Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Πάντα..Τώρα..

Δημιουργώ εικόνες στο μυαλό μου. Βάφω τη θάλασσα γκρι μολυβί κι εκεί που βαθαίνει την κάνω σταχτοπράσινη.
Παρά τη συννεφιά κάθομαι κάτω από μια μεγάλη ψάθινη ομπρέλα για να μου προσφέρει τη συντροφιά της.
Μια επιγραφή με συμβουλεύει να μην αφήσω το βλέμμα να χαθεί στον ορίζοντα.
Το χάνω...και δεν το ξαναβρίσκω...και μαζί του χάνομαι κι εγώ σ'ολα τα "τώρα".
Μερικοί θεωρούν το εφήμερο του εαυτού τους αιώνιο. Για μένα αιωνιότητα είναι κάθε "τώρα".
Όλα τα "τώρα" μας κάνουν ένα "πάντα" του οποίου η διάρκεια είναι τόσο διαφορετική για τον καθένα μας.
Ακόμη κι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου μπορεί νε είναι ένα πάντα. Ποτέ δε ζητώ το πάντα με την έννοια του αιώνιου μου αρκεί το τώρα με τη δύναμη της στιγμής
Κάνω πλάνα για το "μετά" και ξέρω πως το "μετά" πρέπει να το διαχειριζόμαστε με πολλή προσοχή κι έχοντας στο νου τις κάθε είδους ανατροπές.
Από την άλλη πήρα χρώματα...και μέχρι να τελειώσουν πρέπει να ζωγραφίσω τους ανέμους...όλους....
Αυτούς που χαϊδεύουν κι αυτούς που δροσίζουν κι αυτούς που σε αναστατώνουν κι αυτούς που με την ορμή τους σε εμποδίζουν να προχωρήσεις κι αυτούς που μουρμουράνε μυστικά νοήματα στ' αυτιά σου κι αυτούς που σε τυλίγουν με την υπέροχη αύρα τους και παίρνεις βαθιές ανάσες για να τους κάνεις δικούς σου πριν χαθούν για πάντα.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Μια αριστερή ηθική

Εχει γίνει αυτό που ο Καµύ θα αποκαλούσε «ριζοσπάστης µεταρρυθµιστής». Τρέφει τη φιλοδοξία να φτάσει σε µια «ευτυχία χωρίς υπερβατικότητα», όπως θα έλεγε ο Σπινόζα. Στα 91 του, ο διευθυντής του Νουβέλ Οµπζερβατέρ Ζαν Ντανιέλ παραδίδει στην ανθρωπότητα µια «αριστερή ηθική».

1) ∆εν θέλω να αλλάξω τον κόσµο· θέλω να τον µεταρρυθµίσω.

2) Ο προηγούµενος αιώνας θα έπρεπε να µας έχει πείσει να δυσπιστούµε απέναντι σε όλες τις επαναστάσεις, να κατανοούµε όλες τις αντιστάσεις και να αγκαλιάζουµε το µεταρρυθµιστικό πνεύµα.

3) Η έκρηξη των δογµάτων και των ιδεολογιών θα έπρεπε να µας έχει καταδικάσει στη σεµνότητα και σε µια πραγµατική λατρεία των σύνθετων καταστάσεων. Σε ό,τι µε αφορά, έχω αποφασίσει να ενδιαφέροµαι πάντα για τους λόγους που έχουν όσοι διαφωνούν µαζί µου.

4) Η σοφία έγκειται στο να µην κάνεις ποτέ διάκριση ανάµεσα στις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας. Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη οδηγεί στη ζούγκλα των ανταγωνισµών. Η ισότητα χωρίς την ελευθερία οδηγεί στην οµοιοµορφία και την τυραννία. ∆εν πρέπει επίσης να κάνεις διάκριση ανάµεσα στη µέριµνα για τη δηµιουργία πλούτου και τη µέριµνα για την κατανοµή του. Ο στόχος κάθε δηµιουργίας είναι ο άνθρωπος.

5) Με την έννοια αυτή, το χρήµα δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύµβολο ενός εµπορεύµατος και το εργαλείο που χρησιµεύει για την καλύτερη κυκλοφορία του.

6) Σύµφωνα µε τον Μαρξ, η βία είναι αποτέλεσµα της µετάβασης από τη µια εποχή στην άλλη, όπως συνέβη στη διάρκεια της µετάβασης από τον φεουδαρχισµό στον καπιταλισµό. Μόνο σε αυτή την περίπτωση η βία είναι προοδευτική, ή ακόµη και επαναστατική.

7) Παρά ταύτα, ένας «αναπόφευκτος και ταυτόχρονα αδικαιολόγητος» πόλεµος µπορεί να είναι αναγκαίος για λόγους αυτοάµυνας. Πρέπει όµως να κηρύσσεται µόνο ως έσχατο µέσο, αφού έχουν αποκλειστεί όλες οι άλλες λύσεις.

8) Στη µοίρα ενός θύµατος δεν είναι γραµµένο ότι θα είναι πάντοτε θύµα. Μετά την απελευθέρωσή του, µπορεί να µετατραπεί σε δήµιο.

9) Από την παιδική µου ηλικία έµαθα να θεωρώ τον εξευτελισµό ένα από τα χειρότερα δεινά της ανθρωπότητας.

10) Υπάρχουν πολλοί τρόποι να µην παραιτηθείς µπροστά στις δυστυχίες της ζωής και τις κατάρες των ανθρώπων. Μπορεί να θεωρείς ότι «η ζωή δεν είναι τίποτα, αλλά τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή» (Μαλρώ). Οτι «δεν πρέπει να αναζητείς τον Θεό σε κανένα άλλο µέρος από όλα τα µέρη» (Ζιντ). Οτι µόνο ο θαυµασµός που µετατρέπεται σε αγάπη µπορεί να µας εµποδίσει να θεωρούµε ότι «η ζωή είναι ένα θορυβώδες και παθιασµένο παραµύθι που το διηγείται ένας ηλίθιος και δεν σηµαίνει τίποτα» (Σαίξπηρ). Ετσι κι αλλιώς, όπως λέει µεγαλειωδώς ο Φρανσουά Τσενγκ, «όλες οι κρίσεις, όλες οι λατρείες και όλες οι τελετές µπορούν να εξαφανιστούν, εκτός από µία, την Οµορφιά».

Aν ο Θεός υπάρχει..

«Λακανιστής, ορθόδοξος σταλινικός, δογματικός και εχθρός του διαλόγου»: έτσι χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ. Και εκθέτει τους στόχους του, διόλου ταπεινούς, είναι αλήθεια.

ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. «Το κύρος που απολαμβάνει τα τελευταία χρόνια η Χάνα Άρεντ αποτελεί τη σαφέστερη ένδειξη της ήττας της Αριστεράς»: η φράση αυτή ανήκει σε έναν φιλόσοφο που απορρίπτει την ταύτιση του ριζοσπαστισμού με τον ολοκληρωτισμό και διαμαρτύρεται για την εξίσωση της πολιτικής με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο ίδιος δεν φοβάται να δηλώνει ριζοσπάστης, γιατί θεωρεί πως το να σκέπτεσαι σημαίνει να τα σκέπτεσαι όλα από την αρχή. Απορρίπτει τον διάλογο στο όνομα του λενινισμού: ο Ισπανός πρωθυπουργός, για παράδειγμα, δεν έκανε διάλογο με τις πολιτικές δυνάμεις ούτε περίμενε «να ωριμάσουν οι συνθήκες» προτού επιβάλει ποσοστώσεις στη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ζωή. Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι ο καπιταλισμός θα συνεχίσει να κυριαρχεί: σε όσους υποστηρίζουν ότι μια μεγάλη οικολογική καταστροφή θα φέρει το τέλος του καπιταλισμού, απαντά ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο, αφού θα ανοίξουν τότε νέες αγορές για επενδύσεις. Στο περιθώριο αυτού του παντοδύναμου καπιταλισμού ζητεί ο Σλαβόι Ζίζεκ να επανιδρυθεί η Αριστερά. «Δεν προτείνω να δημιουργηθεί ένα νέο επαναστατικό κόμμα», λέει σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς. «Λέω απλώς πως πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό και να μη θεωρούμε υπέρτατες αξίες την ανοχή, το κοινωνικό κράτος και τους Τρίτους Δρόμους».

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΗΘΙΚΗΣ. Ο 57χρονος φιλόσοφος δεν συμφωνεί με τον Χάμπερμας ότι υπάρχει ένα όριο στην ευγονική που δεν μπορούμε να το υπερβούμε. Σήμερα μπορούμε να εμφυτεύσουμε ένα τσιπάκι σ' ένα ποντίκι και να το τηλεκατευθύνουμε. Αύριο θα γίνει το ίδιο με τον άνθρωπο. Οι Κινέζοι πειραματίζονται ήδη με τον εξ αποστάσεως έλεγχο του εγκεφάλου. Και αυτό τρομάζει πολύ τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Σε ένα πρόσφατο συνέδριο, ένας επίσκοπος είπε ότι ο εγκέφαλος είναι η τηλεόραση και η ψυχή ο αποκωδικοποιητής, άρα οποιοσδήποτε πειραματισμός είναι άτοπος και απαράδεκτος. Ενδιαφέρον επιχείρημα, αλλά λανθασμένο, λέει ο Ζίζεκ. Αν ένα φάρμακο μπορεί να με κάνει πιο γενναίο, πιο διαυγή, πιο γενναιόδωρο, πού υπεισέρχεται η ηθική;

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΘΕΪΣΜΟΥ. Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει ότι αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται. Το κυριότερο μάθημα της σύγχρονης τρομοκρατίας, γράφει ο Ζίζεκ στη Χέραλντ Τρίμπιουν, είναι ότι αν ο Θεός υπάρχει, τότε όλα επιτρέπονται, συμπεριλαμβανομένης της ανατίναξης χιλιάδων αθώων περαστικών. Οι φονταμενταλιστές κάνουν αυτό που θεωρούν σωστό για να ικανοποιήσουν τη θέληση του Θεού και να κερδίσουν τη σωτηρία. Οι άθεοι το κάνουν όχι για να κερδίσουν την εύνοια του Θεού, αλλά επειδή σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Είδωλο εαυτού

Κανείς δε φαντάζεται ότι οι ξύλινες κούκλες βλέπουν όνειρα. Χθες το βράδυ είδα δύο. Στο πρώτο, είχα σταθεί μπροστά στον καθρέφτη, έπεσα με δύναμη πάνω του και αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, ολόενα πλησίαζα με μικρά βήματα τον καθρέφτη, ώσπου τελικά ενώθηκα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Μόλις ξύπνησα, κατευθύνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου προς τον καθρέφτη. Στάθηκα ενώπιον του ειδώλου μου. Μου φάνηκε ανέκφραστο και ψυχρό. Πανικοβλήθηκα. Έτρεξα προς το μέρος του, του άπλωσα το χέρι και το τράβηξα έξω από την κατοπτρική του φυλακή. Με ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Πέρασα το επόμενο βράδυ παρέα με το είδωλό μου στο συνηθισμένο μου ράφι της βιβλιοθήκης. Κοιμήθηκα και είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δολοφόνησα το είδωλό μου, ρίχνοντάς το ύπουλα από τη βιβλιοθήκη ενώ κοιμόταν και με τον ίδιο τρόπο αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, έκανα έρωτα με το είδωλό μου και μετά πεθάναμε. Όταν ξύπνησα, πρότεινα στο είδωλό μου να ξεβιδώσουμε τα κεφάλια μας και να τα ανταλλάξουμε ως ένδειξη αφοσίωσης και εμπιστοσύνης. Το δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Φορώντας πια το νέο μου κεφάλι, ενθουσιάστηκα με την πρόταση του ειδώλου μου να μετακινηθούμε στην ίδια πλευρά του ραφιού, για να βρισκόμαστε σε απόλυτη εγγύτητα. Το βράδυ, ωστόσο, δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Όταν το κατάφερα, είδα δύο όνειρα. Στο πρώτο, δραπέτευσα από το ράφι της βιβλιοθήκης αφήνοντας πίσω το είδωλό μου, διένυσα πολλά χιλιόμετρα τρέχοντας, έφτασα στη θάλασσα και εκεί αυτοκτόνησα. Στο δεύτερο, συμφώνησα με το είδωλό μου να ξεβιδώσουμε και να ανταλλάξουμε ένα-ένα όλα μας τα μέλη, και αφού ολοκληρώθηκε η ολική μεταμόσχευση, αρρωστήσαμε βαριά και μετά πεθάναμε.
Εδώ και μερικά λεπτά έχω ξυπνήσει. Βρίσκομαι πίσω από ένα γυάλινο παραπέτασμα. Μπροστά μου στέκεται κάποιος που μου μοιάζει τρομακτικά. Νομίζω ότι με έχει υπνωτίσει. Ελέγχει πλήρως τις κινήσεις μου. Τον βλέπω τώρα να τρέχει προς το μέρος μου απλώνοντάς μου το χέρι.

Tom Waits - I want you


Μισείτε αλλήλους

"Το μίσος είναι ένα πολύτιμο ποτό, ένα δηλητήριο ακριβότερο από εκείνο που άρεσε στους Βοργίες ­ γιατί είναι φτιαγμένο με το αίμα μας, με την υγεία μας, με τον ύπνο μας και με τα δύο τρίτα της αγάπης μας! Ας κάνουμε λοιπόν οικονομία!" (Σαρλ Μπωντλαίρ).

H Αγάπη λέει: είμαι ευτυχισμένη με την ευτυχία σου και δυστυχισμένη με τα βάσανά σου. H Μοχθηρία, αν ήταν ειλικρινής, θα έλεγε: χαίρομαι όταν βασανίζεσαι και λυπάμαι όταν είσαι ευτυχισμένος. Ο Φθόνος είναι δυστυχής με την ευτυχία του άλλου και βασανίζεται διαρκώς, επειδή δεν έχει όσα έχει ο άλλος, δεν μπορεί να κάνει αυτά που κάνει ο άλλος, δεν είναι αυτό που είναι ο άλλος. H Ζήλεια προσπαθεί να καταστρέψει κάθε επιθυμία που θα επιθυμούσε το αντικείμενο της επιθυμίας της. H Εκδίκηση απαντά στο κακό με το κακό, το εισπράττει στο δεκαπλάσιο και το ανταποδίδει στο εκατονταπλάσιο. H Μνησικακία θα ήθελε το κακό που δέχεται να διαχέεται καθημερινά στην καρδιά εκείνου που της το έστειλε. Όσο για το Μίσος, εκείνο δεν λέει τίποτα. Προτιμά να κρυφτεί πίσω από άλλα συναισθήματα. Βρίσκεται παντού και πουθενά, σ' έναν φόνο ή ένα ψεύτικο χαμόγελο, σε μια χειρονομία που περιφρονεί ή σε μια πράξη που εξευτελίζει. Και έχει τη σπάνια ιδιότητα να μην ησυχάζει ακόμη κι αφού καταστρέψει το μισητό αντικείμενο. Ποδοπατά κάθε ίχνος του, προσπαθεί να εκμηδενίσει και την τελευταία του ανάμνηση.

Για να γνωρίσει κανείς το μίσος στην πιο σύγχρονη εκδοχή του, γράφει ο Ρομπέρ Ματζορί στη Λιμπερασιόν, αρκεί να παρακολουθήσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στη Λάτσιο, της οποίας ο αρχηγός απευθύνει στους οπαδούς της φασιστικό χαιρετισμό, και τη Λιβόρνο, της οποίας οι οπαδοί κρατούν πορτρέτα του Τσε και κυματίζουν κόκκινες σημαίες. Αν πάλι δεν τον ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο, μπορεί απλώς να κοιτάξει γύρω του. Θα νιώσει το μίσος παντού, στην τρομοκρατία, στον πόλεμο, στη σύλληψη ομήρων, στη δαιμονοποίηση των εχθρών, στην αναθεώρηση της Ιστορίας, στις ρατσιστικές διαδηλώσεις, στην απέχθεια προς τη γνώση, στην αλαζονεία των ηγετών της πολιτικής και της θρησκείας. Αν τη δεκαετία του '60 έλεγαν «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο», σήμερα το κυρίαρχο σύνθημα φαίνεται να είναι «κάντε πόλεμο και μισείτε αλλήλους!».

