Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Είναι αργά, όλο και πιο αργά

Είναι γι’ αυτό που σου θυμίζω το ταξίδι που δεν κάναμε στη Σαμαρκάνδη, γιατί εκείνο το ταξίδι ήταν αληθινό και ήταν δικό μας και ήταν ολοκληρωμένο και το ζήσαμε. Και επομένως συνεχίζω το παιχνίδι μας. Όπως λέει εκείνος ο φιλόσοφος για τον οποίο σου έλεγα, η μνήμη μνημονεύει το βιωμένο, είναι ακριβής σωστή, αδίστακτη, αλλά δεν παράγει τίποτα το καινούργιο: αυτό είναι το όριό της. Η φαντασία, αντίθετα, δεν μπορεί να μνημονεύσει τίποτα, γιατί δεν μπορεί να θυμηθεί, κι είναι αυτό το όριό της: σε αντιστάθμισμα όπως παράγει το καινούργιο, ένα κάτι που πριν δεν υπήρχε, που δεν υπήρξε ποτέ. Γι’αυτό χρησιμοποιώ αυτές τις δύο ιδιότητες που μπορούν να αλληλοβοηθηθούν βουβά και έρχομαι να σου επαναφέρω στη μνήμη εκείνο το ταξίδι μας στη Σαμαρκάνδη που δεν τον κάναμε αλλά το φανταστήκαμε και στις πιο ακριβείς του λεπτομέρειες.

απόσπασμα από το βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι, Είναι αργά, όλο και πιο αργά

Το ερωτικό φαινόμενο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.
«Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Ζαν Λυκ Μαριόν, απόσπασμα από, Το ερωτικό φαινόμενο

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Το φεγγάρι αιμορραγεί

Η νύχτα πάντα πίσω απ΄τις σελίδες μου. Γι αυτό
Και λάμπουνε τόσο πολύ τα γράμματά μου.
Γιάννης Ρίτσος

Δάκρυσες- κι έβρεχε όλη μέρα….
Βύρων Λεοντάρης

Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου
σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια.
Νίκος Καρούζος

Αγάπη. Να είσαι ο πρώτος. Που τελειώνει.
Ρενέ Σαρ

... Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.
Κική Δημουλά

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Ίταλο Καλβίνο

Κάθε πόλη που περιγράφεται είναι στην ουσία η ίδια πόλη κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Είναι η χαρά μας ή η λύπη μας όπως την βλέπουμε στο χώρο, τα συναισθήματά μας που γιγαντώνονται καταλαμβάνοντας τις τρεις διαστάσεις. Η διάθεση μας αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Κι έτσι, τις ίδιες παραστάσεις μπορεί να τις βλέπουμε με άλλο τρόπο ή ακόμα να ανακαλύπτουμε νέες που ποτέ ως τώρα δεν είχαμε δει. Ο κόσμος μας δεν είναι ποτέ βαρετός...
…Aλλά και το πιο απροσδόκητο όνειρο είναι ένας οιωνός που κρύβει έναν πόθο ή το αντίθετό του ..ένα φόβο. Οι πόλεις, όπως και τα όνειρα,είναι καμωμένες από πόθους και φόβους, ακόμα κι αν το νήμα της συνδιαλλαγής τους είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι ,οι προοπτικές τους απατηλές, το κάθε τι σ’ αυτές, κρύβει κάτι άλλο….’
‘Oι πόλεις επίσης πιστεύουν πως είναι έργο του μυαλού ή της τύχης, αλλά ούτε το ένα, ούτε το άλλο φτάνουν για να κρατήσουν όρθια την τύχη τους. Αυτό που χαίρεσαι σε μια πόλη, δεν είναι τα εφτά ή
εβδομήντα εφτά θαύματά της, αλλά η απάντηση που δίνει σε ένα σου ερώτημα..’
θέλει αγάπη για να δεις αυτό που βρίσκεται πίσω απ’ το προσωρινά άσχημο, κι αν το άγνωστο δεν είναι οφθαλμοφανές, θέλει προσπάθεια πρώτα να το γνωρίσεις..
…δεν έχει νόημα να χωρίζεις τις πόλεις σε ευτυχισμένες και δυστυχισμένες … αλλά μάλλον σε δύο άλλες κατηγορίες : αυτές που συνεχίζουν μέσα από χρόνια να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες, κι εκείνες που οι επιθυμίες , ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη , ή σβήνουν απ’ αυτήν…
Ειρήνη είναι το όνομα μιας πόλης ιδωμένης από μακριά, που όταν την πλησιάζεις αλλάζει.

