχω τίποτε το κοινό με τους ανθρώπους παρά μόνο το γεγονός ότι είμαι άνθρωπος!

- Δεν ξέρω ποια διαβολική δίψα μ' εμποδίζει να ακυρώσω τη σύμβαση με την αναπνοή μου.

- Η διαφωνία μου με τον κόσμο είναι έμφυτη. Η πείρα μου με δίδαξε πολύ λίγα. Οι απογοητεύσεις μου είχαν πάντα το προβάδισμα.

- Εκτός από τη μουσική, τα πάντα είναι ψέμα, ακόμη και η μοναξιά, ακόμη και η έκσταση. Η μουσική είναι ακριβώς τα δυο μαζί σε καλύτερη εκδοχή.

- Ο οργασμός είναι ένας παροξυσμός. Η απελπισία επίσης. Ο πρώτος διαρκεί μια στιγμή, η δεύτερη όλη τη ζωή.

- Ό,τι δεν είναι σπαρακτικό είναι περιττό, τουλάχιστον στη μουσική.

- Να μην έχεις φέρει εις πέρας τίποτε και να πεθαίνεις από υπερκόπωση...

- Το ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα είναι ένας λόγος για να ζεις. Ο μόνος λόγος, άλλωστε.

- Γνώμες ναι, πεποιθήσεις, όχι. Αυτή είναι η αφετηρία της διανοητικής μεγαλοφροσύνης.

- Μάταια ελπίζουμε στην ευεργεσία να μείνουμε μόνοι. Πάντοτε θα μας ακολουθεί ο εαυτός μας!

- Θα θέλαμε μερικές φορές να είμαστε κανίβαλοι, όχι για να καταβροχθίσουμε κάποιον, αλλά για να τον ξεράσουμε.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

God Is An Astronaut - A Moment Of Stillness



"Να ξεχερσώνεις το χρόνο"  Λίχτενμπεργκ

Νάνος Βαλαωρίτης - Πιστεύω...

Πιστεύω σε μια χημική ένωση Πατέρα Παντοκράτορα
Πιστεύω σε μια ηλεκτρική εκκένωση Άγιο Πνεύμα
Πιστεύω σ' έναν Γιο Μονογενή που βγήκε από το σπέρμα
Πιστεύω σε μια φυσική εξέλιξη Μητέρα Αειπαρθένα
Πιστεύω σε μιαν Εκκλησία διακόπτρια του φωτός
Και σε δώδεκα Απόστολους του Έρωτα
Πιστεύω σ' ένα Εσταυρωμένο Δέντρο
και σε μιαν αρχική ουσία Π
Πιστεύω σ' έναν άγνωστο παράγοντα
Που γεννάει την περιέργεια
πιστεύω σ' ένα πονηρό και σ' ένα αθώο πνεύμα
Πιστεύω σε μιαν ωραία γυναίκα
Που θα με κάνει ευτυχισμένο
Πιστεύω στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας
Που μπορεί στην κόλαση να δει έναν παράδεισο
Στο καθετί που βλέπω που ακούω που μαντεύω που αγαπώ
Πιστεύω
Πιστεύω σ' έναν άνθρωπο αποφυλακισμένο
Απ' τα δεσμά της σκέψης του του φόβου του το αυγό
Άγιος ελεύθερος στον Αιώνα τον Άπαντα.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Basia Bulat - Little Waltz


You and I, we make a grand salute
stare at eachother like lost little birds across the room
and I remember the way you looked
I learned how to dance, but I'd never shown it to you

my love,
I know I was wrong, but you know that you'll always be
my love
stay for a while while our leaves are still green
please, for me

I know I tried, but it's hard sometimes
the roots don't take, it takes a while
and you pull at the strings
but they're broken, it seems
the dance isn't over for me, no

my love,
I know I was wrong, but you know that you'll always be
my love
stay for a while while our leaves are still green
please, for me

Διογένης...

Ο Διογένης μαθήτευσε κοντά στον Αντισθένη, ιδρυτή της σχολής των κυνικών. Ανέπτυξε και τελειοποίησε τη διδασκαλία του τελευταίου προς την κατεύθυνση του ελάχιστου υλισμού. Ζούσε με τα απολύτως απαραίτητα και κοιμόταν σ' ένα πιθάρι.
Όταν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, έβγαλε, καθώς λένε, το κύπελλο ,με το οποίο έπινε νερό, και το πέταξε αναφωνόντας πως ένα παιδί τον ξεπέρασε σε απλότητα ζωής.
Απέρριπτε το κράτος και τους περισσότερους θεσμούς χαρακτηρίζοντάς τους ως βιασμό της ουσίας του ανθρώπου. Για τον εαυτό του δήλωνε πολίτης του κόσμου. Είναι γνωστή, άλλωστε, η ρήση του δασκάλου του Αντισθένη. "Πατρίδα μου δεν έχω μια μόνο πόλη, μια μόνο στέγη, όλη η γη είναι για μένα σπίτι και πατρίδα".
Ο Διογένης είχε έναν λόγο ευθύ, κοφτερό, ανατρεπτικό και ένα αληθινά προικισμένο πνεύμα. Βγήκε μια μέρα στην αγορά με αναμμένο το φανάρι του, περιφερόταν και φώναζε : " Ψάχνω να βρω ανθρώπους!"
Σχετική με την απέχθειά του προς την εξουσία είναι η απάντηση που έδωσε σε κάποιον που καλοτύχιζε τον Καλλισθένη γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο: "Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο". Ακόμα πιο γνωστή είναι η απάντηση που έδωσε στον Μέγα Αλέξανδρο. Στο Κράνειο, προάστιο της Κορίνθου, μια μέρα ο Διογένης ήταν ξαπλωμένος και απόλαμβανε τον ήλιο, όταν ήρθε ο Μέγας Αλέξανδρος και αφού στάθηκε από πάνω του, είπε: "Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις". "Μη μου κρύβεις τον ήλιο", αποκρίθηκε ο Διογένης.
Ο Διογένης ήταν εξόριστος στην Αθήνα. Καταγόταν από την Σινώπη του Εύξεινου Πόντου, απ' όπου οι συμπολίτες του τον έδιωξαν, γιατί αυτός ή ο πατέρας του παραχάραξε το νόμισμα της πόλης. Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά την παλαιότερη αυτή παρανομία του, ο κυνικός φιλόσοφος δήλωσε "κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ."
Υπέβαλε σε σκληρή κριτική τη διδασκαλία του Πλάτωνα για τις ιδέες , από την άποψη της ακραίας αισθησιοκρατίας, αναγνωρίζοντας μόνο το μοναδικό ον, ενώ δεν παρέλειπε σε κάθε περίπτωση να υπαινίσσεται τις στενές σχέσεις του τελευταίου με τον τύραννο Διονύσιο. Απέρριπτε την πολυθεϊα και τις θρησκευτικές λατρείες, ως αυθαίρετους ανθρώπινους θεσμούς. Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα στο πλήθος, που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν' ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα, και σαν τον ρώτησαν, γιατί πάει αντίθετα, απάντησε: "Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω" .