Οι συγγραφείς του συλλογικού τόμου «Το Μίσος», αναζητούν εξηγήσεις γι' αυτό το φαινόμενο. Μήπως ο φόβος και το μίσος ­ αναρωτιούνται ­ είναι απαραίτητα συστατικά κάθε ανθρώπινης κοινότητας; Μήπως το μίσος, εκτός από τις καταστροφικές του ιδιότητες, έχει και μια οργανωτική αξία; Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι το μίσος προς τον πατέρα που οδηγεί στον φόνο και οι τύψεις που προκαλούνται βρίσκονται στην καρδιά της γέννησης του πολιτισμού, αφού οι απαγορεύσεις, οι αξίες και η δύναμη του Νόμου αποτρέπουν ­ θεωρητικά ­ την επανάληψη του κακού. Μα η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξη. Μην το ξεχνάμε: το μίσος είναι φτιαγμένο με το αίμα μας.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

...Μολύβι...

"Είναι μολύβι σ' αυτό που το μυαλό βρίσκει αδιέξοδο επάνω στο χαρτί, έτσι ώστε να μην τρελαθεί"
Μην σταματήσεις ποτέ να γράφεις...!

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Έρμαν Έσσε - Ο λύκος της στέπας

όποιος έχει γευτεί εκείνες της μέρες..με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ' τις κόρες των ματιών και σε κάνει σε κανει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο.
όποιος λοιπόν γευτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστιμένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή, και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα.

κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελλός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ' ένα κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρεί μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

κάπου μακρυά, σε πράσινες κοιλάδες κάποιοι υγιείς άνθρωποι καλλιεργούσαν σταφύλια και πάταγαν το κρασί για να μπορούν σε διάφορα μέρη του κόσμου, πολύ μακριά απ' αυτούς, μερικόι απογοητευμένοι και σιωπηλοί αστοί, οι αμήχανοι λύκοι της στέπας, να βρίσκουν λίγο κουράγιο και λίγο κέφι μέσα στα ποτήρια τους.

ποιο θυμόταν εκέινο το μικρό λυγερόκορμο κυπαρίσσι ψηλά στο βουνό πάνω απ' το Γκούμπιο, που μια κατολίσθηση το 'χε τσακίσει στη μέση, κι' όμως αυτό κρατήθηκε στη ζωή κι έβγαλε έναν καινούργιο βλαστό? ποιος δικαίωνε την εργατική νοικοκυρα του πρώτου ορόφου και την πεντακάθαρη αρωκαρία της? ποιος διάβαζε τις νύχτες πάνω απ' το Ρήνο τα συννεφογραψίματα της ομίχλης? ο λύκος της στέπας. και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελλό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρεί την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού?

στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. το πρωί ήταν γι' αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

είμαι περίεργος να δώ πόσα μπορεί ν' αντέξει ένας άνθρωπος. όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν' ανοίξω την πόρτα και θά 'χω σωθεί.

ο αστός είναι έτσι απ' τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθει.

βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

να ζείς στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ''σαν να μην κατέχεις'', ν' απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στη σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. και θα' πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο..

αποσπάσματα από το βιβλίο του Έρμαν Έσσε, Ο λύκος της στέπας

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Αξίες..

Είτε μιλάμε για τον τρόπο που πλούτισαν οι τραπεζίτες είτε για τον τρόπο που αγοράστηκε ένα διαμέρισμα, η συζήτηση γύρω από το ίδιο θέμα περιστρέφεται: τις αξίες, και το πώς μπορούμε να επιστρέψουμε σ΄ αυτές.

Η ιστορία των αξιών θα μπορούσε να ξεκινήσει με τον γιο ενός πάστορα από το Ρέκεν. Λεγόταν Φρειδερίκος Νίτσε, και διέκρινε πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του 1880, την κατάπτωση των αξιών που θα αναστάτωνε τον επόμενο αιώνα. Ένας «αλλόκοτος επισκέπτης» είχε φτάσει, ο μηδενισμός. Και όπως γράφει ο Χάρι Άιρς στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ο Νίτσε έτρεφε αμφιλεγόμενα αισθήματα απέναντί του. Από τη μια πλευρά, θα μπορούσε να αποτελέσει μια δύναμη κάθαρσης, που θα σάρωνε κάθε τι διεφθαρμένο και θα οδηγούσε σε μια νέα πνευματικότητα. Από την άλλη, ήταν ένα φαινόμενο επικίνδυνο, ιδιαίτερα επικίνδυνο. «Χάνουμε το κέντρο βάρους που μας επιτρέπει να ζούμε», έγραφε ο Γερμανός φιλόσοφος. «Είναι σαν να μην έχει νόημα η ύπαρξη, σαν να είναι όλα μάταια».

Η πορεία του 20ού αιώνα επιβεβαίωσε τον Νίτσε. Οι υλικές αξίες θεωρήθηκαν πιο αληθινές, λιγότερο υποκριτικές από τις πνευματικές. Η ιδανική ενσάρκωση αυτής της στροφής ήταν τοΥλικό Κορίτσι της Μαντόνα: «Ξέρεις ότι ζούμε σ΄ έναν υλικό κόσμο/ κι ότι είμαι ένα υλικό κορίτσι». Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η ίδια η επικράτηση των υλικών αξιών. Το πρόβλημα, που δεν προέβλεψε ο Νίτσε, ήταν ότι οι αξίες αυτές υπερτιμήθηκαν. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα, όπως οι τιμές των ακινήτων ή οι τραπεζικές καταθέσεις, άρχισαν να καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας. Η Μαντόνα το κατάλαβε εγκαίρως, και το ΄ριξε στη γιόγκα.

Η υπερτίμηση των «υψηλών» αξιών- όπως η δύναμη της εκκλησίας ή ο σωτήριος χαρακτήρας της τέχνης- ίσως να συνδέεται εν τέλει με τη διόγκωση των «χαμηλών» αξιών. Ίσως όλες οι ανθρώπινες αξίες να είναι καταδικασμένες να διογκώνονται και να υπερτιμώνται. Ο Βρετανός αρθρογράφος έχει μια εξήγηση: φταίει ότι προσπαθούμε να αψηφήσουμε τον θάνατο, ότι μας καταδιώκει το φάντασμα του μεσαιωνικού ποιητή που έλεγε Τimor mortis conturbat me (Ο φόβος του θανάτου με βασανίζει). Προσπαθούμε να τα αποκτήσουμε όλα τώρα, γνωρίζοντας ότι δεύτερη ευκαιρία δεν θα έχουμε. Και κάπου εκεί χάνουμε το μέτρο.

Οι όποιες καινούργιες αξίες γεννηθούν μέσα στα ερείπια του υλισμού θα πρέπει, έτσι, να είναι λιγότερο μεγαλεπήβολες. «Αυτά τα μικρά πράγματα- διατροφή, τόπος, κλίμα, ψυχαγωγία- είναι ασύλληπτα πιο σημαντικά απ΄ όλα όσα θεωρούσε κανείς σημαντικά ώς τώρα», γράφει ο Νίτσε στο Ιδού ο Άνθρωπος . Ένα απλό πιάτο φαΐ, ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα, μια ήσυχη συνείδηση- δεν χρειαζόμαστε πολύ περισσότερα.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Η κουλτούρα του καπιταλισμού

«Αδιάκοπα ανατρέπει την οικονομική δομή από μέσα, αδιάκοπα καταστρέφει την παλιά, αδιάκοπα δημιουργεί μια καινούργια».

Έτσι περιέγραφε στα μέσα του περασμένου αιώνα τον καπιταλισμό ο Γιόζεφ Σουμπέτερ. Για τον Αυστριακό οικονομολόγο, που το έργο του έχει έλθει πάλι τα τελευταία χρόνια στην επικαιρότητα, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μείνει ακίνητος. Είναι ένα σύστημα που οδηγείται από κύματα επιχειρηματικής καινοτομίας ή, όπως έλεγε, από μια διαρκή θύελλα «δημιουργικής καταστροφής». Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό της και με το φάντασμα του Σουμπέτερ να την καταδιώκει, έγραψε η Αμερικανίδα ιστορικός Τζόυς Άπλμπαϊ τη Διαρκή Επανάσταση (εκδ. W.W. Νorton & Company), ένα βιβλίο που ξεκινά από την Ολλανδία, αλλά η δράση του εκτυλίσσεται κυρίως στον αγγλοαμερικανικό κόσμο.

Η ανάδυση του οικονομικού συστήματος που ονομάστηκε καπιταλισμός ήταν απροσδόκητη, σημειώνει η συγγραφέας. Αντίθετα με τους κανόνες και τις αξίες που ίσχυαν τα προηγούμενα 4.000 χρόνια, αναπτύχθηκε μια νέα νοοτροπία που νομιμοποιούσε την επιδίωξη του κέρδους. Όπως επισήμαναν μια σειρά από συγγραφείς που προηγήθηκαν αρκετά του Άνταμ Σμιθ, τα στοιχεία οποιασδήποτε οικονομίας είναι ρευστά και διαπραγματεύσιμα. Η απόδειξη είναι ότι χάρις σε καινοτομίες που οδήγησαν σε μια νέα, εμπορική γεωργία, ο αγροτικός πληθυσμός της Βρετανίας έφτασε το 1800 να αποτελεί λιγότερο από το 40% του πληθυσμού έναντι 80% που ήταν τον 16ο αιώνα. Αυτό οδήγησε σε μια τεράστια δεξαμενή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης που έθεσε τα θεμέλια του βρετανικού καπιταλισμού.

Με άλλα λόγια, «δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς μια κουλτούρα του καπιταλισμού». Φυσικά, δεν είναι καλά όλα τα καινούργια στοιχεία που παίρνουν τη θέση των παλιών. Η αναζήτηση του κέρδους απελευθέρωσε και ολέθριες δυνάμεις, όπως η επέκταση του αφρικανικού δουλεμπορίου ή οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια. Η ιστορία του καπιταλισμού περιλαμβάνει μοιραία και την αντίσταση στις επαναστάσεις που έφερε. Όπως γράφει πάντως ο βιβλιοκριτικός των Νιου Γιορκ Τάιμς, το βιβλίο της Άπλμπαϊ δίνει έμφαση στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, όχι στην αντίσταση σ΄ αυτές. Κι ένα από τα συμπεράσματά της είναι ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις όχι μόνο δεν βλάπτουν αυτές τις επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα τις στηρίζουν. Ο 13πλασιασμός των κονδυλίων της αμερικανικής κυβέρνησης για την έρευνα και τεχνολογία κατά την περίοδο 1941-1960 οδήγησε στη γέννηση πολλών καινοτομιών. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: το Ιnternet ήταν προϊόν της κυβερνητικής λογοκρισίας.

Ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε βέβαια παρά να τελειώνει με την Κίνα. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη αυτής της χώρας, τονίζει η συγγραφέας, διαψεύδει όσους θεωρούσαν τον καπιταλισμό άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δημοκρατία. Και επιβεβαιώνει πανηγυρικά ότι αυτό το οικονομικό σύστημα έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες συνθήκες.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Το παιχνίδι των παιδιών

To Πανεπιστήμιο της Aix-en Provence ανακήρυξε τον Αντόνιο Ταμπούκι επίτιμο διδάκτορα. Και ο Ιταλός συγγραφέας εκφώνησε μια ομιλία με τίτλο «Εγκώμιο της λογοτεχνίας».

Γιατί γράφουμε; Το αναπόφευκτο αυτό ερώτημα επιστρέφει συνεχώς, όσο κι αν θέλεις να το αποφύγεις, όπως εκείνες οι ευσεβείς κυρίες που είναι αφοσιωμένες στην κατήχηση και κάθε Κυριακή κτυπούν αμείλικτα την πόρτα σου. Όμως ακόμη και η πιο ριζοσπαστική απάντηση όπως εκείνη που είχε δώσει ο Μπέκετ («γιατί δεν είμαι καλός σε τίποτα άλλο») είναι προφανώς ανεπαρκής και εμπνέεται από μια σεμνότητα και έναν αυτοσαρκασμό που δεν λύνουν το πρόβλημα. Γνωρίζω δεκάδες ανθρώπους που δεν είναι «καλοί σε τίποτα άλλο», και παρά ταύτα δεν έχουν γράψει στη ζωή τους ούτε μια γραμμή. Οι άλλες πιθανές απαντήσεις είναι όλες σεβαστές, αν και στην πραγματικότητα καμιά δεν είναι. Γράφουμε επειδή φοβόμαστε τον θάνατο; Είναι πιθανό. Ή μήπως γράφουμε επειδή φοβόμαστε τη ζωή; Κι αυτό είναι πιθανό. Γράφουμε επειδή νοσταλγούμε την παιδική μας ηλικία; Επειδή ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα;

Επειδή ο χρόνος περνά πολύ γρήγορα και θέλουμε να τον σταματήσουμε; Γράφουμε από θλίψη επειδή θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και δεν το κάναμε; Γράφουμε από τύψεις επειδή δεν θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και παρά ταύτα το κάναμε; Γράφουμε επειδή βρισκόμαστε εδώ, αλλά θα θέλαμε να βρισκόμαστε εκεί; Γράφουμε επειδή πήγαμε εκεί αλλά στην πραγματικότητα θα θέλαμε να έχουμε μείνει εδώ; Γράφουμε επειδή θα θέλαμε να είμαστε ταυτόχρονα εδώ που έχουμε φτάσει και εκεί όπου βρισκόμασταν νωρίτερα; Γράφουμε επειδή, όπως λέει ο Μπωντλαίρ, «η ζωή είναι ένα νοσοκομείο όπου όλοι οι ασθενείς θα ήθελαν να αλλάξουν κρεβάτι. Ο ένας θα προτιμούσε να υποφέρει δίπλα στο καλοριφέρ, ο άλλος είναι πεισμένος ότι δίπλα στο παράθυρο θα θεραπευόταν»;

Ή μήπως γράφουμε για παιχνίδι; Όχι όμως το καθαρό παιχνίδι, όπως διακήρυσσε άλλοτε η αβανγκάρντ στην Ιταλία και αλλού, όχι το παιχνίδι που παίζουν οι ταχυδακτυλουργοί της Κυριακής, αλλά ένα παιχνίδι που μοιάζει μ'εκείνο των παιδιών. Ένα παιχνίδι τρομερής σοβαρότητας. Γιατί όταν παίζει ένα παιδί, τα βάζει όλα στο παιχνίδι. Παίρνει ένα πετραδάκι, κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού του και, ενώ πέφτει το βράδυ, ακουμπά το πετραδάκι στην παλάμη του χεριού του και λέει πως αυτό το πετραδάκι είναι ο κόσμος. Προσοχή: δεν το σκέφτεται μονάχα, το λέει κιόλας, γιατί μονάχα αν το πει τα μάγια γίνονται πραγματικότητα και το πετραδάκι γίνεται ο κόσμος. Και το παιδί ξέρει ότι αν αυτό το πετραδάκι πέσει κάτω, ο κόσμος θα καταρρεύσει, τα άστρα θα τρελαθούν και θα έλθει το χάος. Με άλλα λόγια, κρατά στα χέρια του τις τύχες του κόσμου. Μέχρι τη στιγμή που θα φανεί στην πόρτα ο μπαμπάς του χαμογελώντας, το φαγητό είναι έτοιμο, κάνει κρύο, αύριο έχει σχολείο, πρέπει επιτέλους να μαζευτεί.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Ο καθένασμας, ο Θάνατος κι ο Ροθ

Είστε θρήσκος, Φίλιπ Ροθ; «Είμαι ακριβώς το αντίθετο. Είμαι αντι-θρήσκος. Θεωρώ τους θρήσκους αποκρουστικούς. Μισώ τα ψέματα της θρησκείας. Όλα είναι ένα μεγάλο ψέμα. Όταν γράφω, αισθάνομαι μοναξιά, φόβο, αγωνία. Και δεν χρειάστηκα ποτέ τη θρησκεία για να με σώσει».

Στα τέλη του 15ου αιώνα υπήρχε η συνήθεια να παίζουν στα αγγλικά νεκροταφεία κάποια αλληγορικά, ηθικοπλαστικά θεατρικά έργα. Το θέμα ήταν πάντα η σωτηρία. Και το ηθικό δίδαγμα ήταν του τύπου «Εργάσου σκληρά και θα πας στον Παράδεισο». Ή «Να είσαι καλός χριστιανός, αλλιώς θα πας στην Κόλαση». Ένα απ' αυτά τα έργα λεγόταν Ο Καθένασμας (Everyman) και γράφτηκε από έναν άγνωστο το 1485, ανάμεσα στον θάνατο του Τσώσερ και τη γέννηση του Σαίξπηρ. Ο Καθένασμας δέχεται επίσκεψη από τον Θάνατο. «Είμαι ο Θάνατος», του λέει. «Ω, Θάνατε», απαντά ο Καθένασμας, «ήλθες τη στιγμή που σε είχα λιγότερο στο μυαλό μου».

Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου του Φίλιπ Ροθ, ενός βιβλίου με μαύρο, κατάμαυρο εξώφυλλο και μια μονάχα στενή κόκκινη γραμμή κάτω από τον τίτλο: Everyman. Μοιάζει με τη Βίβλο, λέει στον συγγραφέα ο Δανός δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη για λογαριασμό της Γκάρντιαν. «Εγώ νομίζω πως μοιάζει με ταφόπλακα», απαντά εκείνος. Μα δεν θα αντιδράσει ο εκδότης, δεν θα ενοχληθούν οι βιβλιοκριτικοί, δεν θα ξενιστούν οι αναγνώστες; «Ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Πιστεύω πως πρέπει να επιβληθεί ένα μορατόριουμ 100 ετών σε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία. Να κλείσουν όλα τα τμήματα λογοτεχνίας, να καταργηθούν οι βιβλιοκριτικές, να απολυθούν οι κριτικοί. Οι αναγνώστες να αφεθούν μόνοι τους με τα βιβλία. Κι όποιος τολμά να εκφράζει οποιαδήποτε άποψη γι' αυτά, να φυλακίζεται ή να εκτελείται επιτόπου».

Για πολλά χρόνια, ο Ροθ είχε αποφασίσει να μη σκέπτεται τον θάνατο. Δεν άλλαξε την απόφασή του ακόμη κι όταν πέθαναν οι γονείς του. Όμως τον περασμένο Απρίλιο πέθανε ένας καλός του φίλος, συνομήλικος, κι όλα άλλαξαν. Ο θάνατος αυτός τον διέλυσε και τον τρομοκράτησε. Στα 72 του χρόνια, ο Ροθ φοβάται τον θάνατο, τη λήθη, το να μην είναι ζωντανός, να μην αισθάνεται τη ζωή, να μην τη μυρίζει. «Πριν από οκτώ χρόνια βρέθηκα στην κηδεία ενός συγγραφέα. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, χιούμορ, περιέργεια. Είχε φίλες, ερωμένες. Κι ήταν όλες εκεί. Γυναίκες όλων των ηλικιών. Κι όλες έκλαιγαν, και κάποια στιγμή εγκατέλειψαν την αίθουσα, γιατί δεν το άντεχαν». Στη δική του κηδεία τι θα κάνουν οι γυναίκες; «Αν κάνουν τον κόπο να περάσουν, μάλλον θα αποδοκιμάσουν το φέρετρο».

Το πάθος δεν αλλάζει με την ηλικία, λέει ο Ροθ. Εσύ αλλάζεις. Μεγαλώνεις. H δίψα για τις γυναίκες γίνεται πιο έντονη. Το πάθος για το σεξ αποκτά μια δύναμη που δεν την είχε νωρίτερα. Το πάθος για το γυναικείο σώμα γίνεται πιο επίμονο. Το σεξουαλικό πάθος είναι πάντα βαθύ, αλλά γίνεται βαθύτερο.

Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ

H πρώτη αίθουσα, που είναι αφιερωμένη στην αρχαιότητα, είναι κόκκινη, κόκκινη σαν τη φωτιά των εποποιών. Όπως έγραφε άλλωστε ο Αριστοτέλης, η μελαγχολία είναι ίδιον όλων εκείνων που ξεχωρίζουν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση ή στις τέχνες. Όλων των ηρώων, όπως εκείνος ο Αίας που απεικονίζεται σ' έναν αμφορέα να ετοιμάζει την αυτοκτονία του. Στον Μεσαίωνα, όπου είναι αφιερωμένη η επόμενη αίθουσα, η μελαγχολία προσλαμβάνει μάλλον αρνητικό χαρακτήρα: ο Δάντης μιλά στην Κόλαση για έναν «σκοτεινό βούρκο». Ύστερα αλλάζει ξανά, συνδέεται άλλοτε με τη διάνοια κι άλλοτε με την παράνοια, όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες (Οκτώβριος 2005) στο Παρίσι («Melancolie, genie et folie en Occident», Galeries nationales du Grand Palais). Μα είναι πάντα παρούσα στην τέχνη, από τον Πετράρχη μέχρι τον Μπωντλαίρ, από την αγορά των Αθηνών μέχρι την Αγγλία της Ελισάβετ κι από τη Ρωσία του Ντοστογιέφσκι μέχρι το Παρίσι του Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Κεντρική θέση στην έκθεση έχει η «Μελαγχολία» του Άλμπρεχτ Ντύρερ (1514), ένας πίνακας που προκαλούσε πάντα αντιφατικά συναισθήματα και πολλές συζητήσεις. Ο «Δον Γκασπάρ Μελτσόρ ντε Χοβεγιάνος» (Φρανθίσκο Γκόγια, 1798) μας παρατηρεί στηρίζοντας το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι, ενώ η «Γυναίκα στον ήλιο» (Έντουαρντ Χόπερ, 1961) προτιμά να κοιτάζει τον τοίχο. H μελαγχολία δεν ταυτίζεται όμως πάντα με τη δυστυχία: στο «Πορτραίτο του Ανρί Περσύ» (Νίκολας Χίλιαρντ, 1594), ένας όμορφος νέος άνδρας έχει βγάλει τα γάντιά του και απολαμβάνει το τοπίο ξαπλωμένος στο γρασίδι, δίπλα σ' ένα κλειστό βιβλίο.

Όσο κι αν άλλαζε μορφές, πάντως, η μελαγχολία ακολουθούσε πάντα λίγο έως πολύ τον ορισμό του Ιπποκράτη: «Όταν ο φόβος ή η δυστυχία επιμένει για καιρό, πρόκειται για μια μελαγχολική κατάσταση». Και αποτελούσε μόνιμο χαρακτηριστικό της Δύσης, τροφοδοτούμενη σε μεγάλο βαθμό από το σφάλμα και την ενοχή στα οποία στηρίζεται ο ιουδαιοχριστιανισμός. Μα έπεσε κι αυτή θύμα της παγκοσμιοποίησης. Στην τέταρτη έκδοσή του, το «Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των πνευματικών διαταραχών», που εκδίδεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποτελεί τη μοναδική πηγή αναφοράς για όλον τον κόσμο, καταργεί ουσιαστικά τη μελαγχολία και την εντάσσει στην ευρύτερη κατηγορία της κατάθλιψης. Πρόκειται για το «φάντασμα Κόκα-κόλα Μακντόναλντ», λέει στη Φιγκαρό ο Γάλλος καθηγητής Ψυχιατρικής Εντουάρ Ζαριφιάν, για την απαίτηση δηλαδή των αγορών να υπάρχει ένα προϊόν, μια εικόνα, μια λέξη. Ο «μαύρος ήλιος» της μελαγχολίας που είχε εξυμνηθεί από τον ποιητή Ζεράρ ντε Νερβάλ, οδηγώντας τον και στον θάνατο, δεν εμπνέει πια τους σημερινούς καλλιτεχνικούς δημιουργούς. Το μόριο αντικατέστησε την ποίηση. Το προζάκ εκθρόνισε τον Μπωντλαίρ.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Πώς έγινα βλάκας

"Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Στο δημοτικό, η πιο απαίσια βρισιά είναι το να σε αποκαλέσουν διανοούμενο. Αργότερα, το να είσαι διανοούμενος γίνεται σχεδόν προτέρημα. Όμως αυτό είναι ψέμα: το να είσαι διανοούμενος είναι κουσούρι. Όπως οι ζωντανοί γνωρίζουνε πως θα πεθάνουν, ενώ οι νεκροί δε γνωρίζουνε τίποτα, πιστεύω πως το να είναι κανείς έξυπνος είναι χειρότερο από το να είναι βλάκας, γιατί ένας βλάκας δεν αντιλαμβάνεται τη βλακεία του, ενώ ένας έξυπνος, ακόμα κι αν είναι ταπεινός και μετριόφρων, ξέρει πως είναι έξυπνος, έτσι κι αλλιώς.

Λέει κάπου ο Εκκλησιαστής: όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον. Μην έχοντας όμως ποτέ τη τύχη να πάω στο κατηχητικό μαζί με τα άλλα παιδιά, δε προειδοποιήθηκα έγκαιρα για τους κινδύνους που ενέχει η μελέτη. Είναι πολύ τυχεροί οι χριστιανοί που τόσο νέοι έχουν ήδη μάθει να φυλάγονται από τους κινδύνους της ευφυΐας. Θα ξέρουν έτσι για όλη τους τη ζωή πως να την αποφεύγουν. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

Όσοι σκέφτονται πως η ευφυΐα εμπεριέχει κάτι το ανώτερο, σίγουρα δε διαθέτουν αρκετή για να αντιληφθούν πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια κατάρα. Οι δικοί μου, οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου, όλοι τους μ' εύρισκαν ευφυή, ανέκαθεν. Ποτέ δε κατάλαβα καλά το γιατί και το πως είχανε καταλήξει σ' αυτή την ετυμηγορία για το άτομό μου. Υπέφερα συχνά απ' αυτόν τον θετικό ρατσισμό, απ' αυτούς που συγχέουν την επιφανειακή ευφυΐα με την πραγματική και που σε καταδικάζουν, με μια προκατάληψη αναληθώς ευνοϊκή, να ενσαρκώνεις μια μορφή κύρους. Όπως ακριβώς η κοινή γνώμη εκστασιάζεται μπροστά στον νεαρό ή τη νεαρά που διαθέτουν το ύψιστο κάλλος, έτσι κι εγώ ήμουν το πανέξυπνο και καλλιεργημένο πλάσμα, προς σιωπηλή ταπείνωση εκείνων που ήταν λιγότερο προικισμένοι από τη φύση, απ' όσο εγώ. Πόσο πολύ απεχθανόμουν εκείνες τις συνεδρίες που συμμετείχα παρά τη θέλησή μου, με το να πληγώνω και να υποβιβάζω αγόρια και κορίτσια, που κρίνονταν ως λιγότερο ευφυή από μένα!

...Όλος ο κόσμος έχει να πει κάτι για τις γυναίκες, τους άντρες, τους μπάτσους, τους δολοφόνους. Γενικεύουμε όλοι, βασιζόμενοι στις προσωπικές μας εμπειρίες, σ' αυτά που μας βολεύουν, σύμφωνα με τα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε με τα πενιχρά μέσα των νευρικών κυττάρων μας κι ανάλογα με την οπτική γωνία των απόψεών μας. Είναι μια ευκολία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε γρήγορα, να κρίνουμε και να λάβουμε θέση. Αυτό δεν έχει καμμιάν αξία, κατά βάση, απλά πρόκειται για σήματα, για μικρές σημαιούλες που κουνά ο καθένας από μας. Κι όλοι μας υπερασπιζόμαστε την αλήθεια των συμφερόντων μας, του φύλου μας και των αγαθών μας.

Σε μια συζήτηση, οι γενικότητες προσφέρουν το πλεονέκτημα της απλότητας και της ρευστότητας των συλλογισμών, της εύκολης κατανόησής τους κι ως εκ τούτου έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση στο ακροατήριο. Αν θέλουμε να μεταφράσουμε αυτή τη σκέψη σε μαθηματική γλώσσα, θα λέγαμε πως οι συζητήσεις που βασίζονται στις γενικότητες είναι οι προσθέσεις, οι απλές πράξεις, που επειδή ακριβώς είναι προφανείς, αποκτούν αξιοπιστία ως προς την ορθότητα τους. Ενώ μια σοβαρή συζήτηση θα έδινε μάλλον την εντύπωση μιας σειράς ανισώσεων με πολλαπλούς αγνώστους, ολοκληρώματα και ταχυδακτυλουργίες με πολύπλοκους αριθμούς.

Υπάρχει μια κινέζικη παροιμία που λέει, πάνω-κάτω, πως ένα ψάρι ποτέ δε ξέρει πότε κατουράει. Αυτό ταιριάζει τέλεια στους διανοούμενους. Γιατί είναι πεπεισμένοι πως είναι κι έξυπνοι επειδή χρησιμοποιούν το μυαλό τους. Ο κτίστης χρησιμοποιεί τα χέρια του, αλλά έχει επίσης μυαλό που μπορεί να του υποδείξει πως "αυτός ο τοίχος δεν είναι ίσιος κι έπειτα, ξέχασες να βάλεις τσιμέντο ανάμεσα στους τσιμεντόλιθους". Υπάρχει μια ανταλλαγή ανάμεσα στη χειρωνακτική δουλειά και στη σκέψη του. Ο διανοούμενος που δουλεύει με τη σκέψη, δε βιώνει αυτή την ανταλλαγή, τα χέρια του δε ζωντανεύουν για να του πουν: "Ε φιλαράκο, λάθος κάνεις! Η γη είναι στρογγυλή". Λείπει από τον διανοούμενο τούτη η διαφοροποίηση, έτσι λοιπόν νομίζει πως είναι ικανός να έχει μια εμπεριστατωμένη άποψη για τα πάντα. Ο διανοούμενος είναι σα τον πιανίστα που επειδή χρησιμοποιεί τα χέρια του με δεξιοτεχνία, νομίζει πως διαθέτει εξίσου την ικανότητα για να γίνει εκ φύσεως χαρτοπαίκτης, μποξέρ, νευροχειρουργός και ζωγράφος.

Προφανώς η εξυπνάδα δεν αφορά μονάχα τους διανοούμενους. Γενικά, όταν κάποιος ξεκινά λέγοντας: "Δεν είναι ότι θέλω να γίνω δημαγωγικός αλλά...", τότε πράγματι θέλει να γίνει δημαγωγικός. Έτσι λοιπόν, δε ξέρω πως ακριβώς να εκφράσω κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συγκαταβατικότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ευφυΐα είναι μια αρετή, που τη μοιράζεται το σύνολο του πληθυσμού, δίχως κοινωνική διάκριση: βρίσκουμε το ίδιο ποσοστό ευφυών ανθρώπων τόσο ανάμεσα στους καθηγητές ιστορίας και τους ψαράδες της Βρετάνης, όσο κι ανάμεσα στους συγγραφείς και στις δακτυλογράφους... Αυτό το συμπεραίνω εκ πείρας, μιας κι έχω συναναστραφεί πολύ με brain-builders, με στοχαστές και με καθηγητές, με χαζούς διανοούμενους και με φυσιολογικούς ανθρώπους, ευφυείς δίχως πιστοποιητικό ευφυΐας, δίχως τη θεσμική αύρα. Δε μπορώ να πω τίποτε άλλο. Πρόκειται για κάτι που είναι ακόμη πιο αμφισβητήσιμο, μιας κι είναι αδύνατον να μελετηθεί επιστημονικά. Δε θεωρούμε πως κάποιος είναι ευφυής, εχέφρων, ανάλογα με τα διπλώματά του: δεν υπάρχει τεστ ευφυΐας που να φανερώνει αυτό που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε ευθυκρισία. Μου ξανάρχεται κατά νουν αυτό που έλεγε ο Μάϊκλ Χερ, ο σεναριογράφος του "Full Metal Jacket", στο καταπληκτικό βιβλίο του Μισέλ Σιμάν, για τον Κιούμπρικ: "Η βλακεία των ανθρώπων δεν οφείλεται στην έλλειψη ευφυΐας τους, αλλά στην έλλειψη θάρρους τους".

Κάτι που μπορούμε να παραδεχτούμε, είναι πως το να έρχεται κανείς συχνά σ' επαφή με τα μεγάλα έργα, το να χρησιμοποιεί το πνεύμα του, το να διαβάζει συγγράμματα μεγαλοφυών ανθρώπων, ίσως να μη τον κάνει απαραίτητα ευφυή, καθιστά όμως τον κίνδυνο αυτό, ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι φυσικά, που μπορεί να έχουν διαβάσει Φρόϋντ, Πλάτωνα, μπορεί να παίζουν στα δάχτυλα τα κουόρκ και να ξέρουν να ξεχωρίσουν ένα κυνηγετικό γεράκι από ένα τσιχλογέρακα, αλλά να είναι εντούτοις ανόητοι. Παρ' όλ' αυτά, δυνητικά, η ευφυΐα, ερχόμενη σ' επαφή με πολλαπλά ερεθίσματα κι αφήνοντας το πνεύμα όλο και πιο συχνά να βυθίζεται σε μιαν ατμόσφαιρα εμπλουτιστική, βρίσκει κατάλληλον έδαφος για ν' αναπτυχθεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναπτύσσεται μια ασθένεια. Διότι η ευφυΐα είναι ασθένεια".