αποσπάσματα

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Η θεωρία του Ντανυμπόϋ

Για να το τοποθετήσουμε απλά, η ανθρωπότητα πρόκειται να μπει στην ανθοφορική φάση της εξελικτικής της ανάπτυξης. Σε μυθολογικό επίπεδο, δηλαδή σε ψυχικο/συμβολικό επίπεδο (όχι λιγότερο πραγματικό από το φυσικό επίπεδο), αυτό το γεγονός σηματοδοτείται από το θάνατο του Πάνα.
Ο Παν, φυσικά αντιπροσωπεύει τη ζωώδη συνείδηση. Ο Παν ενσαρκώνει τη συνείδηση των θηλαστικών, μόλο που υπάρχουν και πτυχές ερπετοειδούς συνείδησης στην προσωπικότητά του. Η ερπετοειδής συνείδηση δεν εξαφανίστηκε όταν οι εγκέφαλοι μας εισήλθαν στη θηλαστική φάση. Η θηλαστική συνείδηση τοποθετήθηκε απλώς πάνω από την ερπετοειδή και σε πολλά αφώτιστα – αργόστροφα, υπανάπτυκτα – άτομα, το θηλαστικό επικάλυμμα ήταν λεπτό και πορώδες κι έτσι η ερπετοειδής ενέργεια εξακολουθούσε να το διαπερνάει.
Όταν οι αρχέγονοι και πολύ απόμακροι πρόγονοί μας σύρθηκαν έξω από τη θάλασσα, είχαν αναμφίβολα μυαλό ψαριού. Ήταν βέβαια ριψοκίνδυνοι και περίεργοι από τους συντρόφους τους που παρέμειναν στο νερό, αλλά πάντως ψαρόμυαλοι. Ωστόσο, κατά την μακριά βαλτώδη διαδρομή μας ως τον αρχικό πρωτεύοντα σχηματισμό, αναπτύξαμε ένα μυαλό ερπετού. Άλλωστε, σ’ αυτές τις δεκάδες εκατομμύρια χρόνια, η ερπετοειδής ενέργεια ήταν αυτή που δέσποζε στον πλανήτη φτάνοντας στο αποκορύφωμά της με τους δεινοσαύρους.
Όπως τόνισε ο Μαρσέλ Λεφέβρ στο συνέδριο των αρωματοποιών , η ερπετοειδής συνείδηση είναι ψυχρή, επιθετική θυμώδης, άπληστη και παρανοϊκή.
Ο Πωλ Μακλήν , ήταν ο πρώτος νευροφυσιολόγους που κατέδειξε ότι εξακολουθούμε ακόμα και σήμερα να έχουμε έναν ερπετοειδή εγκέφαλο, άθικτο και ενεργό. Ο  ερπετοειδής εγκέφαλος δεν είναι κάποια αφηρημένη έννοια, είναι μια ανατομική πραγματικότητα. Έχει καλυφθεί, βέβαια από τον εγκεφαλικό φλοιό, αλλά υπάρχει, βαθιά μέσα στον προεγκέφαλο και αποτελείται από την παρεγκεφαλίδα, τον υποθάλαμο, και , ίσως, από μερικά άλλα όργανα του διεγκέφαλου. Όταν νιώθουμε μια τυφλή οργή, κρύο ιδρώτα η μια αυτάρεσκη απάθεια, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνη τη στιγμή ο ερπετοειδής εγκέφαλος κουμαντάρει την συνείδησή μας.
Καθώς η Περίοδος των Ερπετών πλησίαζε στο τέλος της, εμφανίστηκαν τα πρώτα εμφανίστηκαν τα πρώτα άνθη και θηλαστικά. Πιστεύεται πως τα λουλούδια εξαφάνισαν, στην ουσία, τα μεγάλα ερπετά. Ωστόσο, μπορεί και τα θηλαστικά να συνεισέφεραν για τον αφανισμό τους επειδή, για πολλά θηλαστικά, δεν υπήρχε καλύτερο πρωινό από κάνα δυο αυγά δεινοσαύρου.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, μέχρι τότε οι προγονοί μας είχαν αναπτύξει εγκεφάλους που διέθεταν τόσο θηλαστικά όσο και ανθώδη χαρακτηριστικά. Για δικούς της λόγους, η εξέλιξη επέτρεψε στη θηλαστική ενέργεια να κυριαρχήσει κι έτσι, ο πρόσφατα αναπτυγμένος ανθρώπινος μεσεγκέφαλος που κάλυψε τον παλιό διεγκέφαλο, μπορεί να επονομαστεί ως θηλαστικός εγκέφαλος.