Λουίτζι Πιραντέλλο...

Σε πρόλογο του...

Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας -χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πως, γιατί κι από που- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα (μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους) που κάθε τόσο αποδεικνύεται ότι είναι μάταιη και φανταστική. Όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δεν φαίνεται. Λοιπόν, κάντε έτσι ώστε να φαίνεται, δείξτε τον την ώρα που ζει υπό το κράτος των παθών του. Βάλτε μπροστά του έναν καθρέφτη. Τότε ή μένει κατάπληκτος από την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μην δει τον εαυτό του ή έξω φρενών φτύνει την εικόνα του ή οργισμένος δίνει μία γροθιά για να την καταστρέψει. Κι αν έκλαιγε δεν μπορεί πια να κλάψει. Κι αν γελούσε δεν μπορεί πια να γελάσει άλλο. Μιά φορά, κάτι δυσάρεστο θα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό το δυσάρεστο είναι το Θέατρό μου.

Νίτσε...

Όταν ο Ζαρατούστρα έφτασε στην πιο κοντινή πόλη που συνόρευε με το δάσος, βρήκε πολλούς ανθρώπους μαζεμένους στην αγορά, επειδή είχε ανακοινωθέι οτι ένας σχοινοβάτης θα έκανε επίδειξη. Και ο Ζαρατούστρα μίλησε έτσι στους ανθρώπους: Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρόκειται να ξεπεραστεί. Τι έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Όλα τα όντα μέχρι τώρα έχουν δημιουργήσει κάτι πέρα από τον εαυτό τους: κι εσείς θέλετε να είστε η άμπωτη αυτής της μεγάλης παλίρροιας, και θα προτιμούσαμε να ξαναγυρίσετε στο κτήνος παρά να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τι είναι ο πίθηκος προς τον άνθρωπο; Ένα περιγέλασμα, ένα επόνειδο πράμα. Και το ίδιο ακριβώς θα είναι ο άνθρωπος προς τον Υπεράνθρωπο: ένα περιγέλασμα, ένα πράμα της ντροπής.
Έχετε προχωρήσει από το σκουλήκι στον άνθρωπο, και πολύ ακόμα μέσα σας είναι του σκουληκιού. Κάποτε ήσασταν πίθηκοι, κι όμως ακόμα ο άνθρωπος είναι περισσότερο πίθηκος από οποιονδήποτε πίθηκο. Ακόμα κι οι πιο σοφοί ανάμεσά σας είναι μόνο μια δυσαρμονία και μείγμα φυτού και φαντάσματος. Σας ζητάω όμως να γίνετα φυτά και φαντάσματα; Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο! Ο Υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης. Αφήστε τη βούλησή σας να πει: Ο Υπεράνθρωπος θα είναι το νόημα της γης!

Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, μείνετε αληθινοί στη γη, και μην πιστεύετε αυτούς που σας μιλάνε για υπεργήινες ελπίδες! Δηλητηριαστές είναι, είτε το ξέρουνε είτε όχι. Καταφρονητές της ζωής είναι, παρακμάζοντες και δηλητηριασμένοι οι ίδιοι, τους οποίους έχει βαρεθεί η γη: έτσι αφήστε τους να πάνε! Κάποτε βλασφημία ενάντια στο Θεό ήταν η μεγαλύτερη βλασφημία. Αλλά ο Θεός πέθανε, και μαζί και εκείνοι οι βλάσφημοι. Το να βλασφημήσεις τη γη είναι τώρα η πιο τρομερή αμαρτία, και το να επιτιμήσεις την καρδιά του μη γνωστέου υψηλότερο κι απ' το νόημα της γης! Κάποτε η ψυχή κοίταζε με περιφρόνηση το σώμα, και τότε αυτή η περιφρόνηση ήταν το ανώτερο πράγμα:- η ψυχή επιθυμούσε το σώμα να είναι αδύναμο, χλωμό, και πεινασμένο. Έτσι σκέφτηκε να ξεφύγει από το σώμα κι απ' τη γη. Ω, αυτή η ψυχή ήταν η ίδια αδύναμη, χλωμή, και πεινασμένη, και σκληρότητα ήταν η απόλαυση αυτής της ψυχής! Αλλά εσείς, επίσης, αδελφοί μου, μου λέτε: Τι λέει το σώμα σου για την ψυχή σου; Δεν ειναι η ψυχή σου φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια; Αληθινά, ένα μολυσμένο ρέμα είναι ο άνθρωπος. Κάποιος πρέπει να είναι θάλασσα, για να δεχτεί ένα μολυσμένο ρέμα χωρίς να μολυνθεί ο ίδιος.

Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο: αυτός είναι εκείνη η θάλασσα, σ' αυτόν μπορεί η μεγαλύτερη περιφρόνησή σας να βυθιστεί. Ποιό είναι το σπουδαιότερο πράγμα που μπορείτε να ζήσετε; Είναι η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Η ώρα στην οποία ακόμα και η ευτυχία σας σας γίνεται μισητή, και το ίδιο η λογική και η αρετή. Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η ευτυχία! Είναι φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια. Μα η ευτυχία μου έπρεπε να δικαιολογεί την ίδια την ύπαρξη!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η λογική! Λαχταράει τη γνώση όπως το λιοντάρι την τροφή του; Είναι φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η αρετή! Ακόμα δεν με έχει κάνει παθιασμένο. Πόσο έχω βαρεθεί το καλό και το κακό μου! Είναι όλα φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η δικαιοσύνη! Δε βλέπω να είμαι πυρετός και φωτιά! Οι δίκαιοι, όμως, είναι πυρετός και φωτιά!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η συμπόνοια! Δεν είναι η συμπόνοια ο σταυρός στον οποίο καρφώθηκε αυτός που αγάπησε τον άνθρωπο; Αλλά η συμπόνοια μου δεν είναι σταύρωση." Έχετε μιλήσει ποτέ έτσι; Έχετε φωνάξει ποτέ έτσι; Α! μακάρι να σας είχα ακούσει να φωνάζετε έτσι! Δεν είναι δικό σας αμάρτημα- είναι η αυτοϊκανοποίησή σας που φώναξε στους ουρανούς, αυτή η ίδια σας η αποφυγή της αμαρτίας φώναξε στους ουρανούς! Πού είναι η αστραπή να σας γλύψει με τη γλώσσα της; Πού είναι η φρενίτιδα με την οποία έπρεπε να είστε εμβολιασμένοι; Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο: αυτός είναι αυτή η αστραπή, αυτός είναι η φρενίτιδα!-

Όταν ο Ζαρατούστρα μίλησε έτσι, ένας από το πλήθος φώναξε: "Έχουμε ως τώρα ακούσει αρκετά για τον σχοινοβάτη, είναι καιρός να τον δούμε!" Και όλος ο κόσμος γέλασε με τον Ζαρατούστρα. Αλλά ο σχοινοβάτης, που νόμισε οτι τα λόγια ίσχυαν γι' αυτόν, ξεκίνησε την επίδειξή του.

Ο Ζαρατούστρα, όμως, κοίταξε το πλήθος και θαύμασε. Μετά μίλησε έτσι: Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον Υπεράνθρωπο- ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο. Ένα επικίνδυνο πέρασμα, ένα επικίνδυνο ταξίδεμα, μια επικίνδυνη ματιά προς τα πίσω, ένα επικίνδυνο τρεμούλιασμα και σταμάτημα. Το σπουδαίο στον άνθρωπο είναι οτι είναι μια γέφυρα και όχι ένας στόχος: το αξιαγάπητο στον άνθρωπο είναι οτι είναι υπερβάτης και καταβάτης.

Αγαπώ αυτούς που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο σαν καταβάτες, επειδή είναι οι υπερβάτες. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ' αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει. Αγαπώ αυτόν που ζει για να μαθαίνει, και αναζητεί να μαθαίνει ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι' αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.

Αγαπώ αυτόν που δεν κρατάει μερίδιο πνεύματος για τον εαυτό του, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ' τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι πλουσιοπάροχη, που δεν θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει, και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι' αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: "Είμαι ανέντιμος παίχτης;"- επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

Αγαπώ αυτόν που σκορπάει λόγια χρυσά πριν από τα έργα του, και πάντα κάνει περισσότερα απ' ότι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς, και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει το Θεό του, επειδή αγαπάει το Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά ακόμα και στο πλήγωμα, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.

Αγαπώ αυτόν που είναι ελεύθερο πνεύμα και ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σα βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ' το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ' τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.

Να, είμαι ένας προάγγελος της αστραπής, και μια βαριά σταγόνα από το μαύρο σύννεφο: η αστραπή, όμως, είναι ο Υπεράνθρωπος.

Αφού ο Ζαρατούστρα είχε πει αυτά τα λόγια, κοίταξε ξανά τον κόσμο, και σιώπησε. "Νάτοι στέκονται," είπε στην καρδιά του, "νάτοι γελάνε: δεν με καταλαβαίνουν, δεν είμαι το στόμα γι' αυτά τα αυτιά. Πρέπει πρώτα κάποιος να κοπανάει στ' αυτιά τους, ώστε να μάθουν να ακούνε με τα μάτια τους; Πρέπει κάποιος να κλαγγίζει όπως οι κατσαρόλες και οι δάσκαλοι των "μετανοείτε!"; Ή μόνο πιστεύουν τους τραυλούς; Έχουν κάτι για το οποίο είναι περήφανοι. Πώς το αποκαλούν, αυτό που τους κάνει περήφανους; Πολιτισμό, το αποκαλούν, τους ξεχωρίσει από τα γιδοκόπαδα. Δεν τους αρέσει, συνεπώς, ν' ακούνε για 'περιφρόνηση' των εαυτών τους. Άρα θα μιλήσω στην περηφάνεια τους. Θα τους μιλήσω για το πιο περιφρονητικό πράμα: αυτό, όμως, είναι ο τελευταίος άνθρωπος!"

Κορνήλιος Καστοριάδης...