Martin Paz αποσπάσματα απο το 'πώς έγινα βλάκας'

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Αλληλεπίδραση

Από τα τρία μεγάλα κοσμικά δόγματα που γεννήθηκαν τον 19ο αιώνα, γράφει στο κύριο άρθρο του ο Εκόνομιστ, ο μαρξισμός έπεσε θύμα της καταστροφικής εφαρμογής του και πέθανε απότομα όσο και επώδυνα. Ο φροϋδισμός πνέει κι αυτός τα λοίσθια, αν και με πιο ειρηνικό τρόπο. Ο δαρβινισμός, αντίθετα, φαίνεται να δυναμώνει όλο και περισσότερο. Αφού οι «κοινωνικοί δαρβινιστές» τον καταδίκασαν σε μια εκατοντάχρονη στασιμότητα, ταυτίζοντάς τον με την επιβίωση των ισχυρών και την εγκατάλειψη των αδυνάτων, νέες θεωρίες τον τοποθετούν επιτέλους στο σωστό πλαίσιο. Το κοινό σημείο αυτών των θεωριών είναι ότι δεν βασίζονται στον ατομικό ανταγωνισμό, μία ιδέα που υποστήριξε μεταξύ των άλλων ο Χέρμπερτ Σπένσερ, αλλά στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι συχνά συγκρούονται, και οι συγκρούσεις αυτές καταλήγουν σε αιματοχυσία. Άλλο τόσο αλήθεια, όμως, είναι ότι συνεργάζονται. Το «φυσικό» περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται η ανθρωπότητα δεν είναι η ζούγκλα ή η σαβάνα, αλλά η κοινωνία. Και ισχυρός δεν είναι ο γονιδιακά-ιδεολογικά-σωματικά-εμφανισιακά-θρησκευτικά-οικονομικά-τεχνολογικά "ανώτερος". Ισχυρή είναι μονάχα μια κοινωνία που διέπεται από σεβασμό στην ελευθερία, χωρίς καν να το επιδιώκει...

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Αρκεί να ξέρει να ακούει

«Κάνουμε το σχολείο που θέλουμε. Εξαρτιόμαστε μονάχα από τον εαυτό μας. Είναι καταπληκτικό». Έινε Λίινανκι, δασκάλα του Δημοτικού στο Αράμπια, ένα από τα 200 σχολεία του Ελσίνκι.

Είναι εννιά το πρωί και η Λίινανκι μαζί με τους άλλους δασκάλους του σχολείου πίνουν καφέ, διαβάζουν εφημερίδες και κουβεντιάζουν τα σχέδια της ημέρας. Κτυπά το κουδούνι και μπαίνουν στις τάξεις, που έχουν το πολύ 16 μαθητές η καθεμιά. Η δημοσιογράφος της Ελ Παΐς θα μπει σε μια τάξη 15χρονων και 16χρονων και θα παρακολουθήσει ένα μάθημα Σουηδικών, που είναι μία από τις επίσημες γλώσσες και τη μιλά το 6% του πληθυσμού. Στη μέση του μαθήματος, ένας από τους μαθητές σηκώνεται όρθιος και λέει ότι βαρέθηκε. «Δεν μ' αρέσει το μάθημα Σουηδικών, γιατί είναι υποχρεωτικό», διαμαρτύρεται. «Σε συγχαίρω γιατί είσαι ειλικρινής», του απαντά η δασκάλα.

Ποιο είναι το μυστικό αυτής της χώρας, που λατρεύει τους δασκάλους της, που δεν ενδιαφέρεται τόσο να έχει υψηλό ποσοστό επιτυχιών όσο χαμηλό ποσοστό αποτυχιών και που την τελευταία δεκαετία καταλαμβάνει σταθερά την πρώτη θέση στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την ποιότητα της εκπαίδευσης; Με ποιον τρόπο η εκπαίδευση στη χώρα αυτή έγινε ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η κοινωνία; «Η Φινλανδία ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη, και η δεύτερη στον κόσμο, που επέτρεψε την ψήφο των γυναικών», απαντά ο Γιάρι Γιόκινεν, που εκπροσωπεί τη χώρα του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Και για τις γυναίκες ήταν ανέκαθεν ξεκάθαρο ότι τα παιδιά τους θα τα πάνε καλύτερα στη ζωή αν μελετήσουν». Ένας άλλος καταλυτικός παράγων ήταν η ανάγκη της Φινλανδίας να απαλλαγεί από τη σουηδική και ρωσική κυριαρχία. Για να το επιτύχει, έδωσε έμφαση στην εκπαίδευση και την εκμάθηση της φινλανδικής ως εργαλείου για την πολιτιστική απελευθέρωση. Τότε δημιουργήθηκαν και τα δημόσια σχολεία, που αντιστοιχούν σήμερα στο 90% του συνόλου.

Στις 10.45 κτυπά το κουδούνι για το διάλειμμα. Το κολατσιό είναι δωρεάν και η διευθύντρια, η Κάισου Κέρκεϊνεν, τρώει στην καντίνα μαζί με τους δασκάλους και τους μαθητές. «Σε αυτό το σχολείο κάνουν κουμάντο οι δάσκαλοι», λέει. «Αυτοί αποφασίζουν πού θα ξοδέψουμε τα χρήματά μας, αυτοί επεξεργάζονται το πρόγραμμα, πηγαίνουν εκδρομή όποτε θέλουν και επιλέγουν ορισμένα από τα βιβλία». Άλλοι ψαρεύουν στον πάγο κατά τη διάρκεια του μαθήματος Φυσικής Ιστορίας, άλλοι επισκέπτονται το μουσείο για το μάθημα Ιστορίας. Η απουσία κατευθυντήριων γραμμών από το υπουργείο τούς κάνει πιο δημιουργικούς. «Ο δάσκαλος δεν χρειάζεται να ξέρει πολλά», σημειώνει η Μάτι Μέρι, καθηγήτρια της Παιδαγωγικής Σχολής του Ελσίνκι. «Πρέπει να ξέρει να ακούει. Πολλές φορές, είναι πιο σημαντικό να ακούς τον μαθητή και να μοιράζεσαι μαζί του τη γνώση. Στη Φινλανδία υπάρχει αλληλοσεβασμός δασκάλων και μαθητών, ο οποίος δεν βασίζεται στην ιεραρχία αλλά στην ισότητα».

Portishead - Roads


Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Η αποθέωση του κύκλου

Ένας από τους γνωστότερους πίνακες του Βασίλι Καντίνσκι, έχει τον μάλλον πεζό τίτλο «Διάφοροι Κύκλοι». Την εποχή που τον φιλοτεχνούσε, το 1926, ο Ρώσος ζωγράφος είχε αρχίσει να μαζεύει επιστημονικές εγκυκλοπαίδειες και επιθεωρήσεις. Ίσως από εκεί άρχισε να αγαπά τόσο πολύ τον κύκλο, που «είναι ταυτόχρονα σταθερός και ασταθής», «σκληρός και μαλακός», «μια μοναδική ένταση που κουβαλάει μέσα της αμέτρητες εντάσεις». Τον αγάπησε τόσο πολύ, ώστε εκτόπισε από την πρώτη θέση της φαντασίας του το έμβλημα της ρωσικής του νιότης, το άλογο.

Είναι αλήθεια ότι η ζωή του καλλιτέχνη ακολούθησε μια κυκλική μορφή: γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1866 και πέθανε τον ίδιο μήνα του 1944. Εμπνεόμενη ίσως από το ότι πάλι Δεκέμβριο έχουμε, η Νάταλι Άνγκιερ των Νιου Γιορκ Τάιμς θέλησε να τιμήσει τον Καντίνσκι υμνώντας τον κύκλο και τη σφαίρα. Ο ήλιος είναι μια γιγαντιαία σχεδόν τέλεια σφαίρα που ακτινοβολεί ενέργεια, γύρω από την οποία κινούνται σε τροχιά στρογγυλοί πλανήτες. Στρογγυλός σαν γυάλινος βόλος είναι ο βολβός του ματιού, όπως βέβαια και το γυναικείο στήθος με τη ρώγα του. Τα ωάρια τόσο του ανθρώπου όσο και των άλλων ειδών δεν έχουν καθόλου σχήμα αυγού: είναι σφαιρικά, κι άμα δεις τα ανθρώπινα ωάρια στο μικροσκόπιο μοιάζουν με ήρεμους ήλιους που έχουν πίσω τους στεφάνες του Καντίνσκι.

«Η σφαίρα είναι ο πιο συμπαγής τρόπος για να πάρει μορφή ένα αντικείμενο», λέει ο Ντένις Ντάτον, ένας θεωρητικός της εξέλιξης στο Πανεπιστήμιο του Καντέρμπερι. Όταν οι σταγόνες της βροχής γεννιούνται στα σύννεφα δεν έχουν απιοειδή μορφή όπως τα δάκρυα στα κόμικς, αλλά θυμίζουν περισσότερο υγρές υδρογείους. Μόνο την ώρα που πέφτουν χάνουν τη συμμετρία τους, με το κάτω μέρος να γίνεται πιο επίπεδο ενώ η κορυφή παραμένει στρογγυλή. Άλλες φορές η στρογγυλότητα είναι απλώς θέμα Φυσικής. «Το σχήμα οποιουδήποτε αντικειμένου προκύπτει από την ισορροπία μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων», τονίζει ο Λάρι Λίμποβιτς από το Αtlantic University της Φλόριντας. «Ένα αντικείμενο είναι στρογγυλό όταν αυτές οι δυνάμεις είναι ισοτροπικές, δηλαδή το αποτέλεσμά τους είναι το ίδιο σε όλες τις κατευθύνσεις».

Η σφαίρα είναι επίσης σκληρή. Αν θέλει κάποιος να κατασκευάσει μια δεξαμενή χρησιμοποιώντας τα ελάχιστα δυνατά υλικά, πρέπει να την κάνει σφαιρική. Αυτός είναι και ο λόγος που όταν μαγειρεύουμε ένα λουκάνικο Φρανκφούρτης, σκίζεται πάντα κατά μήκος. Το καμπύλο μέρος έχει την αντοχή μιας σφαίρας, ενώ ο άξονας ενός παραλληλεπιπέδου. Ο ανταγωνισμός είναι άνισος.

Άγνωστο αν ο Καντίνσκι είχε όλα αυτά στο μυαλό του. Για κείνον, παρατηρεί η επιμελήτρια της έκθεσης Τρέισι Μπάσκοφ, ο κύκλος ήταν πάνω απ΄ όλα μέρος μιας «γλώσσας του σύμπαντος».

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Πολ Βαλερί - Σκέψεις και Αφορισμοί

Ο κυκλώνας μπορεί να ισοπεδώσει μια πόλη, αλλά δεν μπορεί ν' ανοίξει ένα γράμμα ή να λύσει τον κόμπο αυτόν.

Η δημιουργία εμπεριέχει τη ρήξη. στην απαρχή του κόσμου, δύο πράξεις, αυτή του δημιουργού, κι εκείνη του δημιουργήματος ο ένας εγκαθιδρύει το Νόμο, ο άλλος...την ελευθερία.

Η συνείδηση απεχθάνεται το κενό.

Το Εγώ αποφεύγει κάθε δημιούργημα. Οπισθοδρομεί από άρνηση σε άρνηση. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "Σύμπαν" το σύνολο των πραγμάτων στα οποία το Εγώ αρνείται ν' αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Τα ωραία τέκνα είναι τέκνα της μορφής τους, η οποία γεννιέται πριν από αυτά.

Ορισμένα έργα δημιουργούνται για το κοινό τους. ορισμένα άλλα δημιουργούν το δικό τους κοινό.

Το παρακάναμε περιορίζοντας τη γνώση της γλώσσας στην απλή μνήμη. Το να καθίσταται η ορθογραφία σημάδι κουλτούρας είναι σημείο των καιρών και δείγμα ανοησίας.

Οι εντυπώσεις ενός πιθήκου θα είχαν μεγάλη λογοτεχνική αξία  σήμερα . Κι αν ο πίθηκος τις υπέγραφε με ανθρώπινο όνομα, θα τον περνούσαν για ιδιοφυΐα

Οι μεγάλοι άνδρες πεθαίνουν δύο φορές, μια φορα ώς άνδρες και μια φορά ως μεγάλοι.

Δεν υπάρχει αλήθεια χωρίς πάθος, χωρίς λάθος. Θέλω να πώ, κατακτά κανείς την αλήθεια μόνο παθιασμένα.

Ο αριθμός των εχθρών μας αυξάνεται στο βαθμό που αυξάνεται η σπουδαιότητα μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αριθμό των φίλων μας.

Ό,τι είναι ωραίο, ηρωικό, μεγαλόπρεπο, είναι κατ' ουσίαν σκοτεινό, ακατανόητο. Ό,τι είναι μεγάλο πρέπει να είναι απρόσμενο.

Το ελεύθερο πνευμα απεχθάνεται τον ανταγωνισμό.
παίρνει το μέρος του αντιπάλου του.

Ο ειλικρινής φίλος
ποιός θα τολμήσει να πει στο φίλο του: σε είχα εντελώς ξεχάσει.

Το εναργές πνεύμα δίνει στους άλλους να καταλάβουν ο,τι αυτό δεν καταλαβαίνει

Οι ανόητοι θεωρούν ότι το ν' αστειεύεσαι σημαίνει πως δεν είσαι σοβαρός κι ότι ένα παιχνίδι με τις λέξεις δεν αποτελεί απάντηση. Που οφείλεται αυτή τους η πεποίθηση;
Στο γεγονός ότι τους συμφέρει να είναι έτσι τα πράγματα. είναι ζήτημα υψηλής σημασίας, απ' αυτό εξαρτάται η οντότητα τους.

Αγάπη σημαίνει να αισθάνεσαι πως παρά τη θέληση σου παραχώρησες στον άλλο ό,τι ήταν μόνο για σένα.

Κάνε ό,τι θέλεις αν μπορείς να το υποστείς επ' άπειρο.

Είναι αδύνατο να κατανοείς και να τιμωρείς ταυτόχρονα.

Πρέπει να είναι κανείς ελαφρός σαν πουλί και όχι σαν φτερό..

σκόρπια αποσπάσματα από το βιβλίο του Πολ Βαλερί, Σκέψεις και Αφορισμοί

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Εφιάλτης..

Ο Τσόµσκι ανησυχεί για την άνοδο της ακροδεξιάς στις Ηνωµένες Πολιτείες. Αλλά εµείς αντιµετωπίζουµε το αντίστοιχο φαινόµενο στην Ευρώπη µάλλον µε απάθεια.

Στις ευρωεκλογές του 2009, η ακροδεξιά απέσπασε για πρώτη φορά διψήφιο ποσοστό σε οκτώ χώρες: την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, τη Δανία, τη Φινλανδία, την Ουγγαρία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Αλλά το γεγονός αυτό πέρασε σε δεύτερη µοίρα, καθώς ακόµη µεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσε η αδυναµία της σοσιαλδηµοκρατίας να επωφεληθεί από τη χρηµατοπιστωτική κρίση για να αυξήσει τη δύναµή της. Υστερα ήλθαν οι περιφερειακές εκλογές στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου τα εξτρεµιστικά κόµµατα της Δεξιάς έδειξαν για άλλη µία φορά ότι αποτελούν µια υπολογίσιµη δύναµη. Στις βουλευτικές εκλογές που πραγµατοποιήθηκαν στην Ουγγαρία, το νεοναζιστικό Jobbik άγγιξε το 17%, έναντι µόλις 2% που είχε αποσπάσει πριν από τέσσερα χρόνια. Και στις χθεσινές προεδρικές εκλογές στην Αυστρία, η πρόεδρος του ξενόφοβου Κόµµατος της Ελευθερίας Μπάρµπαρα Ρόζενκραντς κατέκτησε τη δεύτερη θέση…

«Ναι, πολλοί Εβραίοι που ζουν εδώ φοβούνται», λέει στο περιοδικό Μarianne η Εβα Γκαµπόρ, µια νεαρή γυναίκα που εργάζεται στο Εβραϊκό Μουσείο της Βουδαπέστης. «Κι όλοι έχουν στο βάθος του µυαλού τους ένα σχέδιο: πώς θα φύγουν αν χρειαστεί, και σε ποια χώρα θα εγκατασταθούν». Οι Εβραίοι, οι Τσιγγάνοι, και πάνω απ’ όλα οι µετανάστες, αυτοί είναι οι ιδανικοί εχθροί εν µέσω µιας κρίσης που χαρακτηρίζεται από εκµετάλλευση, ανταγωνισµό και απώλεια παραδοσιακών σηµείων αναφοράς. Μιας κρίσης που δεν αφήνει αλώβητες ούτε χώρες οι οποίες αποτελούσαν κάποτε σύµβολα ανεκτικότητας, όπως είναι η Δανία και η Σουηδία.