Τα χαρακτηριστικά της θηλαστικής συνείδησης είναι η ζεστασιά, η γενναιοδωρία, η αφοσίωση, η αγάπη (ρομαντική, πλατωνική και οικογενειακή), η χαρά, η λύπη, το χιούμορ, η περηφάνια, ο συναγωνισμός, η διανοητική περιέργεια και η εκτίμηση της τέχνης και της μουσικής.
Στην όψιμη περίοδο των θηλαστικών, αναπτύχθηκε ένας τρίτος εγκέφαλος. Ήταν ο τηλεγκέφαλος, που το κύριο μέρος του ήταν ο εγκεφαλικός φλοιός, μια πυκνή μεμβράνη νευρικής δομής γύρω στα τέσσερα χιλιοστά πάχος που απλώθηκε πάνω από τον υπάρχοντα εγκέφαλο. Οι ερευνητές του εγκεφάλου έχουν σαστίσει μ αυτό τον εγκεφαλικό φλοιό. Ποια είναι η λειτουργία του ? και γιατί αναπτύχθηκε εδώ που τα λέμε?
Ο Λεφέβρ διατύπωσε την άποψη ότι ο εγκεφαλικός φλοιός είναι μια διευρυμένη μνημονική παρακαταθήκη – και σίγουρα ο φλοιός έχει αυτή την ικανότητα. Ο Ρόμπερτ Μπλαυ πιστεύει  ότι κατά κάποιο τρόπο συνδέεται με το φως. Αν ο ερπετοειδής εγκέφαλος ισοδυναμεί με την ψυχρότητα και ο θηλαστικός με την θερμότητα, τότε ο εγκεφαλικός φλοιός ισοδυναμεί με το φως. Η άποψη του Μπλάυ έχει κάποια βάσιμη λογική, επειδή ο τρίτος εγκέφαλος είναι ανθώδης εγκέφαλος, ακριβώς γιατί τα λουλούδια απορροφούν ενέργεια από το φως.
Ακόμα και πριν από τη μυστηριώδη εμφάνιση του εγκεφαλικού φλοιού, οι εγκέφαλοι μας είχαν έντονα ανθώδη χαρακτηριστικά. Η επιστήμη περιγράφει ολόκληρο τον εγκέφαλο σαν έναν βολβό. Οι νευρώνες που τον αποτελούν έχουν δενδρίτες, ρίζες, κλαδιά. Η παρεγκεφαλίδα αποτελείται από μια μεγάλη μάζα πυκνά συμπιεσμένων φυλλωμάτων. Δεν είναι μόνο οι νευρώνες που μοιάζουν πολύ με άνθη, αλλά κι ο ίδιος ο εγκέφαλος μοιάζει με κάποιο βοτανολογικό είδος. Έχει ένα μίσχο και – κατά την ανάπτυξη του εμβρύου – ένα μπουμπούκι που ξεδιπλώνεται όπως και τα πέταλα του ρόδου.
Στον καινούργιο εγκέφαλο – τον τηλεγκέφαλο – αυτή η ανθώδης ομοιότητα μεγαλώνει. Τα νευρικά του νημάτια υποδιαιρούνται συνεχώς όπως τα κλαδιά ενός δέντρου. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται εύστοχα διακλάδωση. Κατά τον πολλαπλασιασμό αυτών των νευροβλαστών, εκκρίνονται μικρές ποσότητες νευρομελανίνης σαν σπόροι. Αυτοί οι σπόροι της νευρομελανίνης είναι προφανώς τα κύρια οργανωτικά μόρια στον εγκέφαλο. Συνδέονται με τα γλυκοκύτταρα για να ρυθμίσουν στην νευροδότηση των νευρικών κυττάρων. Όταν σκεφτόμαστε, όταν μας έρχονται φαεινές και δημιουργικές ιδέες, τότε πραγματοποιείται μια κυριολεκτική άνθηση. Ένας εγκέφαλος που έχει ενοράσεις, είναι πολύ παρόμοιος, από φυσική άποψη, μ’ έναν ανθισμένο θάμνο γιασεμιού. Μόνο που είναι πιο μικρός και ταχύτερος, αυτό είναι όλο.