Tο βαρύ προνόμιο της Δύσης

Στην ιστορία της Δύσης υπάρχουν αναρίθμητες φρικαλεότητες, τις οποίες η Δύση διέπραξε τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Οι φρικαλεότητες όμως δεν αποτελούν προνόμιο της Δύσης. Παντού στον κόσμο υπάρχει συσσώρευση φρίκης, είτε πρόκειται για την Kίνα, την Iνδία, την Aφρική πριν από την αποικιοκρατία, είτε για τους Aζτέκους. H ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Eίναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων - αν και όχι μόνον αυτή.

Yπάρχει, οπωσδήποτε, ένα θέμα προς συζήτηση: το θέμα του ολοκληρωτισμού. Eίναι ο ολοκληρωτισμός - όπως το νομίζω - η κατάληξη της τρέλας για κυριαρχία ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε τα μέσα εξόντωσης και χρησιμοποίησε την πλύση εγκεφάλου σε τέτοια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η Iστορία; Eίναι ο ολοκληρωτισμος ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, εγγενές στη σύγχρονη εποχή, με όλες τις αμφισημίες που τη χαρακτηρίζουν; Eίναι, μήπως, κάτι άλλο ο ολοκληρωτισμός; Για τη συζήτησή μας το θέμα αυτό, αν μπορώ να πω, είναι θεωρητικό. Kαι είναι θεωρητικό στο μέτρο που τις φρικαλεότητες του ολοκληρωτισμού η Δύση τις έστρεψε εναντίον των δικών της (των Eβραίων συμπεριλαμβανομένων). Eίναι θεωρητικό στο μέτρο που η φράση «σκοτώστε τους όλους, ο θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του», δεν είναι φράση του Λένιν, αλλά ενός πολύ θεοσεβούμενου χριστιανού δούκα και ελέχθη όχι τον 20ό αλλά το 16ο αιώνα. Eίναι θεωρητικό, στο μέτρο που οι ανθρώπινες θυσίες έχουν εφαρμοστεί αφειδώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα από τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες κ.λπ. Tο Iράν του Xομεϊνί οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν του Διαφωτισμού.

Yπάρχει όμως κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι' αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Eλλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Eυρώπη. Aυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα -τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς- να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Mαύρων, την εξόντωση των Iνδιάνων στην Aμερική. Ομως δεν έχω δει τους απογόνους των Aζτέκων, των Iνδών ή των Kινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Aπεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Iάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Tις πταίει

Οι Aραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν ­εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ.­ ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Eυρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση εκατόν τριάντα χρόνια (έτσι συνέβη στην Aλγερία, 1830-1962). Ομως οι ίδιοι αυτοί Aραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Eυρωπαίων, είχαν υποστεί για πέντε αιώνες το ζυγό των Tούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Mέση Aνατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Aλλά οι Aραβες, καθώς οι Tούρκοι κατακτητές τους ήταν ομόθρησκοί τους μουσουλμάνοι, δεν μιλούν για την κυριαρχία αυτή.

Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Eξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Aίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Aραβες, όπως δεν υπήρχαν Aραβες, τότε, ούτε στη Λιβύη ούτε στην Aλγερία ούτε στο Mαρόκο ούτε στο Iράκ. Οι Aραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία. Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Kατά τον αυτό τρόπο, μιλάμε βεβαίως για το δουλεμπόριο των Mαύρων απο τους Eυρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Mαύρων στην Aφρική τα εγκαινίασαν Aραβες έμποροι (11ος - 12ος αιώνας και εντεύθεν, με τη συνενοχή - συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων). Eπίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα.

Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του της αυτοαμφισβήτησης και της αυτοκριτικής. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες.

Aλλά όμως μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση ­αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Ουμπέρτο Έκο...

Επιστροφή στο Γουτεμβέργιο
(Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα μιας διάλεξης που έδωσε ο Ουμπέρτο Εκο στις 12 Νοεμβρίου του 1996 στην Ιταλική Ακαδημία ανώτατων σπουδών στην Αμερική).

Ο Πλάτων αφηγείται στο «Φαίδρο» ότι όταν ο Ερμής, ο υποτιθέμενος εφευρέτης της γραφής, παρουσίασε την επινόησή του στον Φαραώ Θαμούς, αυτός εγκωμίασε τη νέα τεχνική που επέτρεπε στο ανθρώπινο γένος να θυμάται αυτό που διαφορετικά θα ξεχνούσε. Αλλά ο Φαραώ δεν έδειχνε ικανοποιημένος.
«Επιδέξιε Θευθ -είπε- η μνήμη είναι ένα μεγάλο δώρο που πρέπει να διατηρείται ζωντανό με τη συνεχή άσκηση. Με την εφεύρεσή σου οι άνθρωποι δεν θα αισθάνονται πλέον υποχρεωμένοι να ασκούν τη μνήμη...».

Εμείς μπορούμε να κατανοήσουμε την ανησυχία του Φαραώ. Η γραφή, όπως και κάθε άλλος νέος τεχνολογικός μηχανισμός, μπορεί να αποδυναμώσει τις ανθρώπινες ικανότητες που αναπληρώνει, έτσι όπως τα αυτοκίνητα μας καθιστούν λιγότερο ικανούς για περπάτημα. Η γραφή ήταν επικίνδυνη επειδή εξασθένιζε τις ικανότητες του ανθρώπινου νου, προσφέροντας στους ανθρώπους μια πετρωμένη ψυχή, μια καρικατούρα του νου, μια τεχνητή μνήμη.

Στις μέρες μας κανείς δεν έχει πλέον τέτοιες ανησυχίες για δύο απλούς λόγους. Πρώτα απ' όλα, εμείς γνωρίζουμε ότι τα βιβλία δεν είναι ένα εργαλείο που σκέφτεται αντί για μας. Αντίθετα, αυτά υποκινούν και άλλες ιδέες. Μόνο μετά την επινόηση της γραφής έγινε δυνατό να γραφεί ένα αριστούργημα για την ανάμνηση που γεννιέται αυθόρμητα, όπως το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» του Προυστ.