Κι όµως, η µετανάστευση δεν έχει πραγµατικά φτάσει σε ανησυχητικά επίπεδα. «Με 19 εκατοµµύρια νόµιµους µετανάστες από τρίτες χώρες και άλλα 8 εκατοµµύρια παράνοµους, σε σύνολο 500 εκατοµµυρίων κατοίκων, η συµβολή των µεταναστών είναι αναγκαία τόσο σε οικονοµικό όσο και σε πνευµατικό επίπεδο», επισηµαίνει ο (χριστιανοδηµοκράτης) Ζαν-Ντοµινίκ Τζουλιάνι, πρόεδρος του Ιδρύµατος Ροµπέρ Σουµάν. Αλλά οι ευρωπαίοι ηγέτες αδυνατούν να εξηγήσουν την πτυχή αυτή στους πολίτες τους και να αναλάβουν µια συλλογική δράση. Είναι λογικό λοιπόν να εκµεταλλεύονται αυτό το κενό οι λαϊκιστές, οι ρατσιστές και οι δηµαγωγοί - στους οποίους δεν περιλαµβάνονται µόνο οι κλασικοί ακροδεξιοί, αλλά και πολιτικοί σαν τον Μπόσι και τον Μπερλουσκόνι.

Ο Νόαµ Τσόµσκι φοβάται ότι η δυσαρέσκεια για το κοινοβουλευτικό σύστηµα στις Ηνωµένες Πολιτείες µπορεί να οδηγήσει σε πολύ επικίνδυνα φαινόµενα. «Οι παραλληλισµοί µε τη Δηµοκρατία της Βαϊµάρης είναι εντυπωσιακοί», δήλωσε σε µια συνέντευξή του στο ιντερνετικό περιοδικό Τruthdig. Αραγε, πόσοι Ευρωπαίοι µπορούν να εξηγήσουν σήµερα τι ακριβώς σηµαίνει αυτή η φράση;

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Μια μορφή κακοποίησης

Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης; «Μισογύνης, ομοφοβικός, ρατσιστής, βρεφοκτόνος, γενοκτόνος, εκδικητικός, τεκνοκτόνος, μεγαλομανής, σαδομαζοχιστής, ένας κακεντρεχής τύραννος».

Ο Ρίτσαρντ Ντώκινς ψηφίστηκε πρόσφατα από το περιοδικό Prospect ένας από τους τρεις κορυφαίους διανοούμενους της εποχής μας, μαζί με τον Ουμπέρτο Έκο και τον Νόαμ Τσόμσκι. Και οι παραπάνω χαρακτηρισμοί είναι από τους πιο ανώδυνους που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του, το οποίο κυκλοφόρησε στη Βρετανία με τον τίτλο «Η απάτη του Θεού» (εκδ. Bantam). Την ώρα που ο θρησκευτικός φανατισμός ανεβαίνει σε όλο τον κόσμο, και στα αμερικανικά σχολεία αρχίζουν να διδάσκουν τον «ευφυή σχεδιασμό» του κόσμου παράλληλα με τον Δαρβινισμό, ο συγγραφέας επιτίθεται στον Θεό σε όλες τις μορφές του, από τον τύραννο της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τον Ουράνιο Παντοκράτορα που υμνούν ορισμένοι διανοητές του Διαφωτισμού. Η θρησκεία - τονίζει - προκαλεί πολέμους, ενισχύει τη μισαλλοδοξία και ασκεί κακή επιρροή στα παιδιά, τα οποία είναι «προγραμματισμένα» να πιστεύουν αυτά που τους λένε οι γονείς τους. Τότε γιατί δεν έχει πέσει κι αυτή ακόμη θύμα της φυσικής επιλογής;

Στην ανθρώπινη ιστορία, σημειώνει ο Ντώκινς, έχουν αναφερθεί τέσσερις βασικές λειτουργίες τις οποίες εκπληρώνει η θρησκεία: εξήγηση, παραίνεση, παρηγοριά και έμπνευση. Καμιά από αυτές τις λειτουργίες δεν έχει ποτέ τεκμηριωθεί. Η θρησκεία δεν έχει παράσχει καμιά ικανοποιητική εξήγηση για οτιδήποτε. Δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση μια θεμιτή πηγή ηθικής: αν ήταν έτσι, οι Εβραίοι θα εξακολουθούσαν να εκτελούν όσους εργάζονται το Σάββατο. Η πραγματική πηγή της ηθικής είναι ένας συνδυασμός γενετικών ενστίκτων και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Όσο για την παρηγοριά και την έμπνευση, είναι αλήθεια ότι σε αρκετούς ανθρώπους αποτελούν ευεργετικές επιπτώσεις της θρησκείας. Θα μπορούσαν όμως θαυμάσια να απορρέουν και από άλλα πράγματα, όπως για παράδειγμα οι ανακαλύψεις της φυσικής. (Στο σημείο αυτό, σχολιάζει ο Εκόνομιστ, ο συγγραφέας δεν είναι πολύ πειστικός: λίγοι άνθρωποι θα βρουν στην κβαντική φυσική την ίδια παρηγοριά που βρίσκουν στη σκέψη πως όταν πεθάνουν θα συναντήσουν στον Παράδεισο τα αγαπημένα τους πρόσωπα που πέθαναν πριν απ' αυτούς).

Ο Ντώκινς δεν αρκείται στην ανάλυση. Προτείνει κι ένα σχέδιο δράσης, που αποτελείται από δύο σκέλη. Πρώτον, πρέπει να σταματήσει η θρησκευτική ανατροφή των παιδιών, που αποτελεί μια μορφή κακοποίησης. Πώς είναι δυνατόν να ακούμε αδιαμαρτύρητα ότι ένα παιδί είναι καθολικός ή μουσουλμάνος, ότι δηλαδή πριν ακόμη ωριμάσει έχει δική του άποψη για τη μετουσίωση ή τον ιερό πόλεμο; Το δεύτερο σκέλος έχει να κάνει με την κινητοποίηση των αθέων, οι οποίοι βρίσκονται σήμερα στην ίδια κατάσταση που βρίσκονταν πριν από 50 χρόνια οι ομοφυλόφιλοι. Όταν οι άθεοι οργανωθούν και αποκτήσουν την επιρροή που έχουν σήμερα οι χριστιανοί συντηρητικοί, ο κόσμος μας θα γίνει πολύ καλύτερος.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Θέλω να μείνω μόνος..

Στα «Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή», ο Ρίλκε προειδοποιεί τον στρατιώτη και επίδοξο ποιητή Φραντς Κάπους ότι πρέπει να αποφεύγει το δευτερογενές υλικό. «Τα έργα τέχνης», γράφει, «έχουν μια απέραντη μοναξιά, και ο χειρότερος τρόπος να τα προσεγγίσει κανείς είναι με την κριτική». Ο Ρίλκε πίστευε ακόμα ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να μένει μόνος για μεγάλα χρονικά διαστήματα προκειμένου να μπορεί να δημιουργήσει. Στο γράμμα υπ' αριθμόν 8 μιλά για τα οφέλη που έχει η θλίψη, αλλά μόνο η θλίψη που συνοδεύει τη μοναξιά και την αυτοσυγκέντρωση. «Η μόνη θλίψη που είναι κακή και επικίνδυνη», τονίζει, «είναι αυτή που κουβαλά κανείς μαζί του όταν συναντά ανθρώπους με σκοπό να την πνίξει».

Η μοναξιά ήταν ανέκαθεν δύσκολο πράγμα. Στο βιβλίο «Νοστρόμο» (1904) του Τζόζεφ Κόνραντ, ο ήρωας μένει μόνος με ένα βουνό από ασήμι σε ένα έρημο νησί. Όταν διαπιστώνει ότι η πραγματικότητα είναι μια «ακολουθία ακατανόητων εικόνων», αποφασίζει να μην περιμένει βοήθεια και να αφαιρέσει τη ζωή του. Έναν αιώνα αργότερα, ο άνθρωπος - και ιδίως ο άνθρωπος της Δύσης - δεν έχει καταφέρει ακόμη να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Η πρόοδος της τεχνολογίας, τα κινητά, το Internet, τα blogs προσφέρουν την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση της συντροφιάς, της παρέας, της κοινότητας. Ένας δημοσιογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ο Χάρυ Έιρις, αποφάσισε το περασμένο καλοκαίρι ότι είχε ανακατέψει αρκετά τη ζωή του και χρειαζόταν χρόνο για να σκεφτεί. Ακολούθησε, λοιπόν, τη συμβουλή ενός φίλου και πήγε για πεζοπορία στο Πάπιγκο. Το τοπίο στο οποίο βρέθηκε ήταν τόσο όμορφο, το φως ήταν τόσο εκτυφλωτικό, που αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να το αντέξει. Δεν μπορούσε να περπατήσει και δεν μπορούσε να μείνει στο δωμάτιό του. Με άλλα λόγια, του ήταν αδύνατο να μείνει μόνος.

Η λύτρωση ήλθε ένα απόγευμα που ο δημοσιογράφος το πέρασε με τον ιδιοκτήτη του ξενώνα, τη γυναίκα του και μια νυσταλέα γάτα, ακούγοντας Σοπέν. Κατάλαβε τότε ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν ένα είδος κοινωνικής ηρεμίας. Σε τελευταία ανάλυση, κανείς δεν μπορεί να αντέξει την απομόνωση για καιρό, είτε είναι η απομόνωση της φυλακής είτε του μοναστηριού. Μερικές ημέρες μετά το απόγευμα εκείνο, αισθάνθηκε έτοιμος να βγει στη ζωή. Ξάπλωσε σ' ένα λιβάδι με θέα τον Σμόλικα, παρατήρησε τις πορτοκαλογάλαζες πεταλούδες, άκουσε τα κουφαηδόνια, ένιωσε τη συντροφιά της φύσης και αισθάνθηκε, προς στιγμήν έστω, ευτυχισμένος.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ματαιόδοξη,επιπόλαιη και ρηχή

H Ισπανία είναι μια πολύ συμπαθής χώρα. Οι κάτοικοί της είναι εφευρετικοί, φιλελεύθεροι, καλόκαρδοι, όπως και αρκετά εγωιστές. Δουλεύουν πολύ, ξέρουν να γλεντάνε, συμφωνούν με τους γάμους των ομοφυλοφίλων και εκτιμούν τη βασιλική τους οικογένεια λίγο περισσότερο απ' ό,τι της αξίζει. Όταν όμως βρίσκονται αντιμέτωποι με το θέμα του φρανκισμού, καταλαμβάνονται από μια εμφανή αμηχανία. Οι νεώτεροι δεν πολυκαταλαβαίνουν, και δεν πολυνοιάζονται. Οι μεγαλύτεροι δεν ξέρουν πώς να το χειριστούν. Κι όταν ένας στρατηγός προτείνει να σταλεί ο στρατός στην Καταλωνία για να αποτρέψει τον διαμελισμό της χώρας, όλοι αναρωτιούνται από πού ξεφύτρωσε, ποιοι τον έβαλαν, πού το πάει.

Αντίθετα με αυτό που συνέβη μετά τον πόλεμο στη Γαλλία, την Ιταλία ή τη Γερμανία, γράφει στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ ο Ισπανός συγγραφέας Χαβιέρ Μαρίας, η Ισπανία δεν γνώρισε ποτέ ένα αίσθημα εθνικής ντροπής για τη δικτατορία της. Δεν χώνεψε ποτέ ότι ο φρανκισμός ήταν κάτι κακό, που πρέπει να καταδικαστεί. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι ενώ στις άλλες χώρες όλα τελείωσαν το 1945, με μια «απελευθέρωση», εδώ η δικτατορία συνεχίστηκε για άλλα τριάντα χρόνια. Ο Φράνκο πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 1975 στο κρεβάτι του, με όλες τις εξουσίες να βρίσκονται στα χέρια του ίδιου και των συνεργατών του. Αν ο βασιλιάς δεν είχε δημοκρατικές πεποιθήσεις, η δικτατορία μπορεί να συνεχιζόταν. Αν οι Ισπανοί προσπαθούσαν τα επόμενα χρόνια να δικάσουν τους πρωτεργάτες της δικτατορίας, είναι πολύ πιθανό η προσπάθειά τους αυτή να πνιγόταν στο αίμα.

Αυτό που όλοι προσπαθούν να ξεχάσουν - σημειώνει ο Χαβιέρ Μαρίας - είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της ισπανικής κοινωνίας, της Καταλωνίας και της Χώρας των Βάσκων συμπεριλαμβανομένων, συνεργάστηκε με αυτό το παράνομο καθεστώς, από το 1939 μέχρι την πτώση του. Το φρανκικό πνεύμα ίσως να έχει λοιπόν εισχωρήσει στην κοινωνία βαθύτερα απ' ό,τι νομίζουμε. Έχει εισχωρήσει στην Αριστερά, που δεν υπήρξε παρά ελάχιστα δημοκρατική, καθώς και στους εθνικισμούς, που δεν είναι καθόλου δημοκρατικοί (ιδίως ο βασκικός). Διαπνέει πάντα τη Δεξιά και την Καθολική Εκκλησία. Ποιος δεν θυμάται τι έγινε τη νύχτα της 17ης Μαρτίου του 2005, όταν αποκαθηλώθηκε το τελευταίο άγαλμα του Φράνκο από τη Μαδρίτη; Δεν διαμαρτυρήθηκαν μόνο οι εξτρεμιστές της Δεξιάς, αλλά και το Λαϊκό Κόμμα, που κυβερνούσε για οκτώ χρόνια, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου (με εξαίρεση την Ελ Παΐς). Υπάρχει λοιπόν στην Ισπανία ένας ισχυρός κοινωνιολογικός, και όχι πολιτικός, φρανκισμός. Και αυτό είναι σοβαρό.

Μην έχετε καμιά αμφιβολία, καταλήγει ο συγγραφέας του «Αιώνα» και του «Αισθηματικού Άνδρα»: η Ισπανία είναι μια χώρα ματαιόδοξη, επιπόλαιη και ρηχή, τόσο πολιτικά όσο και ηθικά. Κάπως οικεία ακούγονται όλα αυτά. Μήπως γι' αυτό την αγαπάμε τόσο;

Όλες τις πόρτες ανοιχτές..

O Σιανγκ Γιου ήταν ένας Κινέζος στρατηγός τον τρίτο αιώνα π.Χ. που διέσχισε με τους στρατιώτες του τον ποταμό Γιανγκτζέ και εισέβαλε σε εχθρικά εδάφη. Για να αποκλείσει οποιαδήποτε περίπτωση υποχώρησης, προχώρησε τότε σε μια κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση πολλών στρατιωτών: κατέστρεψε τις καραβάνες τους και έκαψε τα πλοία με τα οποία είχαν φτάσει. Οι στρατιώτες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν και να νικήσουν. Και ο στρατηγός τους δικαιώθηκε.

Η επιλογή του Σιανγκ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «απρόβλεπτα ορθολογική», γράφουν οι Νιου Γιορκ Τάιμς. Η στάση των περισσότερων ανθρώπων, αντίθετα, είναι «προβλέψιμα ανορθολογική»: αυτός είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Αμερικανού καθηγητή Νταν Αριέλι, ο οποίος προσπαθεί να καταλάβει γιατί διστάζουμε να περιορίζουμε τις εναλλακτικές μας λύσεις, γιατί φοβόμαστε να κλείνουμε πόρτες. Το καινούργιο μας κινητό έχει μια δυνατότητα που αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε ποτέ αφού δεν ξέρουμε καν πώς λειτουργεί- κι όμως πειστήκαμε να πληρώσουμε επιπλέον για να την αποκτήσουμε. Εκείνος ο παλιός γνωστός μάς έχει ταράξει στα τηλέφωνα, αλλά δεν μας πάει να του πούμε ότι μας ενοχλεί. Η μικρή έχει εξαντληθεί από τα μαθήματα μπαλέτου, γαλλικών και πιάνου που κάνει μετά το σχολείο, αλλά δεν δεχόμαστε να σταματήσει κάτι απ΄αυτά μήπως και της χρειαστεί στο μέλλον. Όλες οι επιλογές πρέπει να είναι ανοιχτές, κι όσο περισσότερες είναι τόσο το καλύτερο.