Επιπλέον, η νευρομελανίνη απορροφά φως και έχει την ικανότητα να μετατρέπει το φως σε άλλες μορφές ενέργειας. Έχει δίκιο ο Μπλάυ. Ο εγκεφαλικός φλοιός, τελικά είναι ευαίσθητος στο φως και μπορεί να φωτιστεί από ανώτερες μορφές διανοητικής δραστηριότητας, όπως ο διαλογισμός ή ο ψαλμός.Οι αρχαίοι δεν μιλούσαν μεταφορικά όταν χρησιμοποιούσαν τη λέξη «επιφώτηση».
Με την ανάπτυξη του εγκεφαλικού φλοιού, οι ανθώδεις ιδιότητες του εγκεφάλου, που για εκατομμύρια χρόνια περίμεναν τη σειρά τους, άρχισαν να κινούνται σταδιακά, με σκοπό την επικράτηση μιας ανθώδους συνείδησης – μιας συνείδησης λουλουδιού, ας πούμε.
Όταν η ζωή ήταν ακόμα μια διαρκής μάχη μεταξύ αρπακτικών, ένας από λεπτό σε λεπτό αγώνας για επιβίωση, η ερπετοειδής συνείδηση ήταν απαραίτητη. Όταν είχαμε να διασχίσουμε θάλασσες, να εξερευνήσουμε άγριες ηπείρους, να εποικίσουμε τραχιές περιοχές, να οργανώσουμε τη γεωργία και να βάλουμε τα θεμέλια του πολιτισμού, τότε η θηλαστική συνείδηση ήταν απαραίτητη. Από κοινωνική και οικογενειακή σκοπιά, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, αλλά δεν χρειάζεται πια να κυριαρχεί.
Τα φυσικά και σωματικά σύνορα έχουν κατακτηθεί. Η βιομηχανική επανάσταση έχει ολοκληρώσει τον ατσάλινο κύκλο της. Στην εποχή μας, εποχή της υψηλής τεχνολογίας, οι τραχιές και σκληρές εκδηλώσεις της θηλαστικής λογικής δεν είναι πια βοηθήματα αλλά εμπόδια. (Και τα κατάλοιπα της ερπετοειδούς λογικής, με την έμφασή της στις εδαφικές διεκδικήσεις και την υπεράσπιση τους – είναι επικίνδυνα σε βαθμό παραφροσύνης). Τώρα χρειαζόμαστε έναν λιγότερο επιθετικό και λιγότερο τραχύ ανθρώπινο ον. Χρειαζόμαστε ένα πιο εύκαμπτο είδος ατόμου, πιο χαλαρωμένο, πιο ήρεμο, ευγενικό και σκεπτόμενο, γιατί μόνο αυτό μπορεί να επιβιώσει, και να επιταχύνει αυτό το πολύ καινούργιο σύστημα που βρίσκεται μπροστά μας. Μόνο αυτό το είδος ατόμου μπορεί να συμμετάσχει στην επόμενη εξελικτική φάση. Το δίχως άλλο, αυτή η ανθώδης συνείδηση έχει πνευματικές αποχρώσεις.
Στις πιο έντονες πνευματικές εμπειρίες, το βασικό γνώρισμα είναι το σταμάτημα του χρόνου. Είναι η αίσθηση ότι βρίσκεσαι έξω από τον χρόνο, ότι είσαι αιώνιος – αυτή είναι η πηγή της έκστασης στο διαλογισμό, την ψαλμωδία, την ύπνωση και την εμπειρία των ψυχεδελικών φαρμάκων.Μια παρόμοια κατάσταση αχρονικότητας (αν και κάπως συντομότερη και λιγότερο διαυγής), μια κατάσταση άρνησης του εγώ (το εγώ υπάρχει στο χρόνο, όχι στο χώρο), πραγματοποιείτε με τον σεξουαλικό οργασμό, γι’ αυτό και ο οργασμός είναι ένα τόσο επιθυμητό αίσθημα. Ακόμα και οι μπεκρήδες, με τον άξεστο και ανεπαρκή τρόπο τους, ψάχνουν γι’ αυτόν τον άχρονο χρόνο. Ο αλκοολισμός είναι μια ατελής πνευματική επιθυμία.