Σε δεύτερο επίπεδο, αν κάποτε οι άνθρωποι έπρεπε να ασκούν τη μνήμη τους για να θυμούνται τα πράγματα, μετά την επινόηση της γραφής πρέπει να ασκούν τη μνήμη τους για να θυμούνται αυτό που είναι γραμμένο στα βιβλία. Τα βιβλία υποκινούν και ενισχύουν τη μνήμη, δεν τη ναρκώνουν.

Σε κάθε περίπτωση, ο Φαραώ εξέφραζε έναν αιώνιο φόβο: το φόβο ότι κάθε νέο τεχνολογικό απόκτημα μπορεί να εξαλείψει κάτι που θεωρούμε πολύτιμο, ωφέλιμο, κάτι που αντιπροσωπεύει για μας μιαν αυτοτελή αξία με βαθύ πνευματικό νόημα. Είναι σαν ο Φαραώ να είχε στρέψει το δάχτυλο πρώτα προς μια ιδεατή εικόνα της ανθρώπινης μνήμης και να είχε πει: «Αυτό θα σε σκοτώσει».

Μετά από περισσότερα από χίλια χρόνια, ο Βικτόρ Ουγκό στην «Παναγία των Παρισίων» μας δείχνει έναν ιερέα, τον Κλοντ Φρόλο, ο οποίος στρέφει το δάχτυλό του πρώτα προς ένα βιβλίο και έπειτα προς τους πύργους και τις εικόνες του αγαπημένου του καθεδρικού ναού λέγοντας: «Αυτό θα με σκοτώσει» (Το βιβλίο θα σκοτώσει τον καθεδρικό ναό, το αλφάβητο θα σκοτώσει τις εικόνες). Η ιστορία της Παναγίας των Παρισίων εκτυλίσσεται στον 15ο αιώνα, λίγο μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας. Προηγουμένως, τα χειρόγραφα προορίζονταν για μια περιορισμένη ελίτ μορφωμένων, αλλά τα μόνα εργαλεία για να διδάξουν στις μάζες τις ιστορίες της Βίβλου, τη ζωή του Χριστού και των Αγίων, τις αρχές της ηθικής, τα γεγονότα της εθνικής ιστορίας ή τις πιο στοιχειώδεις έννοιες της γεωγραφίας και της φυσικής ιστορίας τα προμήθευαν οι εικόνες του καθεδρικού ναού.

Ενας μεσαιωνικός καθεδρικός ναός ήταν σαν ένα διαρκές και αμετάβλητο τηλεοπτικό πρόγραμμα που προμήθευε στο λαό τις έννοιες που είναι αναγκαίες για την καθημερινή ζωή και για τη σωτηρία της ψυχής. Το βιβλίο θα αποσπούσε την προσοχή των ανθρώπων από τις πιο σημαντικές αξίες, ενθαρρύνοντας την εκμάθηση ασήμαντων εννοιών, την ελεύθερη ερμηνεία της Γραφής και νοσηρές περιέργειες.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του '60 ο Μάρσαλ Μακλιούαν έγραψε το βιβλίο «Ο γαλαξίας του Γουτεμβέργιου», όπου ανακοίνωνε ότι ο γραμμικός τρόπος σκέψης που γεννήθηκε με την επινόηση του τύπου επρόκειτο να αντικατασταθεί από ένα πιο σφαιρικό τρόπο αντίληψης και σκέψης μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης ή μέσα από άλλους τύπους ηλεκτρονικών μηχανισμών. Αν όχι ο Μακλιούαν, σίγουρα πολλοί από τους αναγνώστες του στρέφουν το δάκτυλο πρώτα στη Δισκοθήκη του Μανχάταν κι έπειτα σε ένα τυπωμένο βιβλίο και λένε: «Αυτή θα σε σκοτώσει». Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας χρειάστηκαν ένα ορισμένο χρόνο για να αποδεχθούν την ιδέα ότι η ανάπτυξη του πολιτισμού μας προσανατολιζόταν προς τις εικόνες, πράγμα που συνεπαγόταν μια παρακμή της λογοτεχνίας. Σήμερα αυτή είναι μια ιδέα που θεωρείται δεδομένη από κάθε εβδομαδιαία εφημερίδα. Αυτό που είναι παράξενο είναι ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας άρχισαν να αναγγέλλουν την παρακμή της λογοτεχνίας και την ανατρεπτική δύναμη των εικόνων, ακριβώς όταν εμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή ο ηλεκτρονικός υπολογιστής.

Σίγουρα ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα εργαλείο με το οποίο μπορούν να παραχθούν και να τυπωθούν εικόνες.

Σίγουρα οι οδηγίες παρέχονται δια μέσω εικόνων, αλλά είναι εξίσου σίγουρο ότι ο υπολογιστής έχει γίνει πριν απ' όλα ένα αλφαβητικό εργαλείο. Στην οθόνη εμφανίζονται λέξεις, γραμμές και για να χρησιμοποιήσουμε έναν υπολογιστή χρειάζεται να γνωρίζουμε να διαβάζουμε και να γράφουμε.

Η νέα γενιά έχει μάθει να διαβάζει και να γράφει με απίστευτη ταχύτητα. Ένας πανεπιστημιακός καθηγητής παλαιού τύπου δεν μπορεί να διαβάσει την οθόνη του υπολογιστή τόσο γρήγορα όσο ένα παιδί. Το ίδιο παιδί, αν θέλει να προγραμματίσει τον υπολογιστή του, πρέπει να γνωρίζει ή να μαθαίνει διαδικασίες και αλγόριθμους και πρέπει να πληκτρολογεί λέξεις και αριθμούς με μεγάλη ταχύτητα. Με μια ορισμένη έννοια, μπορεί να λεχθεί ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής σηματοδοτεί την επιστροφή του γαλαξία του Γουτεμβέργιου. Τα πρόσωπα που περνούν ολόκληρες νύχτες σε ατελείωτες συζητήσεις ανταλλάσσουν λέξεις.