Ο Αριέλι, που διδάσκει οικονομία της συμπεριφοράς στο ΜΙΤ, έβαλε τους φοιτητές του να παίξουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι (tierneylab. blogs. nytimes. com), όπου ανοίγεις πόρτες και κερδίζεις χρήματα. Κάθε φορά που μπαίνεις σε ένα καινούργιο δωμάτιο, κάποιες πόρτες ανοίγουν και κάποιες κλείνουν. Η καλύτερη στρατηγική είναι να αγνοείς τις πόρτες που κλείνουν, να ελέγχεις γρήγορα τις επιλογές που έχεις και να καταλήγεις στην πιο προσοδοφόρα. Ακόμα κι όταν οι φοιτητές έμαθαν καλά το παιχνίδι, όμως, επέμεναν να ξανανοίγουν πόρτες που είχαν κλείσει, με αποτέλεσμα να χάνουν χρόνο και χρήμα. Ήθελαν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες πόρτες ανοιχτές. Δεν τους ένοιαζε το μακροπρόθεσμο κέρδος: ο πόνος από το κλείσιμο μιας πόρτας ήταν αφόρητος.

«Πολλοί από μας δουλεύουμε περισσότερο απ΄ όσο χρειάζεται χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι χάνουμε τα παιδικά χρόνια των παιδιών μας», γράφει ο Αριέλι. «Μερικές φορές οι πόρτες κλείνουν σιγά σιγά και δεν καταλαβαίνουμε για πότε εξαφανίζονται». Υπάρχει λύση; Ο Αμερικανός καθηγητής προτείνει φάρμακα όπως ο γάμος, όπου κλείνεις πόρτες και ανακοινώνεις και στους άλλους ότι έκλεισες πόρτες. Για όσους δεν πείθονται από τέτοιες μεθόδους, και τους εκφράζει περισσότερο εκείνο το σπαρακτικό «Did you ever go clear?» του Λέοναρντ Κόεν, υπάρχει βέβαια πάντα το παράδειγμα του Κινέζου στρατηγού.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Ατομισμός..

Οι δύο μεγάλες σχολές σκέψης του εικοστού αιώνα ήταν ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός. Αλλά τώρα έχουμε περάσει σε ένα νέο στάδιο, η κοινωνική πραγματικότητα έχει αλλάξει.

Τα δύο αυτά ρεύματα, λέει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Αλαίν Τουραίν σε συνέντευξή του στην Ελ Παΐς, αποτελούσαν δύο τρόπους αντίληψης του συστήματος, δύο αντιπάλους με αρκετά κοινά σημεία όπως η πίστη στον εκβιομηχανισμό και η ιδέα της προόδου. Ο εκβιομηχανισμός δεν βρίσκεται όμως πια στο κέντρο της κοινωνίας. Ταυτοχρόνως, έχουμε περάσει από το κοινωνικό στο πολιτιστικό, όπως ακριβώς κατά τον 19ο αιώνα είχαμε περάσει από το πολιτικό στο κοινωνικό. Τα μεγάλα προβλήματα της σημερινής εποχής είναι τα δικαιώματα των γυναικών, η πολιτιστική διαφορετικότητα, η οικολογία. Εξέχων μελετητής των κοινωνικών κινημάτων, με έμφαση στη Γαλλία και τη Λατινική Αμερική, ο 84χρονος Τουραίν βλέπει σε αυτές τις νέες τάσεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά χαρακτηριστικά. Πολιτιστικό χαρακτήρα- τονίζει- έχουν τόσο τα δημιουργικά όσο και τα καταστροφικά κινήματα της εποχής μας. Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως τρόπο ρήξης με το σύστημα κυριαρχίας από το οποίο υπέφερε πάντα ο αραβικός κόσμος. Το πρόβλημα όμως είναι ότι σε αυτές τις κοινωνίες (και όχι μόνο σε αυτές, προσθέτουμε εμείς) δεν έχει υπάρξει διαχωρισμός μεταξύ θρησκείας και κράτους. Και στο βάθος κάθε θρησκείας, στην ίδια την έννοια του ιερού, υπάρχει μια ολοκληρωτική πλευρά.

Ως αντίβαρο στον πειρασμό του ολοκληρωτισμού, ο Τουραίν προτείνει την έννοια της συνείδησης του πολίτη, που αποτελεί τη θεμελιώδη έκφραση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού μπορεί κάποιος να πει ότι θέλει να διατηρήσει την πολιτιστική, θρησκευτική ή γλωσσική του ταυτότητα υπό τον όρο να το κάνει στους κόλπους μιας κοινωνίας που δεν είναι μόνο το άθροισμα διαφορετικών ταυτοτήτων, αλλά ταυτοτήτων με κοινά οικουμενικά γνωρίσματα. Στο όνομα αυτής της συνείδησης απαγορεύτηκε η ισλαμική μαντίλα στα δημόσια σχολεία της Γαλλίας. Και θα προταθεί σήμερα η απαγόρευση της μπούρκας σε όλους τους δημόσιους χώρους της χώρας- αλλά όχι και στους δρόμους.

Το κλειδί της νέας σκέψης για την κοινωνία που προτείνει όμως ο Τουραίν είναι η εξής διαπίστωση: απέναντι σε μια κοινωνία που καταστρέφεται από την παγκοσμιοποίηση και την ανεξέλεγκτη οικονομία βρίσκεται η στάση των ανθρώπων, των ομάδων, των λαών, που διακηρύσσουν ότι το ανθρώπινο ον ορίζεται από το δικαίωμά του να έχει δικαιώματα. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Ινδία και το Μεξικό, οι πολίτες ζητούν το ίδιο πράγμα: να τους σέβονται και να μην τους εξευτελίζουν. Ο νέος αυτός ατομισμός, που δεν έχει καμιά σχέση με τον ατομισμό που προτείνει η καταναλωτική κοινωνία, στηρίζεται στη συνείδηση του πολίτη. Αν η Αριστερά θέλει να αναγεννηθεί, αυτόν τον ατομισμό πρέπει να κάνει σημαία της.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Opus Dei.. ένα ιδιαίτερο καθεστώς

Το Opus Dei ιδρύθηκε το 1928 από τον καθολικό ιερωμένο Χοσεμαρία Εσκριβά ντε Μπαλαγκουέρ (1902-1975). Σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από διάφορες διαθέσιμες πηγές, (την υπηρεσία επικοινωνίας της οργάνωσης, Πεπραγμένα της Αγίας Έδρας για το to 2007 διάφορες έρευνες…) διαθέτει περίπου 80.000 μέλη σε ολόκληρο τον κόσμο, με σταθερή παρουσία σε 64 χώρες. Το μεγαλύτερο μέρος των μελών του βρίσκεται συγκεντρωμένο στις ισπανόφωνες χώρες : 30.000 στην Ισπανία, 5.000 στο Μεξικό, 2.000 στο Περού, 2.000 στη Βενεζουέλα και στην Αργεντινή, 1.500 στη Κολομβία, κλπ. Στην Ιταλία υπάρχουν περίπου 5.000 μέλη, στις Ηνωμένες Πολιτείες 3.000, στις Φιλιππίνες 3.000, στη Γαλλία 1.600 (προσθέτοντας και τους « συνεργαζόμενους » οι οποίοι δεν είναι άμεσα μέλη). Σε ορισμένες χώρες υπάρχουν μονάχα μερικές δεκάδες. Η τελευταία χώρα όπου εγκαταστάθηκε επισήμως το Opus Dei είναι η Ρωσία (αρχές του 2007).
Πρόκειται για την μοναδική καθολική οργάνωση που απολαμβάνει –από το 1982- ένα ιδιότυπο καθεστώς που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με « προσωπική αρχιμανδριτεία ». Αυτό το εξαιρετικά ευέλικτο καθεστώς, στο οποίο είχε γίνει μια σύντομη αναφορά σε ένα από τα διατάγματα της Β’ Συνόδου του Βατικανού, εντάχθηκε το 1983 στον Κώδικα του Κανονικού δικαίου που ισχύει σήμερα, κυρίως χάρη στην πείσμονα επιμονή των νομομαθών του Opus Dei. Με τη μετατροπή της οργάνωσης σε « προσωπική αρχιμανδριτεία » εξουδετερώθηκαν οι κριτικές των αντιπάλων της οι οποίοι της προσήπταν την ασαφή φύση της σε σχέση με τις συνήθεις κατηγορίες όπου θα έπρεπε να ενταχθεί σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας.
Πράγματι, από το 1950, το Opus Dei διέπεται από το καθεστώς του Κανονικού Δικαίου που ισχύει για τα « κοσμικά ινστιτούτα » του Ποντιφικικού Δικαίου, με αποτέλεσμα να ανήκει στη δικαιοδοσία της Επιτροπής Καρδιναλίων (Υπουργείου) για τους Ιερωμένους. Όμως, το Βατικανό δεν έπαυε να υπενθυμίζει, με ένα διάταγμα που εκδόθηκε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, την απαγόρευση που ίσχυε για τους ιερωμένους και για τα μέλη ορισμένων οργανώσεων (μεταξύ των οποίων και τα μέλη των κοσμικών ινστιτούτων) να ασκούν ορισμένες κοσμικές δραστηριότητες όπως για παράδειγμα επαγγέλματα επ’ αμοιβή Έτσι, το Opus Dei, του οποίου ο επίσημος λόγος ύπαρξης είναι να βοηθήσει τα μέλη του να φτάσουν στην αγιότητα μέσα από το επάγγελμα το οποίο ασκούν, βρισκόταν σε αντίθεση με τους κανόνες της Εκκλησίας. Σε αυτό το λόγο οφειλόταν μια κάποια δυσφορία, η οποία ωθούσε αυτήν την οργάνωση που χαρακτηρίζεται από ακραία αυστηρότητα να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση στη δράση της και να αποφεύγει την πολεμική. Η σύνεση αυτή έπαψε να έχει λόγο ύπαρξης μετά το 1982. Από τη στιγμή που μετατράπηκε σε προσωπική αρχιμανδριτεία, το Opus Dei δεν εξαρτάται πλέον από την Επιτροπή Καρδιναλίων για τους Ιερωμένους, αλλά από την Επιτροπή Καρδιναλίων για τους Επισκόπους (άλλο υπουργείο του Βατικανού). Μπορεί δε να οργανωθεί με πολύ πιο ελεύθερο τρόπο και η νομική του ταυτότητα είναι ταυτόχρονα πιο εδραιωμένη και πιο ενδεδειγμένη για την αποστολή του. Όσον αφορά την επικοινωνιακή προβολή της οργάνωσης, το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής είναι σε μεγάλο βαθμό θετικό : σύμφωνα με τον Χουάν Μανουέλ Μορά, διευθυντή επικοινωνίας της οργάνωσης την περίοδο 1991-2006 « όταν πριν το 1982 ρωτούσαν τους υπεύθυνους του Opus Dei, αφιέρωναν μεγάλο μέρος της απάντησής τους για να εξηγήσουν τι δεν ήταν η οργάνωση : δεν ήταν ένα μοναχικό τάγμα, ούτε ακριβώς κι ένα κοσμικό ινστιτούτο… Όμως, δεν είναι δυνατόν να οικοδομήσεις μια επικοινωνιακή πολιτική για την ταυτότητά σου, η οποία να βασίζεται στην άρνηση ».

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Πόθος Πάθος Άνθρωπος

Η μοναξιά που είναι μέσα μας. Αυτό το θρόισμα του κάμπου και το άλλο των συννέφων. Ψηλώνεις, το αγγίζεις σχεδόν με τα δάκτυλα, το κρατάς, αλλά άληπτο και χάνεται. Η νύχτα γέννησε ακίνητο το τοπίο. Στη μοναξιά του ο αέρας σκορπίζει τα φύλλα. Και τίποτε απολύτως. Το σπίτι υπάκουσα και ξέχασα τα βήματα. Ξέχασα τα βήματα όταν υπάκουσα στη μνήμη. Πόσο ακίνητο το δικό της τοπίο. Κι έφερα τα χέρια στο πλευρό της καρδιάς. Ν’ ακούσω, είπα, το ασύμμετρο του σφυγμού της. Κράτησα στις φλέβες μου τις διαδρομές και τους τρόπους του. Και το εκρεμμές των παλμών του. Αποθησαύρισα τις μνήμες των απαραμύθητων σταγόνων του. Κανένα υγρό δεν νοσταλγεί την ησυχία και έστρεψα το βλέμμα μου στη θάλασσα. Αυτή που δεν τη βλέπουν τα παράθυρα του διαμερίσματος αλλά που ο πόθος της αφής μοσχοβολά τη τρικυμία της. Κανένα υγρό δεν νοσταλγεί την ησυχία. Το πρώτο κλάμα. Η σύσπαση των ματιών. Η κάθετη κίνηση και η στιλπνή του τροχιά. Κανένα υγρό δεν νοσταλγεί την ησυχία. Γιατί η νοσταλγία είναι η τρικυμία του νου και η μίμηση του έρωτα. Πράγματα ως γνωστόν που υγραίνουν. Το σύννεφο αθέατο νικήθηκε από το μάτι. Η υγρασία του στάλαξε στα παράθυρα. Τους ήχους της βροχής έφερε στο εσωτερικό του διαμερίσματος, εκεί όπου το πρόσωπο μιμείται τις υγρές του κινήσεις. Πρόσωπο που χαράχθηκε πρόωρα και με τα δάκτυλα στην υγρή περιοχή και στους απέραντους λαβυρίνθους της. Δεν έχω άλλο τρόπο. Τα βήματα ξεχάστηκαν σ’ αυτή τη μοναξιά. Μόνο το άδειασμα των λέξεων. Μόνο ο τρόπος να ζεις δια μέσου. Ο τρόπος που οι έρωτες αναδύονται. Πίσω από κάθε λέξη. Γιατί αυτό προστάζει η χημεία του σώματος. Όλα ολόγυρα από τη λέξη. Όπως η λέξη ολόγυρα από το σώμα. Όπως κρατά στα χέρια της το σώμα. Το σώμα που δεν έχει χέρια παρά τη λέξη μόνο για να γράφει. Και ό, τι γράφει, λέξεις είναι. Λέξεις που δεν ηχούν, ούτε σημαίνουν. Γιατί σκοτάδι οι λέξεις. Δοκιμασμένες στην οδύνη της μοναξιάς. Σ’ αυτό το ελάττωμα του εαυτού σου. Το απροσδιόριστο τίποτα. Την ανέκφραστη νοσταλγία. Το κενό που επιβάλλεται υπεράριθμο. Με μια δύναμη που η ύπαρξη ονομάζει ακραία. Με μια δοκιμασία που ορίζεται ως μοναξιά. Ο πόθος όμως, είπες, μεριμνά. Ο πόθος ούτως ή άλλως μεριμνά. Ο πόθος μεριμνά για τη μοναξιά του, για τη φήμη του στην οδύνη. Ο πόθος μεριμνά τη σιωπή του. Όπως μεριμνούν τη σιωπή τους οι λέξεις. Γιατί οι λέξεις είναι η μοναξιά. Το γλωσσικό τους αδιέξοδο. Ο λόγος που συναθροίζεται στον εαυτό του. Όπως ο εραστής με την ιδέα του πόθου και ο πόθος με την ιδέα του εραστή. Γιατί ο εραστής δεν έχει χέρια παρά μόνο για να κρατά τον πόθο, την άναφη ιδέα του δηλαδή. Εκεί όπου διαμελίζεται το σώμα. Γιατί θυμάσαι αυτό που είπαμε, η κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη με τον εχθρό της κι αυτά τα ίχνη που αφήνει η ζωή τα διαγράφουν δύο σκέλη. Το ένα της σάρκας και το άλλο πάλι της σάρκας. Και τα δύο εφήμερα. Καταστρεπτικά από τη στέρηση. Αυτόχειρα στους κύκλους του ενός θανάτου. Όπως οι λέξεις που διαγράφουν τα ίχνη της γραφής. Μετατοπίζοντας τα γεγονότα προς τη σκιά, στην τεχνητή περιοχή του θανάτου που επικαλείται το θάνατο. Εκεί όπου ο πόθος συναντά το δραματικό του αντικείμενο. Γιατί μόνο ό, τι καθρεπτίζεται στη μοναξιά υπάρχει. Και υπάρχει πραγματικά μόνο το είδωλο στα ύδατα της μοναξιάς. Υγρή σκιά αυτή των πραγμάτων. Γιατί το είπαμε, η κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη. Και δεν ξέρεις αν βρίσκεσαι εδώ ή εκεί. Και πάντως βρίσκεσαι εκεί, στα ύδατα. Στην υγρή περιοχή που αντιγράφει τα σχήματα. Στη μοναξιά των πραγμάτων. Στη δική τους υγρασία. Ο πόθος που είναι ανέγγιχτος αλλά πάλι πόθος. Θέλω να σου δηλαδή πως δεν έχεις τίποτε από μένα ν’ ακούσεις. Πως μόνο την αργία των πραγμάτων μπορώ να μεταφέρω. Πως η γλώσσα μόνο το κενό της μπορεί να μιλήσει. Γιατί οι λέξεις είναι άδειες. Γιατί στη μοναξιά όλα είναι άδεια. Όλα υπομένουν το κενό τους, τον χωρισμό τους από τον κόσμο, τη μεγάλη τους στέρηση. Το ανέφικτο ενός τόπου. Αυτό είναι η μοναξιά. Οι γέφυρες που έχασαν την ισορροπία τους και πλέουν σε χίλια κομμάτια. Αναμνήσεις όλα και ίχνη γραφής. Άκου μια ακόμα ιστορία του κύκλου. Ένα βράδυ που δεν ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου, ούτε οι κινήσεις του πάνω ορόφου, άκουσα θορύβους μέσα από τον τοίχο. Ήχους ανθρώπων από κει που δεν είχαν ποτέ ακουστεί. Έβαλα τ’ αυτί μου στην κρύα επιφάνεια κι άκουγα αυτές τις φωνές, μαζί μ’ έναν ξερό βήχα και ύστερα βήματα και έπιπλα να μετακινούνται. Για κάποια στιγμή αισθάνθηκα και τις διαστάσεις που θα μπορούσε να χε το δωμάτιο πίσω από τον τοίχο. Εκεί που ακούγονταν οι φωνές και ο ξερός βήχας ηλικιωμένου άντρα, βήματα και έπιπλα να μετακινούνται. Χωρίς να ξέρω αν αυτοί οι ήχοι αύξαιναν ή λιγόστευαν τη μοναξιά μου. Το μόνο ότι δεν ακούστηκαν ποτέ ξανά από εκείνο το βράδυ. Παράξενο σκέφθηκα. Ούτε βήματα, ούτε φωνές, ούτε σύρσιμο επίπλων, ούτε ο ξερός βήχας του ηλικιωμένου άντρα. Τίποτε. Μόνο τα ίχνη τους στη λευκή μοναξιά του διαμερίσματος. Όπως οι λέξεις στη λευκή επιφάνεια του χαρτιού, που δεν ηχούν, ούτε σημαίνουν. Γιατί είναι άδειες οι λέξεις. Γραφήματα όλα της ζωής. Όπως η μυρωδιά του σώματος και η πειθαρχία του πόθου. Του σωματικού μου πόθου. Του σωματικού σου πόθου. Γιατί ο χρόνος θέλει πάντα να επιβάλλεται στον πόθο, να τον καταργεί. Θέλει καθημερινά να τον δοκιμάζει. Αλλά ο εραστής είναι η ιδέα του. Είναι ανίκητος απέναντι στο χρόνο. Το ποθητό και πένθιμο συνάμα σώμα του και η σωματική ισονομία της ιδέας του και το άχρονο της υπεροχής της. Η υγρασία του υπάρχει και σ’ αυτό το σύννεφο του διαμερίσματος που δεν έχει κανένα υγρό παρά μόνο της νοσταλγίας του παραθύρου και της μνήμης των βημάτων. Γιατί ο τόπος είναι ανέφικτος. Και τα όνειρα για να υπάρξουν χρειάζονται την περιγραφή του. Τη μυρωδιά της επιδερμίδας του. Το υγρό που τον στερεώνει. Την προφανή του αλήθεια. Και επίσης τα όνειρα είναι ψιθυροβόλα. Προϋποθέτουν την έγκυρη γλώσσα του τόπου. Τη σάρκα των εννοιών του. Αλλά στη μοναξιά δεν ισχύουν οι λέξεις. Στη μοναξιά δεν ισχύει τίποτε. Ισχύει μόνο το τέλος, η ακρόαση του τέλους, ποτέ η θέα του. Πώς να σου αφηγηθώ αυτή τη στέρηση, όταν οι λέξεις συγχωρούν το κενό, την απόλυτη σιωπή του κενού, την αιχμηρή του διατύπωση. Το σώμα θρηνεί στην έκταση του είπες. Και ο πόθος της αφής έφερε το άγγιγμα και την ηβώσα του στύση. Έφερε τους ήχους της βροχής και την αντανάκλαση τους στο ασημένιο και γκρίζο των ματιών. Όπου οι ψίθυροι υπογραμμίζουν τις κινήσεις. Αυτές του σώματος και τις άλλες της ψυχής. Υγρές διαδρομές που δεν τελειώνουν. Γιατί το εφήμερο της στύσης ευημερεί στην ιδέα του. και οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Μόνο κινδυνεύουν να πεθάνουν. Ο θάνατος αποζητάει τον τόπο τους. Αλλά οι ιδέες ορίζουνε την ουτοπία, την απόλυτη στέρηση.Όμως το άγγιγμα το σωματικό υπήρξε. Η γλώσσα περιέγραψε το κοίλωμα του στόματος. Και ο πόνος υπολογισμένος. Όπως επίσης και οι ψίθυροι, οι αναστεναγμοί και το τρίξιμο στο κρεβάτι.
Ναι, όλα αυτά υπήρξαν.
Και κάποιες σκέψεις ακόμη για την περίοπτη αφήγηση.
Όλα υπήρξαν!