Με χίλιους δυο τρόπους, έχουμε κυριαρχήσει την τέχνη του χώρου. Γνωρίζουμε αρκετά για τον χώρο. Αλλά οι γνώσεις μας για το χρόνο είναι αξιοθρήνητα λιγοστές. Φαίνεται ότι μόνο με τη “μυστικιστική” κατάσταση μπορούμε να κυριαρχήσουμε το χρόνο. Τα κλειδιά γι’ αυτή τη μυστικιστική κατάσταση είναι ο «οσφρητικό εγκέφαλος»- η μνημονική περιοχή του εγκεφάλου που ενεργοποιείται από τα οσφρητικά νεύρα – και ο “φωτεινός εγκέφαλος” – ο εγκεφαλικός φλοιός.
Με αμεσότητα και ένταση, η οσμή ενεργοποιεί τη μνήμη, επιτρέποντάς μας να ταξιδέψουμε ελεύθερα στον χρόνο. Οι πιο βαθιές μυστικιστικές καταστάσεις είναι εκείνες όπου η συνηθισμένη διανοητική δραστηριότητα φαίνεται να αιωρείται στο φως. Και, στη μυστικιστική επιφώτιση, όπως και στην ταχύτητα του φωτός, ο χρόνος πάει να υπάρχει.
Τα λουλούδια, μόλο που δεν βλέπουν, ούτε ακούν, ούτε διαθέτουν γεύση ή αφή, αντιδρούν στο φως με καθοριστικό τρόπο και ρυθμίζουν τη ζωή τους και το περιβάλλον τους με μια ενορχήστρωση αρωμάτων.
Με την ανάπτυξη της λουλουδικής συνείδησης, τα ανθρώπινα όντα θ’ αρχίσουν να χρησιμοποιούν πληρέστερα τον «φωτεινό τους εγκέφαλο» και να κάνουν πιο εξευγενισμένη και ντελικάτη χρήση του «οσφρητικού εγκεφάλου» τους. Αυτοί οι δύο συνδέονται θαυμάσια. Στην ουσία, αλληλεπικαλύπτονται σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενιαίοι και αδιαίρετοι.
Ζούμε σε μια τεχνολογία της πληροφορικής. Τα λουλούδια ζούσαν ανέκαθεν σε μια πληροφορική τεχνολογία. Τα λουλούδια συγκεντρώνουν διαρκώς πληροφορίες στο διάστημα της ημέρας. Τη νύχτα τις επεξεργάζονται. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται φωτοσύνθεση.
Καθώς ο εγκεφαλικός φλοιός θα χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο, θ’ αρχίσουμε να κι εμείς να κάνουμε ένα είδος φωτοσύνθεσης. Στην ουσία, κάτι τέτοιο το κάνουμε και τώρα, αλλά σε σύγκριση με τα λουλούδια, η δική μας φωτοσύνθεση είναι πρωτογενή και περιορισμένη. Κι ο λόγος είναι πως, οι πληροφορίες που συγκεντρώνουμε από τις εφημερίδες, τα σίριαλ, τις σαπουνόπερες, τα εμπορικά συνέδρια και τις καφετζούδες, είναι κατώτερες από τις πληροφορίες που παίρνουμε από το ηλιακό φως. (Εφ όσον όλη η ύλη είναι συμπυκνωμένο φως, το φως είναι η πηγή, η γενεσιουργός αιτία της ζωής. Συνεπώς, το φως είναι «θεϊκό». Τα λουλούδια έχουν μια απευθείας επικοινωνιακή σύνδεση με το Θεό , κάτι που για να το αποκτήσει ένας ευαγγελιστής θα κανε ακόμα και φόνο)