Αν η οθόνη της τηλεόρασης μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος παραθύρου μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να παρατηρεί ολόκληρο τον κόσμο σε μορφή εικόνων, η οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι ένα ιδεατό βιβλίο, στο οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει τα πράγματα του κόσμου με τη μορφή λέξεων και σελίδων.

Ο κλασικός ηλεκτρονικός υπολογιστής προσέφερε ένα είδος γραμμικής γραπτής επικοινωνίας. Ήταν ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο. Αλλά τώρα υπάρχουν τα υπερκείμενα.

Σε ένα βιβλίο πρέπει να διαβάζουμε από τα αριστερά προς τα δεξιά, με τρόπο γραμμικό. Μπορούμε προφανώς να προσπεράσουμε σελίδες. Κάποιος που έφτασε στη σελίδα 300 μπορεί να γυρίσει πίσω και να ξαναδιαβάσει τη σελίδα 10, αλλά αυτό προϋποθέτει μια εργασία, εννοώ μια φυσική εργασία. Αντίθετα, ένα υπερκείμενο είναι ένα δίκτυο με πολλές διαστάσεις, στο οποίο κάθε σημείο ή κάθε κόμβος μπορεί δυνητικά να συνδεθεί με οποιονδήποτε άλλο κόμβο.

Φτάνουμε έτσι στο τελικό κεφάλαιο της ιστορίας «αυτό θα σκοτώσει εκείνο». Έχει λεχθεί πολλές φορές ότι στο προσεχές μέλλον το Cd-rom θα αντικαταστήσει το βιβλίο. Οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν μια τέτοια προοπτική είναι ρεαλιστική ή αν είναι μόνο φανταστική. Ακόμη και μετά την επινόησή τους, τα τυπωμένα βιβλία δεν ήταν ποτέ το μοναδικό μέσο για την απόκτηση πληροφοριών.

Υπήρχαν οι ζωγραφιές, τα λαϊκά δημοσιεύματα, η προφορική διδασκαλία κ.ά. Μπορεί να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση τα βιβλία ήταν το πιο σημαντικό εργαλείο για τη μεταβίβαση επιστημονικών πληροφοριών και ειδήσεων που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα. Με αυτήν την έννοια ήταν τα πιο σημαντικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται στα σχολεία.

Με τη διάδοση των άλλων μαζικών μέσων, από τον κινηματογράφο ως την τηλεόραση, κάτι άλλαξε. Πριν από χρόνια, ο μοναδικός τρόπος για να μάθει κανείς μια ξένη γλώσσα, εκτός από το να ταξιδέψει στο εξωτερικό, ήταν να τη μελετήσει σε ένα βιβλίο. Τώρα τα παιδιά μας γνωρίζουν μια γλώσσα μαθαίνοντας την από δίσκους, από ταινίες ή αποκρυπτογραφώντας τις οδηγίες που είναι γραμμένες πάνω στο μπουκάλι ενός αναψυκτικού.

Σήμερα η εκπαίδευση πρέπει να συνυπολογίζει όλα τα μέσα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια νέα μορφή εκπαίδευσης. Επιτρέψτε μου να πω ότι σε αυτή την προοπτική τα βιβλία θα παίξουν μεγάλο ρόλο. Έτσι όπως χρειαζόμαστε ένα τυπωμένο βιβλίο, για να μπορούμε να σερφάρουμε στο διαδίκτυο, έτσι χρειαζόμαστε τυπωμένα βιβλία για να αντιμετωπίσουμε κριτικά το παγκόσμιο διαδίκτυο...

Αλμπέρ Καμί - Ο μύθος του Σίσυφου

"πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο"

Η φράση επιστρέφει όλο και πιο συχνά στη σκέψη μου. Σαν να αποκτά αναλόγως κυκλική και αέναη κίνηση με το μαρτύριό του. Ο Μύθος του Σίσυφου μου ήταν ανέκαθεν συμπαθής. Το μαρτύριο του εν γένη πάσχοντος ανθρώπου. Η ματαιότητά του. Κι ακόμη πιο πέρα. Η συνειδητοποίηση της ματαιότητας. Η προσπάθεια που είναι καταδικασμένη από την γέννησή της. Ο βράχος που έτσι κι αλλιώς θα κυλήσει πίσω. Αναρωτήθηκα μερικές φορές γιατί ο ευρηματικός και πολυμήχανος Σίσυφος δεν έμενε άπραγος. Δεν άφηνε το βράχο του ακίνητο. Μετά συνειδητοποίησα πόσο κουραστικά ανώφελο και πληκτικό θα ήταν κι αυτό. Και έπειτα τόσοι και τόσοι Σίσυφοι θα ‘πρεπε να παραδειγματιστούν. Να κυλούν αδιαμαρτύρητα τους δικούς τους βράχους. Να τους στεριώνουν με υπομονή και κόπο. Να υπομένουν καρτερικά το μαρτύριο της αποτυχίας. Να παρακολουθούν στωικά τον βράχο να επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών. Και να μένουν πιστοί και ακούραστοι εργάτες, ταγμένοι στο κυκλικό και επαναλαμβανόμενο βασανιστήριο που τους δόθηκε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Και όσο πιο πολύ το συνειδητοποιούν αυτό το τελευταίο, τόσο πιο πολύ δένονται με τον βράχο τους. Φτιαγμένοι από το ίδιο ανθεκτικό υλικό που στέκει ανέπαφο σε αιώνες και ματαιότητες.