Αλλά που;

από τα leximata

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Αποχαιρετισμός στις ελευθερίες

Εφόσον είναι γενικά παραδεκτό ότι τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 άνοιξαν μια νέα περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, ας αναρωτηθούμε ποιος άλλος κύκλος έκλεισε με αυτά και ποιες είναι οι συνέπειές τους.

Η εποχή που κλείνει άρχισε στις 9 Νοεμβρίου 1989 με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και με την εξαφάνιση της Σοβιετικής Ένωσης στις 25 Δεκεμβρίου 1991. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της φάσης -η οποία γνώρισε εξάλλου την άνθηση της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης- και τα οποία εκθειάζονται αδιάκοπα υπήρξαν τα εξής : η εξύμνηση του δημοκρατικού καθεστώτος, ο εγκωμιασμός του κράτους δικαίου και η αποθέωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, αυτή η σύγχρονη Τριάδα θεωρήθηκε ως είδος κατηγορικής προσταγής την οποία επικαλούνται συνεχώς.
Αυτή η Τριάδα η οποία δεν στερείται από διφορούμενα (μπορούμε, άραγε, πραγματικά να συμφιλιώσουμε τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση με την πλανητική δημοκρατία ;), υπολόγιζε στην υποστήριξη των πολιτών οι οποίοι έβλεπαν σε αυτή μια πρόοδο του δικαίου ενάντια στη βαρβαρότητα.
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 αποτελεί καθαρή ρήξη. Στο όνομα του « δίκαιου πολέμου » ενάντια στην τρομοκρατία φαίνεται ότι επιτράπηκαν ξαφνικά όλες οι παραβιάσεις.
Κατ’ αρχάς, για να ξεκινήσει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, η Ουάσιγκτον δεν δίστασε να συνάψει συμμαχίες με ηγέτες που μόλις χθες ακόμη αρνιόταν ακόμα και να συναντήσει : ο πραξικοπηματίας Περβέζ Μουσάραφ του Πακιστάν ή ο δικτάτορας του Ουζμπεκιστάν, Ισλάμ Καρίμοφ. Οι κραυγές του νόμιμου πακιστανού προέδρου, Ναουάζ Σαρίφ, και των ουζμπέκων υπερασπιστών των ελευθεριών δεν κατάφεραν να περάσουν τους τοίχους των φυλακών τους...
Και, στα κρυφά, αξίες που μέχρι χθες χαρακτηρίζονταν ως « θεμελιώδεις » εγκαταλείπουν την πολιτική σκηνή, ενώ τα δημοκρατικά κράτη βυθίζονται, από την άποψη του δικαίου, σε μια υποχώρηση.
Μάρτυρας γι’ αυτό είναι η θύελλα των ελευθεροκτόνων μέτρων που υιοθετήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την επομένη των επιθέσεων, τέθηκε σε εφαρμογή μια δικαιοσύνη εκτάκτων μέτρων.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Τζον Άσκροφτ, κατάφερε να υιοθετηθεί ένας αντιτρομοκρατικός νόμος, ο λεγόμενος « πατριωτικός νόμος », ο οποίος επιτρέπει στις αρχές να συλλαμβάνουν υπόπτους και να τους κρατούν για σχεδόν αόριστο χρονικό διάστημα, να τους εκτοπίζουν, να τους φυλακίζουν σε κελιά απομόνωσης, να παρακολουθούν την αλληλογραφία τους, τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις τους, τις επικοινωνίες τους μέσω του Ίντερνετ και να πραγματοποιούν έρευνες στα σπίτια τους χωρίς δικαστική άδεια...
Όχι λιγότεροι από 1.200 ξένοι έχουν συλληφθεί έτσι στα κρυφά, από τους οποίους πάνω από 600 παραμένουν φυλακισμένοι χωρίς δίκη, χωρίς καν να έχουν παρουσιαστεί, αρκετοί από αυτούς, σε δικαστήριο και χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη βοήθεια ενός δικηγόρου. Η κυβέρνηση έχει εξάλλου την πρόθεση να ανακρίνει περίπου 5.000 άτομα, ηλικίας από 16 έως 45 χρόνων, που διαμένουν στη χώρα με τουριστική θεώρηση του διαβατηρίου τους, και οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι για το απλό γεγονός ότι κατάγονται από τη Μέση Ανατολή...
Ενώ τα κανονικά αμερικανικά δικαστήρια θεωρούνται πλήρως αρμόδια , ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους αποφάσισε στις 13 Νοεμβρίου του 2001, να δημιουργήσει στρατιωτικά δικαστήρια, με ειδικές διαδικασίες, για να δικάζουν τους ξένους που κατηγορούνται για τρομοκρατία. Αυτές οι μυστικές δίκες θα μπορούν να γίνονται σε πολεμικά πλοία ή σε στρατιωτικές βάσεις, η ποινή θα απαγγέλλεται από επιτροπή αποτελούμενη από αξιωματικούς, η ομοφωνία δεν θα είναι απαραίτητη για να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος σε θάνατο, δεν θα υπάρχει το δικαίωμα της έφεσης κατά της απόφασης, οι συνομιλίες του κατηγορούμενου με το δικηγόρο του θα μπορούν να παρακολουθούνται κρυφά, η δικαστική διαδικασία θα διατηρηθεί μυστική και οι λεπτομέρειες της δίκης δεν θα δοθούν στη δημοσιότητα παρά έπειτα από δεκαετίες...
Αξιωματούχοι του FBI έφτασαν μέχρι το σημείο να προτείνουν για ορισμένους κατηγορούμενους να εκδοθούν σε φιλικές χώρες, με δικτατορικό καθεστώς, ώστε η τοπική αστυνομία να μπορεί να τους ανακρίνει χρησιμοποιώντας μεθόδους « άγριες και αποτελεσματικές ».
Η προσφυγή στα βασανιστήρια ζητήθηκε ανοιχτά από τις στήλες μεγάλων περιοδικών. Στο κανάλι CNN, ο ρεπουμπλικάνος σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον υπήρξε αρκετά σαφής : « Τα βασανιστήρια δεν είναι καλό πράγμα. Αλλά η τρομοκρατία είναι χειρότερη. Ετσι, σε ορισμένες περιστάσεις, τα βασανιστήρια είναι το μικρότερο κακό ». Ο Στιβ Τσάπμαν, στην εφημερίδα « Chicago Tribune », υπενθύμισε ότι ένα δημοκρατικό κράτος όπως το Ισραήλ δεν διστάζει να εφαρμόζει τα βασανιστήρια στο 85% των παλαιστινίων κρατουμένων...
Ο πρόεδρος Μπους, ακυρώνοντας μια απόφαση του 1974 που απαγόρευε στη CIA να δολοφονεί ξένους ηγέτες, έδωσε στην υπηρεσία αυτή το ελεύθερο για να διεξαγάγει όλες τις απαραίτητες μυστικές επιχειρήσεις για τη φυσική εξόντωση των ηγετών της Αλ Κάιντα. Αψηφώντας τις συστάσεις των συμβάσεων της Γενεύης, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έγινε με το ίδιο πνεύμα : να εξοντωθούν τα μέλη της Αλ Κάιντα, ακόμη και όταν παραδίδονται. Παραμερίζοντας κάθε ιδέα μιας λύσης με διαπραγματεύσεις και κάθε ιδέα παράδοσης, ο αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, εμφανίστηκε άκαμπτος και ζήτησε ξεκάθαρα να σκοτώνονται οι άραβες αιχμάλωτοι που πολεμούσαν μαζί με τους Ταλιμπάν.
Πάνω από τετρακόσιοι από αυτούς σφαγιάστηκαν κατά την εξέγερση στο φρούριο Καλά-ε-Τζάνγκι και ένας αριθμός αναμφίβολα πολύ μεγαλύτερος κατά την κατάληψη της Τόρα Μπόρα.
Η Ουάσιγκτον παραμένει εχθρική στο σχέδιο για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για να μην μπορεί να υπάρξει καμιά δικαστική διαδικασία εναντίον αμερικανών στρατιωτικών για επιχειρήσεις που έχουν διεξαχθεί στο εξωτερικό.
Γι’ αυτό η Γερουσία ενέκρινε, σε πρώτη ανάγνωση, το νόμο ASPA (American Service-members Protection Act) ο οποίος επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να λαμβάνουν ακραία μέτρα -που φτάνουν μέχρι το σημείο της στρατιωτικής επέμβασης σε μια χώρα !- για να αποσπάσουν κάθε Αμερικανό που απειλείται να παραπεμφθεί στο μελλοντικό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Προς όφελος του « παγκόσμιου πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία » και άλλες χώρες -Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία...- ενίσχυσαν επίσης την καταπιεστική νομοθεσία τους. Οι υπερασπιστές των δημόσιων ελευθεριών έχουν πολλούς λόγους να ανησυχούν γιατί η γενική τάση των κοινωνιών μας που έτεινε προς ένα όλο και μεγαλύτερο σεβασμό του ατόμου και των ελευθεριών του ανακόπτεται βίαια. Και όλα δείχνουν ότι παρεκκλίνουμε ήδη προς ένα κράτος όλο και περισσότερο αστυνομικό...

άρθρο στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, από την Le Monde Diplomatique, το 2002...

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ο Μοναχικός

Σιχαίνομαι ν'ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.
Να υπακούω;Όχι!Και να κυβερνώ;Ούτε και τούτο!
Όποιος δε φοβάται τον εαυτό του φόβο δεν προκαλεί.
Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί μπορεί να οδηγήσει άλλους.
Σιχαίνομαι ακόμη και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!
Μ'αρέσει όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας να χάνομαι για λίγο
να κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά
και να στοχάζομαι
να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά
πλανεύοντάς τον για να ξαναγυρίσει ξανά σε μένα.