Ωστόσο, είτε επειδή τα πληροφοριακά στοιχεία μας είναι ανεπαρκή, είτε γιατί ο επεξεργαστικός πυρήνας μας δεν είναι άμεσα συνδεδεμένος με την επικοινωνιακή γραμμή, η νυχτερινή επεξεργασία είναι μια δουλειά έκτακτης απασχόλησης – παρτ -τάιμ. Οι πληροφορίες που προσλαμβάνει το συνειδητό τμήμα του μυαλού μας στις ώρες τις εγρήγορσης, επεξεργάζονται από το ασυνείδητο μας στην διάρκεια του ύπνου που ονομάζεται «βαθύς ύπνος». Κάθε νύχτα, πέφτουμε σε βαθύ ύπνο μόνο δύο ή τρεις ώρες το πολύ. Τις υπόλοιπες ώρες της νυχτερινής μας βάρδιας, το ασυνείδητο τμήμα του μυαλού μας είναι εκτός υπηρεσίας. Βαριέται. Ζητάει επίμονα αναψυχή. Έτσι, παίζει με ό, τι υλικό υπάρχει πρόχειρο. Κατά κάποιο τρόπο, παίζει με τον εαυτό του. Ρίχνει πασιέντζες με τις μνήμες, ανακατεύει εικόνες, επινοεί τρομακτικές ή γαργαλιστικές ιστορίες – ονειρεύεται. Πολλοί πιστεύουν ότι στη διάρκεια του ονείρου επεξεργαζόμαστε πληροφορίες. Εντελώς το αντίθετο συμβαίνει. Το όνειρο συμβαίνει όταν το μυαλό παίζει επειδή δεν υπάρχει επεξεργασία για να το κρατήσει απασχολημένο. Στο μέλλον , όταν θα είμαστε σε θέση να συγκεντρώνουμε πληροφοριακά στοιχεία ποιότητας κι όταν θα έχει επικρατήσει η λουλουδική μας συνείδηση , τότε πιθανότατα θα κοιμόμαστε περισσότερες ώρες και σπάνια θα ονειρευόμαστε.
Από παράδοση ο Παν εποπτεύει τα όνειρα, ειδικά τα ερωτικά όνειρα και τους εφιάλτες . Η φθίνουσα πρόοδος στα όνειρα θα είναι ακόμα απόδειξη ότι ο Παν έχει πεθάνει.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην πληροφορική αποτελεσματικότητα. Η επιστήμη έχει διαπιστώσει πρόσφατα ότι τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ένα δέντρο που δέχεται επίθεση εντόμων θα μεταβιβάσει την πληροφορία σε ένα άλλο δέντρο που βρίσκεται δεκάδες μέτρα μακρύτερα έτσι ώστε το δεύτερο να ξεκινήσει μια διαδικασία κατασκευής κάποιου χημικού που θα απωθήσει αυτό το συγκεκριμένο είδος εντόμων. Έτσι, τα δέντρα αλληλοπροστατεύονται. Η πληροφορία, πιθανότατα, μεταβιβάζεται με τη μορφή αρώματος. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι τα φυτά είναι σε θέση να προσλαμβάνουν οσμές όσο και να εκπέμπουν. Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι έχει αναπτυχθεί κάποιο είδος τηλεπάθειας ανάμεσα στα δέντρα. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα πως αυτό που ονομάζουμε πνευματική τηλεπάθεια, να πραγματοποιείται με την όσφρηση. Ίσως να μην διαβάζουμε τη σκέψη κάποιου άλλου, την οσφραινόμαστε.
Ξέρουμε ότι οι σχιζοφρενείς μπορούν να μυρίσουν τη δυσπιστία, τον ανταγωνισμό, την επιθυμία κλπ. Από τη μεριά των γιατρών, των επισκεπτών ή των συνασθενών τους , όσο καμουφλαρισμένες κι αν είναι αυτές οι διαθέσεις οπτικά ή προφορικά. Το ανθρώπινο οσφρητικό νεύρο μπορεί να είναι μικρό σε σύγκριση με του λαγού, είναι όμς ο μεγαλύτερος από τους ενδοκρανιακούς μας δέκτες. Ποιος μπορεί να ξέρει τι είδους «αόρατες» οσμές μπορεί να ανιχνεύσει?