Η Ελληνική Μυθολογία προσφέρει πληθώρα διδακτικών και όμορφων μύθων. Κανένα όμως δεν βρήκα ποτέ τόσο γοητευτικό όσο αυτόν του Σίσυφου.

Ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που έγινε κατόπιν γνωστή ως Κόρινθος. Η περιπέτεια του Σίσυφου άρχισε όταν ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα, κόρη του ποταμού-θεού Ασωπού. Όταν ο πατέρας του κοριτσιού πήγε στην Κόρινθο αναζητώντας την κόρη του, συμφώνησε με τον Σίσυφο, που γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμβεί, ότι, αν του έδινε πληροφορίες, εκείνος θα έκανε να αναβλύσει στην ακρόπολη της Κορίνθου μια αστείρευτη πηγή. Έτσι, ο Σίσυφος είπε όλα όσα γνώριζε στον Ασωπό κι εκείνος καταδίωξε άγρια τον πατέρα των θεών για να πάρει εκδίκηση. Όταν τελικά ο Δίας κατάφερε να γλιτώσει από την οργή του, πρόσταξε τον Άδη να πάρει στα Τάρταρα τον Σίσυφο και να του επιβάλει αιώνια τιμωρία. Όμως ο Σίσυφος με πονηριά κατόρθωσε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον Άδη και να τον φυλακίσει. Για όσο διάστημα ο Άδης βρισκόταν φυλακισμένος, κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο θεός του πολέμου, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα. Πήγε στο παλάτι του Σίσυφου κι αφού απελευθέρωσε τον Άδη, του παρέδωσε τον Κορίνθιο βασιλιά.


Ο Σίσυφος όμως δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο του λόγο. Προτού κατεβεί στα Τάρταρα, είχε δώσει εντολή στη σύζυγο του Μερόπη να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, μόλις έφτασε στον Κάτω Κόσμο, αξίωσε πως, αφού ήταν άταφος, δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Με αυτό τον τρόπο εξαπάτησε την Περσεφόνη, τη γυναίκα του Άδη, που του έδωσε άδεια να επιστρέψει στη γη για τρεις ημέρες, ώστε να κανονίσει να ταφεί το σώμα του. Βέβαια, ο Σίσυφος δε σκόπευε να τηρήσει τη συμφωνία. Στο ομότιτλο έργο του ο Καμί αναφέρει:

" Αλλά όταν ο Σίσυφος αντίκρισε πάλι το πρόσωπο του πάνω κόσμου, όταν απόλαυσε το νερό και τον ήλιο, τις πέτρες και τη θάλασσα, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στο σατανικό σκοτάδι.Οι κλήσεις του Άδη, σημάδια του θυμού του για την συμφωνία που δεν τηρήθηκε, και οι προειδοποιήσεις του προς τον Σίσυφο ήταν ανώφελες. Για καιρό εκείνος επέμενε να ζει απολαμβάνοντας την εικόνα της λαμπυρίζουσας θάλασσας και τα χαμόγελα της γης. Ένα διάταγμα των Θεών ήταν απαραίτητο. Ο Ερμής, λοιπόν, ήρθε και άρπαξε το αναιδές άτομο από το λαιμό στερώντας του τις επίγειες χαρές του και τον οδήγησε βίαια πίσω στον Κάτω κόσμο, όπου ο βράχος του- η αιώνια τιμωρία του- τον περίμενε".

Και ο Καμί στο "Μύθο του Σισύφου" συνεχίζει: "Οι Θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλά ασταμάτητα έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, από όπου όμως αυτή η τεράστια πέτρα, διαρκώς κατρακυλά στη βάση της, λίγο πριν φτάσει στην κορυφή. Είχαν σκεφτεί για κάποιο λόγο ότι δεν υπάρχει πλέον φοβερή τιμωρία από την ανώφελη και μάταιη εργασία. Ήδη έχετε καταλάβει ότι ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Είναι, τόσο μέσω των παθών του όσο και μέσω των βασανιστηρίων του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, η έχθρα του με τον θάνατο και το πάθος του για τη ζωή τον σπρώχνουν σε μία απερίγραπτη ποινική ρήτρα, στην οποία ολόκληρη η ύπαρξη του εξαρτάται και ασκείται να ολοκληρώνει ένα αέναο τίποτα. Αυτό είναι η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για τα γήινα και ασυγχώρητα πάθη του".
Ο Καμί υποστηρίζει ότι ο Σίσυφος γεύεται για μια σύντομη στιγμή την ελευθερία. Είναι ακριβώς εκείνη η μοναδική στιγμή, όταν έχει τελειώσει με το σπρώξιμο του βράχου και δεν χρειάζεται ακόμα να ξεκινήσει από την αρχή.

"Είναι –αναφέρει- κατά τη διάρκεια εκείνης της επιστροφής, όταν ο Σίσυφος σταματά για λίγο τον αγώνα του, η στιγμή που με ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που κοπιάζει έτσι κοντά στις πέτρες είναι ήδη ο ίδιος πέτρα! Τον βλέπω που επιστρέφει κάτω με ένα βαρύ και μετρημένο πια βήμα, πλησιάζοντας προς το βασανιστήριο του που και ο ίδιος δεν εννοεί και δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει. Εκείνη η ώρα που μοιάζει με ανάπαυλα και ανάσα ενώ επιστρέφει βέβαιος πια για την επανάληψη του βασανιστηρίου του είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια από εκείνες τις στιγμές, όταν αφήνει τα ύψη και επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών, είναι ανώτερος από τη μοίρα του. Είναι ισχυρότερος από το βράχο του. Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωάς του γνωρίζει την ματαιότητα της προσπάθειας. Πόσο διαφορετική τροπή θα είχε αυτό το βασανιστήριο αν σε κάθε βήμα και σε κάθε του προσπάθεια τον συντρόφευε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργαζόμενος πορεύεται καθημερινά με τους ίδιους στόχους και η μοίρα του δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά το τραγικό είναι ότι μόνο σε σπάνιες στιγμές αυτό το συνειδητοποιούμε. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΝΙΚΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ".