Ο Μοναχικός, του Φρ. Νίτσε

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Το τέλος του κύκλου για τη σοσιαλδημοκρατία

Και οι ιδέες πεθαίνουν. Το κοιμητήριο των πολιτικών παρατάξεων ξεχειλίζει από μνήματα όπου βρίσκονται θαμμένα τα λείψανα πολιτικών οργανώσεων που κάποτε πυροδοτούσαν πάθη, κινητοποιούσαν πλήθη και πλέον έχουν γίνει βορά της λήθης. Ποιος θυμάται στην Ευρώπη, λόγου χάρη, τον ριζοσπαστισμό ; Μία από τις πιο ισχυρές πολιτικές δυνάμεις (της κεντροαριστεράς) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, παρασυρμένη από τους ανέμους της Ιστορίας... Τι απέγινε ο αναρχισμός ; Και ο σταλινικός κομμουνισμός ; Πού βρίσκονται τούτα τα αξιοθαύμαστα λαϊκά κινήματα που μέχρι πρότινος ήταν ικανά να επιστρατεύσουν εκατομμύρια αγρότες και εργάτες ;

Εξαιτίας των ίδιων της των αποκηρύξεων, των συνθηκολογήσεων και των προδοσιών, η σοσιαλδημοκρατία γλιστράει σήμερα με τη σειρά της στον τάφο... Ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής της. Και το πιο απροσδόκητο είναι πως αυτό συμβαίνει τη στιγμή που ο υποτιθέμενος κυριότερος ανταγωνιστής του, ο άκρατα νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, βρίσκεται σε μία από τις χειρότερες στιγμές του.
Γιατί λοιπόν η σοσιαλδημοκρατία πεθαίνει αφού ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε άτακτη υποχώρηση ; Αναμφίβολα επειδή, απέναντι στην έκρηξη των επιτακτικών κοινωνικών αναγκών, αποδείχθηκε ανίκανη να προτείνει λύσεις που ξεσηκώνουν τον λαϊκό ενθουσιασμό.
Πορεύεται στα τυφλά, δίχως πυξίδα και δίχως θεωρία· δίνει την εντύπωση πως βρίσκεται εκτός λειτουργίας, με έναν ασθενικό μηχανισμό καθοδήγησης, δίχως στρατηγική ούτε ιδέες ούτε αρχές ούτε όραμα για το μέλλον... Προπαντός στερημένη από ταυτότητα. Ήταν μια πολιτική δομή που όφειλε να κάνει επανάσταση και απαρνήθηκε αυτόν τον σκοπό· ήταν ένα εργατικό κόμμα και πλέον εκπροσωπεί την εύπορη μεσοαστική τάξη των πόλεων.
Ποικίλες εκλογικές αναμετρήσεις κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου έδειξαν ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν ξέρει πώς να απευθυνθεί στα εκατομμύρια ψηφοφόρους-θύματα των ωμοτήτων του μεταβιομηχανικού κόσμου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση. Σε αυτές τις μάζες των αναλώσιμων εργαζομένων, των μονίμως καθηλωμένων στον βασικό μισθό, των νεόπτωχων από τα προάστια, των αποκλεισμένων, των εξαναγκασμένων σε πρόωρη συνταξιοδότηση εν μέσω παραγωγικής ηλικίας, των νέων της επισφάλειας... Σε όλα αυτά τα κοινωνικά στρώματα που έπεσαν θύματα του νεοφιλελεύθερου σοκ. Και για τα οποία η σοσιαλδημοκρατία δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε λόγο ούτε λύσεις.
Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009 αποκάλυψαν με χαρακτηριστικό τρόπο την τρέχουσα κατάρρευσή του. Η πλειονότητα των εν εξουσία σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είδε τα ποσοστά τους να πέφτουν. Εξίσου έχασαν έδαφος και αυτά που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, ειδικά στη Γαλλία.
Δεν κατάφεραν να πείσουν τους ψηφοφόρους για την ικανότητά τους να αντιδράσουν στις κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις που προέκυψαν από την κρίση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αν απαιτούνταν ένα τεκμήριο για να καταδειχθεί πως οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές είναι ανίκανοι να προτείνουν μια πολιτική διαφορετική από εκείνη που δεσπόζει στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πρόσφεραν ο Γκόρντον Μπράουν και ο Λουίς Χοσέ Ροντρίγκεθ Θαπατέρο όταν υποστήριξαν την υποψηφιότητα του υπερ-φιλελεύθερου Χοσέ Μανουέλ Ντουράο Μπαρόζο για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής : του τέταρτου ανθρώπου της Σύσκεψης Κορυφής των Αζορών – μαζί με τον Τζορτζ Μπους, τον Τόνι Μπλαιρ και τον Χοσέ Λουίς Αθνάρ – όπου αποφασίστηκε, τον Μάρτιο του 2003, η παράνομη εισβολή στο Ιράκ...
Το 2002, οι σοσιαλδημοκράτες κυβερνούσαν σε δεκαπέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αυτή τη στιγμή, ενώ η χρηματοπιστωτική κρίση καταδεικνύει το ηθικό, κοινωνικό και οικολογικό αδιέξοδο του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, δεν κυβερνούν παρά μόνο σε πέντε κράτη (Ισπανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Πορτογαλία και Ηνωμένο Βασίλειο). Δεν κατάφεραν να επωφεληθούν από τον νεοφιλελεύθερο όλεθρο. Και οι κυβερνήσεις τριών από αυτές τις χώρες – Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, έχοντας δεχτεί την επίθεση των χρηματοπιστωτικών αγορών και χτυπημένες από την « κρίση του δημοσίου χρέους » – θα βυθιστούν ακόμη πιο πολύ στην ανυποληψία και στην πτώση της δημοτικότητας όταν θα αρχίσουν να εφαρμόζουν, με σιδηρά χείρα, τα προγράμματα λιτότητας και τις αντιλαϊκές πολιτικές που απαιτούνται από τη λογική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μαντρόσκυλών της.
Η αποποίηση των ίδιων της των θεμελίων τής έχει γίνει συνήθεια. Είναι πολύς καιρός που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αποφάσισε να ενθαρρύνει τις ιδιωτικοποιήσεις, να περικόψει τους κρατικούς προϋπολογισμούς εις βάρος των πολιτών, να ανεχθεί τις ανισότητες, να προωθήσει την επιμήκυνση του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση (στην Ισπανία, οι εν εξουσία σοσιαλιστές μόλις πρότειναν να αυξηθεί από τα 65 στα 67 έτη...) και να εξαρθρώσει τον δημόσιο τομέα, δίνοντας την ίδια στιγμή κίνητρα για τις συγχωνεύσεις και τις μονοπωλιακές συγκεντρώσεις των μεγα-επιχειρήσεων και κανακεύοντας τις τράπεζες. Χρόνια τώρα έχει αποδεχθεί, χωρίς τύψεις, τον προσηλυτισμό της στον νεοφιλελευθερισμό. Επαψε να θεωρεί προτεραιότητα ορισμένους από τους στόχους που ήταν κομμάτι του ιδεολογικού της DNA, όπως η πλήρης απασχόληση, η υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων, η ανάπτυξη των υπηρεσιών προς τους πολίτες, το τέλος των ανισοτήτων, η εξάλειψη της φτώχειας.
Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι τη δεκαετία του 1940, κάθε φορά που ο καπιταλισμός ξεπεταγόταν προκειμένου να μεταπλάσει την κοινωνία, οι σοσιαλδημοκράτες – σχεδόν πάντα υποβοηθούμενοι από τους αριστερούς και τα συνδικάτα – πρόσφεραν πρωτότυπες και προοδευτικές αποκρίσεις : καθολική ψήφος, δωρεάν υποχρεωτική παιδεία για όλους, δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στην απεργία, κοινωνική ασφάλιση, κοινωνικό κράτος, κράτος πρόνοιας... Σήμερα, αυτό το απόθεμα πολιτικής φαντασίας μοιάζει να έχει εξαντληθεί.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στερείται μιας νέας κοινωνικής ουτοπίας. Και δεν ξεχωρίζει πλέον από τους συντηρητικούς σχηματισμούς παρά μόνο στην ταχύτητα που επιβάλλει για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας. Εκείνοι την θέλουν όσο πιο γρήγορα γίνεται· η σοσιαλδημοκρατία προτιμά πιο αργούς ρυθμούς...
Οι καιροί, βεβαιότατα, έχουν αλλάξει. Και στον νου αρκετών ψηφοφόρων της, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών από τους λιγότερο προνομιούχους, υπερισχύει το πάθος της κατανάλωσης, καθώς και ο ατομιστικός πόθος να βυθιστούν στην αφθονία που υπόσχεται η γεμάτη πειρασμούς κοινωνία μας, να πλουτίσουν, να απολαύσουν χωρίς περιορισμούς και χωρίς να λερώσουν τη συνείδησή τους... Μπροστά σε αυτόν τον κυρίαρχο ηδονισμό, που αδιάκοπα προάγεται από τη διαφήμιση-προπαγάνδα και τα μέσα μαζικής παραπλάνησης, οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες δεν τολμούν πια να πάνε κόντρα στο ρεύμα. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να πείθουν τους εαυτούς τους πως δεν είναι οι καπιταλιστές που πλουτίζουν χάρη στις προσπάθειες των εργαζομένων αλλά οι φτωχοί που επωφελούνται από τους φόρους που πληρώνουν οι πλούσιοι...
Θεωρούν, όπως επιβεβαιώνει ο Ιταλός φιλόσοφος Ραφαέλε Σιμόνε, ότι « ο σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός παρά μόνον όταν ο κατατρεγμός ξεπερνάει την ευσπλαχνία, τα βάσανα ξεπερνούν τις ευχαριστήσεις και όταν το χάος επιβάλλεται στις συγκροτημένες δομές ».
Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο, και προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί, ένας νέος σοσιαλισμός του 21ου αιώνα ξαναγεννιέται σήμερα με περίσσια ισχύ και δημιουργικότητα σε πολλές χώρες της Νότιας Αμερικής (Βολιβία, Ισημερινός, Βενεζουέλα). Ενόσω στην Ευρώπη ηχούν πένθιμα οι καμπάνες για τη σοσιαλδημοκρατία.

άρθρο του Ιγνάσιο Ραμονέ (2010)

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Ελευθερία

Όρος που, υπό ευρεία έννοια, υποδηλώνει οποιαδήποτε συμπεριφορά εκδηλώνεται χωρίς την παρουσία εμποδίων, εξαναγκασμών ή εξωτερικών υπαγορεύσεων δηλαδή, ελεύθερο είναι καθετί που ακολουθεί τη φύση του και συμμορφώνεται στους δικούς του νόμους. Έτσι, γίνεται λόγος για ελεύθερη πτώση των βαρών, όταν αυτά πέφτουν με κατεύθυνση το κέντρο της Γης, σύμφωνα με τον νόμο της βαρύτητας, χωρίς την παρεμβολή ενός εμποδίου που θα μπορούσε να τροποποιήσει τη φυσική τους κίνηση.

Κατά μία περισσότερο εξειδικευμένη ερμηνεία του όρου, η ελευθερία αναφέρεται σε κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, στο μέτρο που με αυτήν εκδηλώνεται μια ικανότητα πρωτοβουλίας, η οποία δεν δεσμεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις και αναγκαιότητες. Στην περίπτωση αυτή η ελευθερία ταυτίζεται με την ελευθερία επιλογής. Επειδή, όμως, κάθε επιλογή προϋποθέτει μια ιεράρχηση στόχων και συνεπώς και ένα κριτήριο διάκρισης μεταξύ τους, και η ελευθερία με την έννοια της επιλογής προϋποθέτει τον σεβασμό κάποιου νόμου.


Στην περίπτωση αυτή, η ελευθερία δεν εκφράζει πραγματική, αλλά δυνητική αξία, η οποία σχετίζεται με την ευθύνη του υποκειμένου που δρα και διατηρεί την ισχύ της ακόμα και όταν δεν τηρείται. Έτσι, από την έννοια του επιστημονικού νόμου μεταβαίνουμε σε εκείνη του ηθικού νόμου, με βάση τον οποίο συνάγεται η έννοια της ηθικής ελευθερίας ως αναγκαιότητας, την οποία αποδεχόμαστε συνειδητά και ορθολογικά. Στο πλαίσιο αυτό, ηθικά ελεύθερος είναι ο σοφός ή, πιο απλά, ο χρηστός άνθρωπος, ο οποίος δρα αφού υπερβαίνει τα εφήμερα πάθη και τις επιθυμίες, συμμορφούμενος προς την αντικειμενική πορεία της πραγματικότητας (στωικοί, Σπινόζα, Χέγκελ).

Επειδή, όμως, για τις πράξεις του καλείται να λογοδοτήσει όχι μόνο εκείνος που ενεργεί σύμφωνα με έναν ηθικό κανόνα αλλά προπάντων εκείνος που τον παραβαίνει, γίνεται κατανοητό γιατί ήδη από την αρχαιότητα το πρόβλημα της ε. επεκτάθηκε από την ηθική θέληση στη θέληση γενικά. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, επειδή ο ίδιος αποτελεί την αρχή των πράξεών του (Αριστοτέλης), τον απόλυτο αυτοπροσδιορισμό και την αιτία του εαυτού του (causa sui).

Ο Κικέρων και οι επικούρειοι (οι τελευταίοι αντίθετα με τη μοιρολατρία των στωικών) παρέλαβαν και επεξεργάστηκαν την έννοια με διαφορετικές προθέσεις και τρόπους. Αργότερα, η έννοια της ελευθερίας κυριάρχησε στη χριστιανική σκέψη από τον Ωριγένη έως τον Όκαμ, όπου αναφερόταν συχνά στις θεολογικές συζητήσεις σχετικά με τη θεία χάρη. Στη νεότερη και στη σύγχρονη σκέψη τη συναντούμε στον Λάιμπνιτς, στον Καντ και στο γαλλικό φιλοσοφικό ρεύμα της πνευματοκρατίας, από τον Μεν ντε Μπιράν έως τον Μπερξόν.

Ο Καντ υποστήριξε πως η συμπεριφορά ενός ανθρώπου διέπεται από τον νόμο της αιτιότητας υπό δύο διαφορετικές έννοιες. Σύμφωνα με την πρώτη, οι πράξεις του ανθρώπου ακολουθούν μια συνέχεια στον χρόνο και συνεπώς δεν ξεφεύγουν από έναν άκαμπτο ντετερμινισμό, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή μόνο μια περιγραφική θεώρηση των ηθών, χωρίς την ύπαρξη ηθικών κριτηρίων.

Κατά τη δεύτερη άποψη, αντίθετα, θα πρέπει να θεωρείται ότι οι πράξεις του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να αναχθούν σε οποιαδήποτε κίνητρα (εξωτερικά ή εσωτερικά), και συνεπώς αναφέρονται σε μια αιτιώδη δύναμη που εκδηλώνεται μέσα στον χρόνο και χρησιμοποιεί τον ντετερμινισμό του σύμπαντος χωρίς όμως να ανήκει σε αυτόν. Μόνο στη δεύτερη αυτή περίπτωση είναι δυνατόν να αποδοθεί αξία ή απαξία σε μια πράξη, δηλαδή μόνο με αυτή την έννοια είναι δυνατή μια αξιολογική θεώρηση των ηθών.

Γι’ αυτό η ελευθερία αποτελεί τον λόγο ύπαρξης της ηθικότητας, ακόμη και στην περίπτωση που η τελευταία αποτελεί με τη σειρά της τη μοναδική εμπειρία που διαθέτουμε για να μπορούμε να σκεφτούμε μια ελεύθερη αιτιότητα.

Σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση ανάμεσα στην ελευθερία ως ορθολογική ανάγκη και στην ελευθερία ως απόλυτη ευχέρεια να πράξουμε ή να μην πράξουμε κάτι, βρίσκεται ο αγγλικός εμπειρισμός (Χομπς, Λοκ, Χιουμ, Στιούαρτ Μιλ), ο οποίος αφενός απορρίπτει την αιτιοκρατία ως αλάνθαστη μέθοδο πρόβλεψης της συμπεριφοράς, αφετέρου δεν αποδέχεται την ε. ως αιτία του εαυτού της και δεν τη θεωρεί ασυμβίβαστη με την αιτιότητα των κινήτρων.

Οι συζητήσεις αυτές επηρέασαν και το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, γεγονός που έγινε ολοένα και πιο αντιληπτό ειδικά μετά τη Γαλλική επανάσταση και την περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του 1789. Ο Μπενζαμέν Κονστάν ήταν εκείνος που αντιπαρέθεσε στην ελευθερία των αρχαίων, δηλαδή στην ελευθερία που θεμελιώνεται στην ένταξη του ατόμου μέσα στο κράτος, την ελευθερία των νεοτέρων ή ελευθερία απέναντι στο κράτος. Σύμφωνα με την τελευταία, το κυρίαρχο αίτημα είναι ο καθορισμός των εγγυήσεων που παραχωρούνται στον πολίτη απέναντι στην κατεστημένη εξουσία.

Είναι φανερό ότι, ενώ η πρώτη μορφή πολιτικής ελευθερίας αντιστοιχεί στην έννοια της ελευθερίας ως ορθολογικής αναγκαιότητας, η δεύτερη μορφή πλησιάζει μάλλον στην έννοια της ελευθερίας ως συμπεριφοράς που εκδηλώνεται χωρίς την παρεμβολή εμποδίων, δηλαδή ως ευχέρειας κάποιος να κάνει ή να μην κάνει κάτι. Επιστροφή στην ιδέα της ελευθερίας ως ορθολογικής αναγκαιότητας και ως ένταξης του ατόμου στην κοινωνία διαπιστώνεται με την εμφάνιση των σοσιαλιστικών θεωριών, που αντέταξαν στην ιδέα των εγγυήσεων και στην τυπολογία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως αυτή είχε διατυπωθεί θεωρητικά από τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ, την απαίτηση να ληφθεί υπόψη η ιστορική ύλη, δηλαδή η κοινωνική πραγματικότητα, η οποία προσανατολίζει και ρυθμίζει τις πολιτικές μεθόδους, όπως αυτές συνοψίζονται στην έννοια της συναίνεσης.

Οι θεωρίες αυτές επηρέασαν και την πολιτική σκέψη του 20ού αι., στη διάρκεια του οποίου συζητήθηκε και απορρίφθηκε η άμεση ταύτιση μεταξύ πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού (Κρότσε) και επιχειρήθηκε η σύνδεση του προβλήματος της ελευθερίας με εκείνο της δικαιοσύνης, καθώς και η διεύρυνση των πλαισίων των παραδοσιακών αστικών και πολιτικών ελευθεριών.