Τομ Ρόμπινς, απόσπασμα από “Το άρωμα του ονείρου”

…Το παντζάρι είναι το πιο μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι… Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι, όταν συνουσιάζεται μ’ ένα καρότο…

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Τόμας Μπέρνχαρντ

Τι καλά που είχαμε πάντοτε έναν ειρωνικό τρόπο θεώρησης, όσο σοβαρά κι αν ήταν πάντοτε όλα για μας

...περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούν. Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ' αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι. Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο. Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα. Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά. Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

...ζούμε πάντοτε με την πλάνη ότι, όπως έχουμε εξελιχθεί εμείς, άσχετα προς τα πού, έχουν εξελιχθεί και οι άλλοι, μα αυτό είναι πλάνη, οι περισσότεροι έχουν μείνει στάσιμοι και δεν έχουν καθόλου εξελιχθεί, ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι, έχουν μόνο γίνει γέροι και, με τούτο, στον ύψιστο βαθμό αδιάφοροι. Πιστεύουμε ότι θα αιφνιδιαστούμε από την εξέλιξη ενός ανθρώπου που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε, μα, όταν τον ξαναβλέπουμε, αιφνιδιαζόμαστε μόνο από το ότι δεν έχει εξελιχθεί καθόλου, από το ότι είναι μόνο κατά είκοσι χρόνια πιο γέρος και αντί να έχει καλή μορφή, έχει τώρα χοντρή κοιλιά και μεγάλα κακόγουστα δαχτυλίδια στα χοντρά δάχτυλα, που μας φαίνονταν κάποτε πολύ όμορφα.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Περί τυφλότητας

Υπάρχει άραγε εξουσία , είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.
Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα βρε αδερφέ και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού.
Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος.
Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη,γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ’αυτό και την κυρά του.
Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα , έστω δύο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο , βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν και αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς.
Σε μια χώρα – συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά – όπου οι τυφλοί πολλαπλασιαζόντουσαν όσο δίνονταν συντάξεις αναπηρίας και κατόρθωναν  οι τυφλοί να ‘χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα;

Ζοζέ Σαραμαγκού, απόσπασμα από το βιβλίο "Περί Τυφλότητας"