Και ο Camus καταλήγει: "Ο βράχος κυλά ακόμη. Αφήνω λοιπόν το Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται τους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν το αδέσποτο στο εξής δεν του φαίνεται ούτε άκαρπο, ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΣΙΣΥΦΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ...''

Τρελός...

  • Τρελός επιθ. Ο προσβεβλημένος από υπερβολική πνευματική ανεξαρτησία. Ο μη συμμορφωμένος με τις προδιαγραφές της σκέψης, του λόγου και της πράξης, που έχουν διαμορφώσει οι συμμορφωμένοι μελετώντας τους εαυτούς τους. Ο διαφωνών με την πλειοψηφία. Κοντολογίς, ο ασυνήθιστος.
  • Αξίζει να σημειωθεί πως η απόφαση για το αν κάποιος είναι τρελός λαμβάνεται από ειδικούς, οι οποίοι απλά δεν διαθέτουν κανένα στοιχείο πως δεν είναι οι ίδιοι εντελώς ψυχοπαθείς...
Ambrose Bierce (από το "Αλφαβητάρι του Διαβόλου", εκδ. Ηλέκτρα)

- Πόσο εύκολα λέμε για κάποιον "Αυτός είναι τρελός"; Και τί ακριβώς εννοούμε μ' αυτό;- Το λέμε πολύ συχνά και εννοούμε διάφορα πράγματα.Τρελό λέμε κάποιον όταν δεν θέλουμε να τον πάρουμε στα σοβαρά, γιατί σοβαροί είμαστε μόνο εμείς κι όχι οι άλλοι.Τρελό λέμε όποιον τολμάει να κάνει ή να πεί πράγματα που εμείς δεν τολμούμε, καλύπτοντας την ζήλια μας ή και τον θαυμασμό μας.Τρελό λέμε όποιον δεν γουστάρουμε, γιατί δεν σκέφτεται με τον δικό μας τρόπο, αλλά με τον δικό του.Τρελό λέμε τον ψυχοπαθή, που μπορεί να είναι τρελός ή οι γιατροί του νομίζουν ότι είναι.

Albrecht Durer, 1514, Melancolia


Τρελό λέμε τον ένοχο, που αθωώθηκε από τους Δικαστές είτε γιατί η Ψυχιατρική Επιστήμη υπερίσχυσε της Νομικής είτε γιατί η Εξουσία επικράτησε του Δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ορισμός του Ambrose Bierce είναι πολύ πιό κοντά στην πραγματικότητα, από όλους τους ορισμούς των "επιστημονικών" λεξικών. Χαρακτηρίζεται από την κοινωνία τρελός αυτός που δεν συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές σκέψης της πλειοψηφίας. Προδιαγραφές σκέψης, τις οποίες μια μειοψηφία - ολιγαρχία διαμορφώνει για να εφαρμόζονται από όλους τους άλλους.

Η σκέψη, για να είναι Σκέψη, δεν μπορεί να συμμορφώνεται. Η σκέψη οργανώνεται από την γλώσσα και από τις λέξεις, αλλά δεν προδιαγράφεται.

........................................................................

Το 1835 ένας νεαρός αγρότης, ο Πιέρ Ριβιέρ, συλλαμβάνεται γιατί, όπως κι ο ίδιος ομολογεί, σκότωσε την μητέρα του, τη αδελφή του και τον αδελφό του. Την πραγματική αυτή ιστορία μετέφερε σε βιβλίο ο Μισέλ Φουκώ (Εγώ ο Πιερ Ριβιέρ ..., εκδ. Κέδρος), με βάση το οποίο γύρισε ταινία ο σκηνοθέτης Ρενιέ Αλιό. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα στοιχεία της δικογραφίας (πραγματογνωμοσύνες και ιατρικές γνωματεύσεις, καταθέσεις μαρτύρων και αγορεύσεις εισαγγελέων και δικαστών), δημοσιεύματα του τύπου, επιστημονικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις της εποχής, με κεντρικό πυρήνα το υπόμνημα του ίδιου του Π. Ριβιέρ. Μία αφήγηση πολύ "λογικά" γραμμένη, όπου εξηγεί τους λόγους των πράξεών του, ξεκινώντας έτσι: "Εγώ, ο Πιερ Ριβιέρ, που έσφαξα τη μητέρα, την αδελφή και τον αδελφό μου θέλοντας να κάνω γνωστά τα κίνητρα που με οδήγησαν σ' αυτή τη πράξη, έγραψα για τη ζωή που έκαναν μαζί ο πατέρας και η μητέρα μου..."Εξηγεί, λοιπόν, ότι έσφαξε τη μητέρα του γιατί αυτή βασάνιζε τον πατέρα, τον οποίο θέλησε να "ελευθερώσει", στη συνέχεια την αδελφή του, γιατί πήρε το μέρος και τα πατήματα της μητέρας και τέλος τον αδελφό του, τον οποίο αγαπούσε ο πατέρας, γιατί γνωρίζοντας ότι τον περιμένει η κρεμάλα, θέλησε να απαλλάξει τον πατέρα από κάθε ευγνωμοσύνη και κάθε τύψη προς αυτόν. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
 Όλη η συμπεριφορά του Πιερ Ριβιέρ, τουλάχιστον στο διάστημα για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, ήταν αυτό που λέμε "λογική". Δεν είχε τίποτε το τρελό ή ασυνάρτητο.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Ριβιέρ κρεμάστηκε στη φυλακή.......